Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η τετράς του Πειραιά ή αλλιώς το Πειραιώτικο ρεμπέτικο.





Παύλος ο καλός ο μαθητής………..

Φίλες και φίλοι καλημέρα σας.

Σήμερα ένα αφιέρωμα  στο ρεμπέτικο τραγούδι με σεβασμό στους τέσσερις μεγάλους  δημιουργούς, συνθέτες, και τραγουδιστές του Ελληνικού ρεμπέτικου
 που τους τραγουδάμε εδώ και 60-70 χρόνια και πιστεύω ότι για πάρα πολλά χρόνια θα τους ακούμε ακόμα διότι του Έλληνα οι ρίζες δεν ξεριζώνονται γιατί οι μεγάλοι αυτοί μουσικοσυνθέτες είναι οι ρίζες μας.

Η «Τετράς» (τετράδα) ήταν ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Στράτος Παγιουμτζής, ο Ανέστης Δελιάς και ο Γιώργος Μπάτης. Ο καθένας έχει ηχογραφήσει τραγούδια στο όνομά του, σε κανένα τραγούδι δεν αναφέρεται «Τετράς». Σε πολλά τραγούδια του καθενός συμμετέχουν και οι υπόλοιποι. 



Η τετράς του Πειραιά ή αλλιώς το Πειραιώτικο ρεμπέτικο.

Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης, 
Στράτος Παγιουμτζής, Ανέστος Δελιάς

ΠΕΙΡΑΙΑΣ -ΟΙΝΟΜΑΓΕΙΡΕΙΟ ΑΠΟ ΤΟ 1896

Γεια σου Πειραιά αθάνατε, της εργατιάς κολόνα...» οι στίχοι του τραγουδιού του ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη πρωτοτραγουδήθηκαν στο Προμολεμικόν, ένα ταβερνάκι του Πειραιά που δηλώνει με την ονομασία του την ιστορία του.
Γεια σου Πειραιά αθάνατε, της εργατιάς κολόνα...» οι στίχοι του τραγουδιού του ρεμπέτη Μιχάλη Γενίτσαρη πρωτοτραγουδήθηκαν στο Προμολεμικόν, ένα ταβερνάκι του Πειραιά που δηλώνει με την ονομασία του την ιστορία του.

                                              
                        Εκεί που έπαιζε η "Τετράς"






















Η σημερινή υπεύθυνη του μαγαζιού, Ειρήνη Πουλάκη, μας ξεναγεί στην ιστορία του παραδοσιακού χώρου που τον ανέλαβε... «το 2007. Ημουν θαμώνας, μου άρεσε η ατμόσφαιρα κι έτσι όταν έκλεισε, πάνω στον ενθουσιασμό μου, σκέφτηκα να συνεχίσω τη γοητευτική ιστορία του, αν και δεν είχα εμπειρία από χώρους εστίασης», λέει με ειλικρίνεια και προσθέτει: «Ο ιδιοκτήτης, ο κ. Τασόπουλος, που είναι η τρίτη γενιά, κρατάει ακόμη το υπόγειο του μαγαζιού με τα βαρέλια φτιάχνοντας κρασί.
Ο ίδιος μου έχει διηγηθεί και την ιστορία του χώρου έτσι όπως μεταφέρεται από γενιά σε γενιά». Οι πέτρινοι τοίχοι, τα βαριά σιδερένια ρολά, τα βαρέλια και οι παλιές φωτογραφίες γυρίζουν πίσω το ρολόι του χρόνου. «Το 1896 πρωτολειτούργησε ως οινομαγειρείο, το οποίο έχτισαν καραβομαραγκοί που διέθεταν ένα από τα πρώτα καρνάγια στο Πέραμα. Στον μεσοπόλεμο, το ανέλαβαν νέοι ιδιοκτήτες κι έγινε η μπακαλοταβέρνα του Τρίχα. Συγκέντρωνε όσους έπιναν καλή ρετσίνα και ήθελαν να ξεχάσουν τους καημούς τους και να ακούσουν ρεμπέτικα.
Από αυτό εδώ το μαγαζί πέρασε και η πρώτη λαϊκή κομπανία, η περίφημη "Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς" με τους Μάρκο Βαμβακάρη, Στράτο Παγιουμτζή, Ανέστη Δελιά και Γιώργο Μπάτη. Πολλά γνωστά ρεμπέτικα τραγούδια γράφτηκαν και τραγουδήθηκαν εδώ μέσα σε αυτούς τους πέτρινους τοίχους», λέει η κ. Πουλάκη, που τους μεζέδες και τα μαγειρευτά της επιμένουν να γεύονται, όπως λέει, «πελάτες που έρχονται εδώ και πολλά χρόνια και τους αρέσει τον χειμώνα να ανάβουν το τζάκι και να θυμούνται τα παλιά».
Της Nίκης Mηταρέα
nmitarea@pegasus.gr
ΦΩTOΓΡAΦIΕΣ: Χάρης Γκίκας
gikas@pegasus.gr
http://www.ethnos.gr/entheta.asp?catid=23630&subid=2&pubid=63677236

Μάρκος Βαμβακάρης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Μάρκος Βαμβακάρης
Markosvamvakaris1.jpg
Ο Μάρκος Βαμβακάρης
Γέννηση 10 Μαΐου 1905
Flag of Greece.svgΣύρος Κυκλάδες Ελλάδα
Θάνατος 8 Φεβρουαρίου 1972 (66 ετών)
Αθήνα
Εθνικότητα Ελληνική
Υπηκοότητα Ελληνική
Είδος Τέχνης Συνθέτης, Στιχουργός Τραγουδιστής, Οργανοπαίκτης
Καλλιτεχνικά ρεύματα Ρεμπέτικο, Λαϊκό τραγούδι
Ο Μάρκος Βαμβακάρης (Δανακός Σύρου, 10 Μαΐου 1905 - Αθήνα, 8 Φεβρουαρίου 1972) υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός Έλληνας μουσικός του ρεμπέτικου.
Θεωρείται ο πατριάρχης του ρεμπέτικου καθώς έκανε γνωστό το ρεμπέτικο είδος λόγω της μεγάλης επιτυχίας που είχαν τα δισκογραφημένα τραγούδια του. Καθιέρωσε την ορχήστρα με μπουζούκια και μπαγλαμάδες, η οποία αντικατέστησε την προηγούμενη λαϊκή ορχήστρα των σαντουροβιολιών.

Βιογραφία

Τα πρώτα χρόνια

Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου, του 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από οικογένεια Καθολικών (για τον λόγο αυτό αργότερα απέκτησε και το παρατσούκλι «Φράγκος»). Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες και ήταν ο πρωτότοκος από έξι αδέλφια. Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε ζαμπούνα ενώ πολλές φορές από μικρή ηλικία τον συνόδευε ο μικρός Μάρκος παίζοντας τουμπί (νησιώτικο τύμπανο) σε διάφορα πανηγύρια. Λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του, ο Μάρκος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο και να εργαστεί ως λούστρος, εφημεριδοπώλης, εργάτης σε κλωστήρια, βοηθός σε οπωροπωλεία και άλλα.
Σε ηλικία 12 ετών έφυγε από τη Σύρο, αφού έριξε άθελά του ένα βράχο πάνω στη σκεπή ενός σπιτιού και πήγε στον Πειραιά, όπου αργότερα τον ακολούθησε και η οικογένειά του. Εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα, όπως λιμενεργάτης (φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων στα λεγόμενα «καρβουνιάρικα») και περίπου από το 1925 μέχρι το 1935 ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιά και Αθηνών.
Εκείνη την εποχή ο Μάρκος Βαμβακάρης ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα, Ελένη Μαυροειδή («Ζιγκοάλα»).
Παράλληλα, ενώ είχε ορκιστεί ότι αν δε μάθει να παίζει θα κόψει τα δάχτυλα του με χασαπομάχαιρο, άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια, εντυπωσιάζοντας με την ταχύτητα που έμαθε το όργανο και με την ικανότητα, την ευρηματική πενιά, τη δεξιοτεχνία και τη στιχογραφία του.

Επιτυχίες

Συμμετείχε μαζί με τον Γιώργο Μπάτη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1933, έπειτα από την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης κυκλοφόρησε την πρώτη ηχογράφηση με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» (ή «Έπρεπε να 'ρχόσουνα ρε μάγκα μου») ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, παρόλες τις επιφυλάξεις που είχε για την ποιότητα της φωνής του. Η περίοδος λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και ηχογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» -το γνωστότερο ίσως τραγούδι του- το οποίο όμως έγινε πολύ μεγάλη επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού:
"Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου 'χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή."

Γάμοι και επιρροή τους στην καριέρα του

Ο Μάρκος Βαμβακάρης αποδείχτηκε ατυχέστατος στο γάμο του με τη Ζιγκοάλα. Τον απατούσε με τον κουμπάρο τους, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να την αγαπάει. Αυτό έγινε αιτία να ξεσπάσει άγριος καυγάς μεταξύ αυτού και του μεγάλου του αδελφού, με το διαζύγιο να μην αργεί να εκδοθεί. Όμως και μετά το διαζύγιο, η Ζιγκοάλα εξακολουθούσε να έχει οικονομικές απαιτήσεις. Ο Μάρκος Βαμβακάρης αντιμετώπισε αυτή την κατάσταση εξ ίσου προκλητικά: έγραφε τα τραγούδια του (ακόμα και αυτοβιογραφικά που τον φωτογράφιζαν ως δημιουργό τους, π.χ. ο «Πολυτεχνίτης») σε ονόματα όπως του Περιστέρη και του Μάτσα, καθώς και σε ψευδώνυμα ανύπαρκτων προσώπων, φυσικά εισπράττοντας ο ίδιος τα πνευματικά δικαιώματα. Με αυτό τον τρόπο κατάφερε να μειώσει στο ελάχιστο το προσωπικό τεκμαρτό (κι όχι πραγματικό) εισόδημά του και η Ζιγκοάλα να μην του πάρει τίποτα. Για αυτήν την ιστορία ο Μάρκος έγραψε το αυτοβιογραφικό του τραγούδι «Το διαζύγιο».
Το 1937 συμβιβάζεται με τη λογοκρισία του καθεστώτος Μεταξά και προσαρμόζει τους στίχους του. Ήταν τόσο δημοφιλής που στη μια από τις τρεις φορές που επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη και έδωσε συναυλία μαζεύτηκε για να τον ακούσει 50.000 κόσμος, στην πλατεία του Λευκού Πύργου. Σε αυτό το τραγούδι («Το 1912») υμνεί τη Θεσσαλονίκη, ενώ παραδόξως ως τότε δεν είχε κάνει ούτε μια αναφορά σε κάποιο τραγούδι του για τον Πειραιά, την πόλη όπου ζούσε και δημιουργούσε. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου ερμηνεύει τραγούδια δικά του και του Σπύρου Περιστέρη, με στίχους προσαρμοσμένους στο ελληνοϊταλικό έπος («Γειά σας φανταράκια μας», «Το όνειρο του Μπενίτο» κ.ά.).
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πέθαναν αρκετές προσωπικότητες της ελληνικής λαϊκής και ρεμπέτικης μουσικής (Παναγιώτης Τούντας, Κώστας Σκαρβέλης, Γιοβάν Τσαούς, Βαγγέλης Παπάζογλου, ο στενός συνεργάτης του Ανέστης Δελιάς κ.ά.). Ο Μάρκος Βαμβακάρης, αφού κατάφερε να επιβιώσει, παντρεύτηκε το 1942 για δεύτερη φορά την Ευαγγελία με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά (δύο εκ των οποίων πέθαναν και από τ' άλλα τρία, τον Βασίλη, τον Στέλιο και τον Δομένικο, οι δύο τελευταίοι έγιναν γνωστοί μουσικοί).

Μετά τον πόλεμο, η «δεύτερη καριέρα»

Όμως ο θάνατος των παραπάνω μουσικών δεν έμελλε να αφήσει ανεπηρέαστη την πορεία του Μάρκου Βαμβακάρη. Έτσι, μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο 1948-1959, περνάει δύσκολες ώρες, καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία, τα ηνία της οποίας περνούν σε χέρια ανθρώπων που ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε βοηθήσει να αναδειχτούν, φέρεται αχάριστα στον πρωτοπόρο του μπουζουκιού που θεωρείται πια «ξεπερασμένος». Οι δισκογραφικές εταιρίες παύουν να τον καλούν για ηχογραφήσεις και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα τού αρνούνται τη συνεργασία. Περνά σοβαρές περιπέτειες με την υγεία (παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα, κάτι που τον δυσκολεύει να παίζει μπουζούκι) και την οικονομική του κατάσταση, ενώ αφορίζεται από την Καθολική Εκκλησία γιατί παντρεύτηκε την δεύτερη φορά με ορθόδοξο γάμο (ο αφορισμός αυτός πάντως ήρθη το 1966).
Ο Μάρκος Βαμβακάρης καταφέρνει να επιβιώσει αλλά και να αποκαταστήσει το πρόβλημα υγείας του πηγαίνοντας στα ιαματικά λουτρά της Ικαρίας. Το 1954, ξεχασμένος από τους περισσότερους, επισκέφτηκε τη Σύρο όπου έμεινε για ένα έτος και γνωρίσε την αποθέωση από τον κόσμο του νησιού, ο οποίος δεν τον ξέχασε.
Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν μετά από πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, η δισκογραφική εταιρία Columbia αποφασίζει να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο.

Το τέλος

Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που του δημιούργησε ο σακχαρώδης διαβήτης. Όπως δήλωσε σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του Μάρκου Δομένικος, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της.

Δισκογραφία

Τα ηχογραφημένα τραγούδια του Βαμβακάρη υπερβαίνουν τα 200. Η πλειοψηφία από αυτά ηχογραφήθηκε σε δίσκους 78 στροφών μεταξύ των ετών 1933 και 1956. Από το 1932 μέχρι το 1960 ηχογράφησε 149 τραγούδια δικής του σύνθεσης και 220 ως ερμηνευτής (131 δικά του και 89 άλλων δημιουργών) μεταξύ των οποίων συνθέσεις του Σπύρου Περιστέρη (30 τραγούδια), του Βασίλη Τσιτσάνη (24 τραγούδια), του Απόστολου Χατζηχρήστου (7 τραγούδια) και άλλων. Για να αποφύγει την περίπτωση κατάσχεσης των πνευματικών του δικαιωμάτων λόγω της δικαστικής αντιπαράθεσης με την πρώτη του σύζυγο, χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμο το όνομα του παππού του (Ρόκος), ενώ αρκετά τραγούδια του έχουν κατοχυρωθεί στο όνομα φίλων του, όπως του Γ. Φωτίδα, της Αθ. Παγκαλάκη (ή Φωτίδα), του Μ. Μάτσα και άλλων.


Ο Μάρκος Βαμβακάρης (10 Μαΐου 1905 - 8 Φεβρουαρίου 1972) υπήρξε ιδιαίτερα σημαντικός μουσικός του ρεμπέτικου.







Τα πρώτα χρόνια 
Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου, του 1905 στον Δανακό της Σύρου από οικογένεια Καθολικών (Για το λόγο αυτό αργότερα απέκτησε και το παρατσούκλι «Φράγκος».). Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες και ήταν ο πρωτότοκος από έξι αδέλφια. Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε ζαμπούνα ενώ πολλές φορές από μικρή ηλικία τον συνόδευε ο μικρός Μάρκος παίζοντας τουμπί (νησιώτικο τύμπανο) σε διάφορα πανηγύρια. Λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του, ο Μάρκος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο και να εργαστεί ως λούστρος, εφημεριδοπώλης, εργάτης σε κλωστήρια, βοηθός σε οπωροπωλεία κλπ.
Σε ηλικία 12 ετών έφυγε από τη Σύρο, αφού έριξε άθελά του ένα βράχο πάνω στη σκεπή ενός σπιτιού και πήγε στον Πειραιά, όπου αργότερα τον ακολούθησε και η οικογένεια του. Εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα, όπως λιμενεργάτης (φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων στα λεγόμενα καρβουνιάρικα) και περίπου από το 1925 μέχρι το 1935 ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιά και Αθηνών.
Εκείνη την εποχή ο Μάρκος Βαμβακάρης ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε την πρώτη του γυναίκα, Ελένη Μαυροειδή ("Ζιγκοάλα").




Παράλληλα, ενώ είχε ορκιστεί ότι αν δε μάθει να παίζει θα κόψει τα δάχτυλα του με χασαπομάχαιρο, άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια, εντυπωσιάζοντας με την ταχύτητα που έμαθε το όργανο και με την ικανότητα, την ευρηματική πενιά, τη δεξιοτεχνία και τη στιχογραφία του.
Οι πρώτες επιτυχίες 
Συμμετείχε μαζί με το Γιώργο Μπάτη, το Στράτο Παγιουμτζή και τον Ανέστη Δελιά στο πρωτοποριακό για την εποχή μουσικό σχήμα που ονομάστηκε «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Το 1933, έπειτα από την πιεστική παρότρυνση του Σπύρου Περιστέρη, o Μάρκος Βαμβακάρης κυκλοφόρησε την πρώτη ηχογράφηση με μπουζούκι στην Ελλάδα, το «Καραντουζένι» («Έπρεπε να 'ρχόσουνα ρε μάγκα μου») ερμηνεύοντάς το ο ίδιος, παρόλες τις επιφυλάξεις που είχε για την ποιότητα της φωνής του. Η περίοδος λίγο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ίσως η παραγωγικότερή του. Μεταξύ άλλων, το 1935 έγραψε και ηχογράφησε τη «Φραγκοσυριανή» -το γνωστότερο ίσως τραγούδι του- το οποίο όμως έγινε επιτυχία 25 χρόνια αργότερα με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο ίδιος αφηγείται για τη δημιουργία του τραγουδιού:




"Όλος ο κόσμος της Σύρου μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν..... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:
Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου΄χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά...
Ούτε και ξέρω πως την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή."
Γάμοι και επιρροή τους στην καριέρα του 
Ο Μάρκος Βαμβακάρης αποδείχτηκε ατυχέστατος στο γάμο του με τη Ζιγκοάλα. Τον απατούσε ακόμη και με τον καλύτερό του φίλο, αλλά εκείνος εξακολουθούσε να την αγαπάει. Αυτό έγινε αιτία να ξεσπάσει άγριος καυγάς μεταξύ αυτού και του μεγάλου του αδελφού. Το διαζύγιο δεν άργησε να εκδοθεί. Όμως και μετά το διαζύγιο η "κυρία" εξακολουθούσε να έχει οικονομικές απαιτήσεις. Αυτό ο Μάρκος Βαμβακάρης το αντιμετώπισε εξ ίσου προκλητικά ως εξής: Έγραφε τα τραγούδια του ακόμα και αυτοβιογραφικά που τον φωτογράφιζαν ως δημιουργό τους (π.χ. ο Πολυτεχνίτης) σε ονόματα όπως του Περιστέρη και του Μάτσα καθώς και σε ψευδώνυμα ανύπαρκτων προσώπων (φυσικά εισπράττοντας ο ίδιος τα πνευματικά δικαιώματα). Με αυτόν τον τρόπο κατάφερνε να μειώσει στο ελάχιστο το προσωπικό τεκμαρτό του (όχι το πραγματικό) εισόδημα και η "κυρία" να μην του πάρει τίποτα. Για αυτήν την ιστορία ο Μάρκος έγραψε το αυτοβιογραφικό του τραγούδι «Το διαζύγιο»



Το 1937 συμβιβάζεται με τη λογοκρισία του καθεστώτος Μεταξά και προσαρμόζει τους στίχους του. Ήταν τόσο πολύ δημοφιλής που στη μια από τις τρεις φορές που επισκέφτηκε τη Θεσσαλονίκη και έδωσε συναυλία μαζεύτηκε για να τον ακούσει 50.000 κόσμος, στην πλατεία του Λευκού Πύργου. Γι αυτό γράφει το τραγούδι "Το 1912" στο οποίο υμνεί τη Θεσσαλονίκη ενώ παραδόξως ως τότε δεν είχε κάνει ούτε μια αναφορά σε κάποιο τραγούδι του για τον Πειραιά, την πόλη που ζούσε και δημιουργούσε. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου ερμηνεύει τραγούδια δικά του και του Σπύρου Περιστέρη με στίχους προσαρμοσμένους στο δοξασμένο ελληνοϊταλικό έπος (Γειά σας φανταράκια μας, Το όνειρο του Μπενίτο κ.α.)
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πέθαναν αρκετές προσωπικότητες της ελληνικής λαϊκής και ρεμπέτικης μουσικής (Παναγιώτης Τούντας, Κώστας Σκαρβέλης, Γιοβάν Τσαούς, Βαγγέλης Παπάζογλου, ο στενός συνεργάτης του Ανέστης Δελιάς κ.ά.). Ο Μάρκος Βαμβακάρης, αφού κατάφερε να επιβιώσει, παντρεύτηκε το 1942 για δεύτερη φορά την Ευαγγελία με την οποία απέκτησε πέντε παιδιά (δύο εκ των οποίων πέθαναν, και από τ' άλλα τρία τον Βασίλη, τον Στέλιο και τον Δομένικο οι δύο τελευταίοι έγιναν γνωστοί μουσικοί).
Μετά τον πόλεμο, η «δεύτερη καριέρα»
Όμως ο θάνατος των παραπάνω μουσικών δεν έμελλε να αφήσει ανεπηρέαστη την πορεία του Μάρκου Βαμβακάρη. Έτσι μετά την απελευθέρωση και κατά την περίοδο 1948-1959 περνάει δύσκολες ώρες, καθώς η ελληνική μουσική βιομηχανία, τα ηνία της οποίας περνάνε σε χέρια ανθρώπων που ο Μάρκος Βαμβακάρης είχε βοηθήσει να αναδειχτούν φέρεται αχάριστα στον πρωτοπόρο του μπουζουκιού που θεωρείται «ξεπερασμένος». Οι δισκογραφικές εταιρίες παύουν να τον καλούν για ηχογραφήσεις και τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα του αρνούνται τη συνεργασία. Περνάει σοβαρές περιπέτειες με την υγεία του (παραμορφωτική αρθρίτιδα στα δάχτυλα κάτι που τον δυσκολεύει να παίζει μπουζούκι) και την οικονομική του κατάσταση, ενώ αφορίζεται από την Καθολική Εκκλησία γιατί παντρεύτηκε δεύτερη φορά με ορθόδοξο γάμο (ο αφορισμός ήρθη το 1966).



Ο Μάρκος Βαμβακάρης ξανακαταφέρνει και επιβιώνει αλλά και αποκαθιστά το πρόβλημα υγείας με ιαματικά λουτρά στην Ικαρία. Το 1954 (ξεχασμένος από τους περισσότερους) επισκέφτηκε τη Σύρο όπου έμεινε για ένα έτος και γνωρίζει την αποθέωση από τον κόσμο της Σύρου που δεν τον ξεχνά. Ο Μάρκος έπαιξε και τραγούδησε στην Ταβέρνα του Λιλή, στην Άνω Σύρο για μια εβδομάδα.
Αυτά μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '50, όταν μετά από πρωτοβουλία του Τσιτσάνη, η δισκογραφική εταιρία Columbia αποφασίζει να κυκλοφορήσει παλιά και καινούρια τραγούδια του Βαμβακάρη, τραγουδισμένα από τον ίδιο και από καλλιτέχνες όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Καίτη Γκρέι, η Άντζελα Γκρέκα κ.ά. Το 1960 αρχίζει η «δεύτερη καριέρα» του, όπως χαρακτηρίζεται από τον ίδιο.
Το τέλος 
Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που δημιούργησε σακχαρώδης διαβήτης. Όπως δήλωσε ο γιος του Μάρκου Βαμβακάρη, Δομένικος, σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της.






Δισκογραφία 

Τα ηχογραφημένα τραγούδια του Βαμβακάρη υπερβαίνουν τα 200. Η πλειοψηφία από αυτά ηχογραφήθηκε σε δίσκους 78 στροφών μεταξύ των ετών 1933 και 1956. Από το 1932 μέχρι το 1960 ηχογράφησε 149 τραγούδια δικής του σύνθεσης και 220 ως ερμηνευτής (131 δικά του και 89 άλλων δημιουργών) μεταξύ των οποίων συνθέσεις του Σπύρου Περιστέρη (30 τραγούδια), του Βασίλη Τσιτσάνη (24 τραγούδια), του Απόστολου Χατζηχρήστου (7 τραγούδια) και άλλων. Για να αποφύγει την περίπτωση κατάσχεσης των πνευματικών του δικαιωμάτων λόγω της δικαστικής αντιπαράθεσης με την πρώτη του σύζυγο, χρησιμοποίησε ως ψευδώνυμο το όνομα του παππού του (Ρόκος), ενώ αρκετά τραγούδια του έχουν κατοχυρωθεί στο όνομα φίλων του, όπως του Γ. Φωτίδα, της Αθ. Παγκαλάκη (ή Φωτίδα), του Μ. Μάτσα και άλλων.


Γιώργος Μπάτης
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια


Ο Γιώργος Μπάτης (πραγματικό του όνομα: Γιώργος Τσώρος, γνωστός και ως Γιώργος Αμπάτης· Μέθανα1885 – 10 Μαρτίου 1967) ήταν ένας από τους πρώτους και επιδραστικότερους μουσικούς του ρεμπέτικου καθώς επίσης και γνωστός μάγκας του Πειραιά. Είχε μεγάλη αγάπη για τη μουσική και είχε σημαντική συλλογή μουσικών οργάνων (μπουζουκιώνμπαγλαμάδων, κ.ά.).
















Γεννήθηκε στα Μέθανα και όταν ήταν ακόμα μικρός η οικογένειά του μετακόμισε στον Πειραιά.
Στα μέσα της δεκαετίας του '20 άνοιξε χoροδιδασκαλείο το οποίο ονομαζόταν «Κάρμεν». 




                                                                         
Εργάστηκε ακόμη ως πωλητής αυτοσχέδιων φαρμάκων κατά του πονόδοντου, περιπλανώμενος οδοντογιατρός, μικροπωλητής και ενεχυροδανειστής. Το 1931 άνοιξε ένα καφενείο, το «Ζώρζ Μπατέ», το οποίο αποτέλεσε ένα από τα λίκνα του ρεμπέτικου.Στο καφενείο του σύχναζε και ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης.
Την δεκαετία του '30 ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική και συνεργάστηκε στενά, μεταξύ άλλων, με τον Μάρκο Βαμβακάρη στη ρεμπέτικη κομπανία με όνομα Η τετράς η ξακουστή του Πειραιώς. Το 1933 ο Γιώργος Μπάτης κάνει τις πρώτες ηχογραφήσεις με μπουζούκι στην Ελλάδα. Ωστόσο δεν άφησε μεγάλη δισκογραφία (μόλις 17 τραγούδια),διότι όπως πολλοί μεγάλοι συνθέτες της εποχής (Βαγγέλης Παπάζογλου, Ανέστος Δελλιάς, Γιοβάν Τσαούς και άλλοι) σταμάτησε να ηχογραφεί το 1937 επειδή αρνούνταν να υποβάλλεται στην λογοκρισία από το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά
Πέθανε το 1967. Θάφτηκε αγκαλιά με τον αγαπημένο του μπαγλαμά όπως ο ίδιος είχε ζητήσει.


Στράτος Παγιουμτζής





Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Στράτος Παγιουμτζής ήταν Έλληνας λαϊκός τραγουδιστής.




Γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1904. Πριν από την Μικρασιατική καταστροφή πήγε στον Πειραιά και έμεινε. Από μικρός αναγκάστηκε να δουλέψει σκληρά για να επιζήσει. Και τα κατάφερε.










 Ήθελε όμως να τραγουδήσει. Γνωρίστηκε με τους Βαμβακάρη, Δελιά και Μπάτη και άρχισαν να τραγουδάνε, με το όνομα «Τετράς του Πειραιά». Είχαν τεράστια επιτυχία, ιδίως ο Παγιουμτζής. Στην δισκογραφία όμως ο Μάρκος τον έριξε, αφού τραγουδούσε αυτός αντί για τον Στράτο. Σιγά σιγά ο Στράτος αποκτάει και αυτός δική του ερμηνευτική παρουσία με τα τραγούδια «Οι σφουγγαράδες» και «Μάγκες καραβοτσακισμένοι», ενώ το 1936 ο Στράτος ερμηνεύει το «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Τον άντρα σου και μένα» κ.ά.. Στο τραγούδι απάνω χαιρετίζει τους παρευρισκόμενους, ακόμα και τον εαυτό του: «Γεια σου και σένα ρε Στράτο με τον τζουρά σου». Σιγά σιγά αποκτάει φήμη και γίνεται μύθος, μέχρι που τον αναφέρουνε μόνο με το μικρό του όνομα, ακόμα και στις ετικέτες δίσκων. Συνεργάζεται με τον Βαγγέλη Παπάζογλου και άλλους Μικρασιάτες. Το 1938 τραγουδάει Μανώλη Χιώτη και Μπαγιαντέρα. Γίνεται χαμός. Ο Τσιτσάνης συνεργάζεται μαζί του.


                                                                                                           

Μετά την κατοχή, ο Στράτος ξεκινάει από την αρχή, συνεργάζεται με τους πιο σημαντικούς λαϊκούς και συνεχίζει την δισκογραφία. Η μουσική τέχνη όμως γυρνάει στο αρχορεμπέτικο και ξεχνιέται, μέχρι που την δεκαετία του 60 ο Ζαμπέτας τον ξαναανακαλύπτει και τον παρουσιάζει στο κοινό. Ο Στράτος ξαναβγάζει τα προπολεμικά τραγούδια.






Άρχισε να ξαναταξιδεύει το 1971. Μέχρι τότε δεν είχε διαβατήριο, διότι το 1937 τον είχαν πιάσει με χασίς και του το είχαν πάρει. Πήγε στην Αμερική και έκανε περιοδείες. Τελικά πέθανε στις 16 Νοεμβρίου 1971 επάνω στο πάλκο, 67 χρονών. Οι ομογενείς έκαναν έρανο για να επιστρέψουν τον νεκρό του στην πατρίδα. Την κηδεία του ανέλαβε ο Γιώργος Ζαμπέτας.



     Δισκογραφία 
  • Είμαι ο Στράτος Παγιουμτζής
  • Αυθεντικές ηχογραφήσεις 1937 - 1955
  • Ο γάμος του Τσιτσάνη
  • Ο Μέγας
  • Τον παλιό ρεμπέτικο καιρό

Ανέστος Δελιάς



Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια




Ο Ανέστος Δελιάς (το πραγματικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Δέλλιος) ή Ανεστάκι ή Αρτέμης(1912- 1941 ή 1944) ήταν οργανοπαίκτης (μπουζούκι), συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής του ρεμπέτικου τραγουδιού. Το 1935 έγραψε το δημοφιλέστατο τσιφτετέλι "Μες στης Πόλης το χαμάμ", που ηχογραφήθηκε σε αυθεντικές εκτελέσεις με Παγιουμτζή, Παπαϊωάννου, αλλά και πολλές νεότερες.




     



Γιος του Παναγιώτη Δέλιου, σαντουρίστα φημισμένου σε όλη τη Μικρά Ασία με το παρωνύμιο «Μαύρος Γάτος» και ανιψιός του λαϊκού βιολιστή Μιχάλη Δέλιου, γεννήθηκε το 1912 στη Σμύρνη. Ήρθε στην Ελλάδα το 1920 κι εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στη Δραπετσώνα.
Από μικρός άρχισε να ασχολείται με την κιθάρα, ενώ το μπουζούκι το έπιασε για πρώτη φορά στα χέρια του γύρω στο 1930, με την προτροπή του Μάρκου Βαμβακάρη. Το 1934, μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Στράτο Παγιουμτζή και τον Γιώργο Μπάτη δημιούργησαν την πρώτη επίσημη ρεμπέτικη κομπανία στην Ελλάδα. Η «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς», όπως ονομάστηκε, ξεκίνησε τις εμφανίσεις της το καλοκαίρι του '34 στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, στην Ανάσταση του Πειραιά. Εκεί, ο Ανέστος παρουσίασε τα πρώτα του τραγούδια, τα οποία μπήκαν στη δισκογραφία τα επόμενα χρόνια. Ανάμεσά τους και «Ο πόνος του πρεζάκια», ένα τραγούδι προφητικό για τον ίδιο.




Έμαθε για την ηρωίνη από τη φιλενάδα του, κάποια Σκουλαρικού, γυναίκα από τις κακόφημες συνοικίες των Βούρλων. Παρά τις επίμονες προσπάθειες των φίλων του, δεν κατάφερε να απεμπλακεί. Μάλιστα, το 1938 εξορίστηκε στη Νιο ως τοξικομανής. Έτσι, ένα πρωινό του 1944 τον βρήκαν στο Βαρβάκειο πεθαμένο μέσα σ' ένα καροτσάκι. Στα χέρια κρατούσε το μπουζούκι του που δεν το αποχωριζόταν.
Ο Ανέστης Δελιάς δεν ηχογράφησε πολλά τραγούδια, διότι όπως ο Γιώργος Μπάτης, ο Βαγγέλης Παπάζογλου, ο Γιοβάν Τσαούς και άλλοι σταμάτησαν το 1937, όταν ο Μεταξάς επέβαλε λογοκρισία, την οποία δεν μπορούσαν να ανεχτούν. Τα γνωστότερα τραγούδια του: 






«Αθηναίισσα», «Έκανες τη φιγούρα σου μάγκα στη γειτονιά μου», «Για ένα παλιό σακάκι», «Δεν είδανε τα μάτια μου τέτοια καλή γυναίκα», «Μάγκες πιάστε τα βουνά», «Tο παράπονο του πρεζάκια», «Ο Νίκος (Μάθεσης) ο Τρελλάκιας», «Όταν μπουκάρω στον τεκέ», «Πάρε ένα γυαλί και κόψε το λαιμό σου», «Η πρέζα», «Μάγκα μου το μαχαίρι σου» (ή «Φιγουρατζής» ή «Το κουτσαβάκι»), «Μέσα στης Πόλης το χαμάμ» (ή «Το χαρέμι στο χαμάμ»), κ.ά.




Θάνατος 
Πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1944από υπερβολική δόση ηρωίνης στη διάρκεια της Κατοχής σε νεαρή ηλικία, περίπου 32 ετών. Τον βρήκαν νεκρό σε ένα καροτσάκι έχοντας στα χέρια του το μπουζούκι του, το οποίο δεν αποχωριζόταν ποτέ του. Το αριστούργημά του "Ο πόνος του πρεζάκια" αποδείχτηκε προφητικό για το προσωπικό του δράμα και το τραγικό του τέλος. Ήταν ο μοναδικός ρεμπέτης που απεβίωσε από ναρκωτικά.
Δισκογραφία
Τα τραγούδια του Δελιά ηχογραφήθηκαν και κυκλοφόρησαν αργότερα με τα ονόματα άλλων ερμηνευτών. Το 1988 κυκλοφόρησε ο μοναδικός του δίσκος (μετά θάνατον), με τίτλο Ανέστης Δελιάς, ο οποίος επανεκδόθηκε το 1992.
Πηγές 
  • thesaurus.iema.gr - Λήμμα για το ρεμπέτη στο Θησαυρό της Ελληνικής Μουσικής.
  • Γκίνης Γ., Φάκελος:Ναρκωτικά
  1. Καλλιτεχνικα Ψευδονυμα Και Παρατσουκλια
  2. μουσική
  3. Σύμφωνα με την Νταίζη Σταυροπούλου, ο Δελιάς πέθανε το 1941.
  4. Αφήγηση του Στέλιου Κηρομύτη για το θάνατο του Δελιά.
  5. http://www.angelfire.com/music2/rebetiko/xasiklidika.htm