Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Λογοτεχνικά κείμενα : Η γοητεία της νοσταλγίας

 

Σχόλιο του blog: Αγαπητοί μου φίλοι και φίλες 

σήμερα κάνουμε μία νέα αρχή

με λογοτεχνικά κείμενα για μάθηση και παιδεία

από τον αγαπητό φίλο μας και συνεργάτη

Λευτέρη Πανούση και όπως γράφει και δηλώνει 

ο ίδιος :Βιβλιοπωλης-Συγγραφεας



Εκ βαθέων
Θέλω να σας εκμυστηρευθώ κάτι τις προσωπικό μου [εκ βαθέων, που λέγαμε παλιά]
Λοιπόν, απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου, δύο πάθη με κατακυριεύανε…
Το πάθος της Γνώσης και το πάθος του Έρωτα
Άλλα σφοδρά πάθη δεν έχω.
Δεν χαρτοπαίζω, δεν μαστουρώνομαι, δεν πλακώνομαι στις μάσες και πίνω με μέτρο…
Μοναχά με τα βιβλία είμαι παθιασμένος. Με τα βιβλία και με τη Γυναίκα, που διαφεντεύει την ψυχή μου…
Αφού θυμάμαι τη σχωρεμένη η μάνα μου, που έλεγε απογοητευμένη: εσύ παιδί μου ή βιβλιοπώλης θα γίνεις ή ζιγκολό.
Έγινα βιβλιοπώλης…
Κι όχι μόνον βιβλιοπώλης…
Έχω κάμει όλες του κόσμου τις δουλειές, που περιστρέφονται γύρω από το βιβλίο.
Επιμελητής ύλης, διορθωτής κειμένων, επιμελητής έκδοσης, συγγραφέας,  διευθυντής πωλήσεων, απλός πωλητής, βιβλιοφάγος, βιβλιολάγνος και βιβλιοπώλης.
Αν αυτά τα κωθώνια της καθεστωτικής ελίτ με φτάσουνε να κλείσω το μικρό βιβλιοχαρτοπωλείο μου,  ούτε και ξέρω τι θ απογίνω.
Χωρίς τη μυρωδιά του χαρτιού και χωρίς τη νοσταλγία των διαψευσμένων ηρώων, εγώ χάνω τις ανάσες μου…
Οι καιροί όμως αλλάζουν.
Και στο πεδίο της διάδοσης της γνώσης, τρύπωσε το διαδίκτυο.
Κακά τα ψέματα, αδέρφια μου…
Αν άλλοτε ο έντυπος λόγος, η εφημερίδα, το περιοδικό, το βιβλίο ήσαν οι αποκλειστικοί φορείς των ιδεών, σήμερα μόλις και μετά βίας ανταγωνίζονται το διαδίκτυο. Κι ύστερα από λίγα χρόνια, εδώ μέσα θα γίνεται το χοντρό παιχνίδι των ιδεών. Γύρω από τα πληκτρολόγια και τις οθόνες, ο άνθρωπος θα απλώνει τα όνειρα του, τις ελπίδες του, τη μεγαλωσύνη του ή την κτηνωδία του.
Έτσι είναι η πραγματικότητα.  
Και μπορεί να με πονάει που εμείς οι νοσταλγοί  της ζεστασιάς του παλαιϊκού βιβλιοπωλείου, αρχίζουμε να φαινόμαστε σαν τίποτα δεινόσαυροι, ωστόσο αναγνωρίζω και υποδέχομαι την νέα εποχή.
Στο κάτω-κάτω, έχει και τα καλά της.
Και σας το λέω εγώ, που τα χω γνωρίσει από πρώτο χέρι.
Πρώτ’ απ’ όλα, ως συγγραφέας στο διαδίκτυο, δεν έχεις τη γκρίνια και τον έλεγχο του κάθε μασκαρά εκδότη, που έχεις στο χαρτί.
Και γιατί το είπες έτσι αυτό και γιατί προκαλείς το πόπολο και γιατί θάβεις την αριστερά και γιατί μου διώχνεις τους μεταναστολάγνους και γιατί πας φιρί-φιρί να μας πιάσει ο αντιρατσιστικός νόμος.
Και δώστου να σου κόβουνε παραγράφους και δώστου να σου φυλακίζουνε τη γλώσσα και δώστου έλεγχο και δώστου λογοκρισία….
Ενώ στο διαδίκτυο, είσαι ελεύθερος.
Κι αυτή η ελευθερία είναι σαν να λέμε το αίμα του συγγραφέα.
Του ήπιες την ελευθερία του?
Τον στέγνωσες…
Κι ύστερα, ο διαδικτυακός λόγος είναι προσβάσιμος από όλους. Και τους πιο φτωχούς που δυσκολεύονται να δώκουν το εικοσάρι που πάνω-κάτω στοιχίζει ένα βιβλίο και τους πιο φοβισμένους που διστάζουν να πάνε στον βιβλιοπώλη της γειτονιάς τους και να του ζητήσουν το «Φωτιά και τσεκούρι» του Ευάγελου Αβέρωφ [μην τους πούνε και χρυσαυγίτες] και τις πιο χαμηλοβλεπούσες ,που πολύ θα ήθελαν να διαβάσουν  τις «πενήντα αποχρώσεις του γκρι» και τρέμουν να το παραγγείλουν στο πρακτορείο του χωριού τους…   
Με λίγα λόγια, και για να είμαστε δίκαιοι, το διαδίκτυο είναι ο πιο δημοκρατικός τρόπος διακίνησης ιδεών, στην ιστορία της πολιτισμένης ανθρωπότητας.
Κι έτσι, τ’αποφάσισα να αφήσω πίσω μου τους ενδοιασμούς ενός παραδοσιακού βιβλιολάγνου και να στήσω ένα ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο.
Όπως άφησα πίσω μου τις αγκυλώσεις ενός παραδοσιακού συγγραφέα και το γύρισα στη διαδικτυακή λογοτεχνία…
Δεν λέω βέβαια, ότι το χαρτί θα εκλείψει οριστικά [αν και το e-book] εκτοπίζει όλο και περισσότερο τον έντυπο λόγο, λέω όμως ότι ήδη η ιστορία στρέφεται προς το διαδίκτυο.
Κι αν θες να μετέχεις στο γίγνεσθαι του καιρού σου, πρέπει να μάθεις να μιλάς και τη νέα γλώσσα των καιρών…

Η γοητεία της νοσταλγίας

Η νοσταλγία παράγεται από τον νόστο, που σημαίνει επιστροφή και από το άλγος, που σημαίνει πόνο.
Αν περιοριστούμε λοιπόν στην ετυμολογία της λέξης, θα λέγαμε ότι η νοσταλγία είναι ο «πόνος της επιστροφής».
Ωστόσο σπανίως οι λέξεις μένουν κολλημένες στα αρχικά τους νοήματα. Αντιθέτως, ζώντας κι αυτές μέσα στην εξελισσόμενη ανθρώπινη κοινωνία, γίνονται πλατύτερες σε νοήματα και πλουσιότερες σε διαστάσεις.
Η νοσταλγία, όπως όλοι την έχωμε νιώσει κάποια στιγμή, δεν είναι μοναχά ο πόνος της επιστροφής αλλά μπορεί αντίθετα, να είναι και η ηδονή  της.
Η αβάσταχτη δηλαδή γοητεία του να «γυρίζωμε πίσω», που καμιά φορά είναι τόσο αβάσταχτη, ώστε να γίνεται επώδυνη.
Όπως συχνά συμβαίνει και στην ερωτική ηδονή, που στις ακραίες της καταστάσεις είναι ταυτόχρονα, πόνος και έκσταση…   

1.Η ρωμαντική διάσταση της νοσταλγίας

Η νοσταλγία έχει πολλά κοινά με τον έρωτα.
Ένας από τους πιο ερωτικούς Έλληνες συγγραφείς, έχει αφιερώσει στην ηδονή της νοσταλγίας δύο από το πιο σαγηνευτικά αφηγήματα του, τη «Νοσταλγό» και το «Ολόγυρα στη λίμνη».
Αλλά κι ο μεγάλος Αλεξανδρινός , ζούσε συχνά τον έρωτα, όχι ως πραγματικότητα αλλά ως νοσταλγία. Νοσταλγία, όχι γι αυτό που είχε χαθεί αλλά γι αυτό που εν τέλει δεν είχε βρεθεί…

Το ρωμαντικό κίνημα, ακόμα και αν το δούμε στα στενά ιστορικά του πλαίσια, ως αντίδραση στην τυραννία του κλασικισμού, φαίνεται να βυθίζεται στον νοσταλγικό ερωτισμό του ανέφικτου, του άπιαστου, φτάνοντας ως το ακραίο σημείο, να αρνείται την ίδια την πραγματικότητα του έρωτα, όπως ο ήρωας του Σταντάλ, ο οποίος βιώνει το «μη πραγματοποιήσιμο» του έρωτα, μέσα από τη φυσική ανικανότητα του, για τη γενετήσια πράξη.
Ο γνωστός μας λόρδος Μπάυρον, ένας από τους κορυφαίους του ρωμαντισμού, ερωτεύονταν πάντα χίμαιρες, όπως η περίφημη κόρη των Αθηνών, η οποία [μετά τον θάνατο του] πήγε και παντρεύτηκε έναν πρώην βαρκάρη…

Η ρωμαντική διάσταση της νοσταλγίας, οφείλεται κατά πάσαν πιθανότητα στην ψυχοπαθολογική ιδιομορφία των ρωμαντικών, να εξιδανικεύουν το αντικείμενο του πόθου τους [ή της λατρείας τους]
Έτσι εξιδανικεύουν το παρελθόν, με το ίδιο πείσμα που εξιδανίκευε την Δουλτσινέα ο Δον Κιχώτης, ακριβώς επειδή κάθε τι που έχει παρέλθει, δεν μπορεί να υπάρξει ως πραγματικότητα, ώστε να διαλύσει τη φαντασίωση της πραγματικότητας.
Ο πιο διάσημος στίχος της οπερέτας του Βαπτιστικού, μιλάει για «τον παλιό εκείνο τον καιρό», που στα μάτια των ρωμαντικών, ήταν πάντα πιο αγνός, πιο γοητευτικός, πιο ειλικρινής, πιο τίμιος, πιο όμορφος, από τον δικό τους τον «καιρό», ασχέτως αν στον παλιό εκείνο τον καιρό δεν υπήρχε ούτε τρεχούμενο νερό και οι σαγηνευτικές «κόρες με τα κρινολίνα» έπλεναν τα πόδια τους μια φορά το δίμηνο…

Η νοσταλγία ως ρωμαντική φαντασίωση, γεννιέται από την ανάγκη του ανθρώπινου όντος να αντέξει το βάρος της ύπαρξης, αφαιρώντας της το πιο ουσιαστικό της στοιχείο, τον Χρόνο, ο οποίος δυστυχώς, σφραγίζει την παρουσία του στη ζωή, μέσω του θανάτου
Η ρωμαντική «επιστροφή προς τα πίσω» αποκλείει τη διάσταση του Χρόνου, προβάλλοντας τα πρόσωπα, τις πράξεις τους και τις προθέσεις τους σε ένα άχρονο περιβάλλον, από το οποίο αφαιρούνται όλα εκείνα τα στοιχεία που το ορίζουν μέσα στην χρονική/ιστορική του διάσταση.   

Οι απόλυτοι [και πάντα μονογαμικοί έρωτες] της ρωμαντικής όπερας, βιώνουν τα μεγαλειώδη πάθη τους, σε ένα εικονικό κουτί, το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί και να  τοποθετηθεί σε οποιονδήποτε αιώνα και σε οποιαδήποτε περιοχή του κόσμου.
Οι πρώτες παραστάσεις της Αϊντας, που η δράση της υποτίθεται ότι εξελίσσεται στην Αίγυπτο των Φαραώ, έγιναν με λαμπρές φορεσιές που παρέπεμπαν σε Μαρία Αντουανέτα, ενώ μια σύγχρονη εκδοχή της Κάρμεν, μπορεί να ανέβει με ενδυματολογικό στυλ  West Side Story,  χωρίς να πέσουν λεμονόκουπες…
 
Η νοσταλγία, ως άλγος της επιστροφής, μπορεί να μετουσιωθεί σε ηδονή της επιστροφής, αν βιωθεί ως εξιδανίκευση του «παρελθόντος», ώστε να λειτουργήσει καταπραϋντικά, μπροστά στο άγχος του θανάτου και στον τρόμο του κενού.
Είμαστε ρωμαντικοί, τόσο στον έρωτα, όσο και στη νοσταλγία, επειδή ενδεχομένως δεν αντέχουμε το βάρος να ερωτευθούμε πραγματικά ή να γυρίσουμε το βλέμμα μας πίσω και να κοιτάξουμε κατάματα τον εαυτό μας, ως τέτοιον που ήτανε και όχι ως τέτοιον που θα θέλαμε να ήταν.

2.Η υπερ-ρεαλιστική διάσταση της νοσταλγίας

Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, ο ρωμαντισμός είναι μια επιδημική ασθένεια που μπορεί κατά διαστήματα να προσβάλλει πάρα πολλούς αλλά πάντα κάποιοι θα της  ξεφεύγουν.
Η γοητεία που ασκεί πάνω μας η νοσταλγία δεν οφείλεται ντε και καλά σε μια ρωμαντική εξιδανίκευση του παρελθόντος, όπως και ο έρωτας, μπορεί να είναι απόλυτος χωρίς να του είναι απαραίτητη η φαντασιωτική κατασκευή μιας Δουλτσινέας.

Στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» ο Προυστ εισάγει μια εντελώς νέα οπτική των πραγμάτων, αναζητώντας την αλήθεια της ίδιας του της ζωής, μέσα από ένα ταξίδι στο δικό του παρελθόν.
Το  «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι η άλλη όψη της «Οδύσσειας», όπως το γιν είναι η άλλη όψη του γιανγκ.
Ο Οδυσσέας του Ομήρου βιώνει μια περιπλάνηση σε ευθεία γραμμή προς τα εμπρός, αν και το «τέχνασμα» της αφήγησης στηρίζεται σε ένα διαρκές «φλας μπακ», μέσω της Τηλεμάχειας ή της επαναφοράς της μνήμης του ήρωα, στο παλάτι των Φαιάκων.
Το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» είναι μια περιπλάνηση σε ευθεία γραμμή προς τα πίσω, αν και το «τέχνασμα» της αφήγησης την κάμει να φαίνεται ως ευθεία αφήγηση προς τα εμπρός.
Αυτές οι ανατροπές του χρόνου τόσο στον Όμηρο, όσο και στον Προυστ, είναι απαραίτητες για να διαφοριστεί ο «βιωμένος χρόνος» του ανθρώπου, από τον ωρολογιακό χρόνο της φυσικής πραγματικότητας.
Και οι δυο αυτές εποποιίες της υπαρξιακής περιπλάνησης, καταλήγουν στην αποκάλυψη της α-λήθειας του ήρωα, ο οποίος όμως δεν βιώνει στατικά τους επαναπροσδιορισμούς της ζωής του και τις επαναδιαπραγματεύσεις των βεβαιοτήτων του. Αντιθέτως μέσα από τις διαψεύσεις, τις ανατροπές και το άλγος της επιστροφής, εξελίσσεται και αλλάζει ο ίδιος.

Ο Οδυσσέας φεύγει από την Ιθάκη ως βασιλιάς και επιστρέφει ως επαίτης, έχοντας εξαργυρώσει τα πάθη του με την ανακάλυψη του μονοπατιού της αυτογνωσίας.
Ο Μαρσέλ Προύστ ξεκινάει το ταξίδι του προς τα πίσω, ως επαίτης της γνώσης του ίδιου του, του εαυτού και φτάνει στο τέρμα της διαδρομής του, για να ξαναγεννηθεί ως βασιλιάς του κατακτημένου Χρόνου.
Ο Όμηρος αρχίζει την αφήγηση του κάμοντας λόγο για τον άνθρωπο που γνώρισε άστεα πολλά και διδάχτηκε από τις γνώσεις των άλλων ανθρώπων, ο Προύστ ξεκινάει την αφήγηση του, από τον άνθρωπο που «για χρόνια κοιμότανε νωρίς» αφήνοντας αναξιοποίητη την οδύνη [ή την ηδονή] της εμπειρίας, όντας ο ίδιος πρωταγωνιστής σε  ια διαρκή πρόβα θανάτου [ο ύπνος ως θάνατος…]
Και ο Προυστ και ο Όμηρος οραματίζονται ένα «νόστιμον ήμαρ» [η ημέρα της επιστροφής] όπου ο Χρόνος θα έχει επενεργήσει απάνω τους ως κολυμπήθρα, για μιαν ανα-γέννηση.

Η φύση της νοσταλγίας στην «Οδύσσεια» και στο «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» δεν έχει τίποτα να κάμει με τη ρωμαντική ασθένεια της εξιδανίκευσης.
Εδώ αναδύεται μια άλλη διάσταση της νοσταλγίας, που όχι μόνο δεν απορρίπτει τη χρονικότητα του παρελθόντος αλλά αντίθετα επιδιώκει να την ανα-πλάσει και να την επανα-προσδιορίσει στις πραγματικές της διαστάσεις.
Η Οντέτ ντε Κρεσύ, όπως και η Κίρκη, είναι μάγισσες, που η μαγική τους δύναμη οφείλεται προπαντός στο πως τις φαντασιώνεται ο ήρωας.
Τόσο ο Οδυσσέας, όσο και ο Σουάν, πρέπει να υπερβούν τον ίδιο τους τον εαυτό, τις ίδιες τους τις φαντασιώσεις, για να ελευθερωθούν από τα σαγηνευτικά δεσμά τους. Ο Χρόνος, που εξορίζεται από το ρωμαντικό παρελθόν για να μην διαλύσει τη μαγεία της φαντασίωσης, εδώ  επαν-εισάγεται στο παρελθόν, για να διαλύσει ακριβώς τη μαγεία που ίσως και να μην διέθετε ποτέ.
Ο Οδυσσέας θα μάθει καλά τι σημαίνει να είσαι βασιλιάς σκοτώνοντας τους μνηστήρες που είχαν παραβιάσει [λαθραία] τον κόσμο του, σε αντίθεση με έναν ρωμαντικό ήρωα, που θα σκότωνε τον εαυτό του, για να προστατεύσει τη φαντασίωση του κόσμου του [όπως οι ωραίοι αυτόχειρες της ελληνικής ρωμαντικής λογοτεχνίας]

Η γοητεία της «επιστροφής προς τα πίσω» στηρίζεται εδώ στην επιστροφή προς την «χαμένη πραγματικότητα» και στην αποκάλυψη ενός διαφορετικού μονοπατιού, μιας και το προηγούμενο που πήραμε ήταν λάθος.
Αυτή η επιστροφή προς τα πίσω, δεν είναι πραγματικότητα με την έννοια της καθημερινότητας αλλά υπερ-πραγματικότητα με τη σημασία που της απέδωσαν οι νεωτερικοί στοχαστές: δηλαδή μια καταβύθιση στον πυρήνα της ύπαρξης, ώστε να νοηματοδοτηθεί η ύπαρξη.

Η γοητεία που ασκεί απάνω μας η νοσταλγία, όταν τη βιώνουμε ως υπερ-πραγματικότητα και όχι ως ρωμαντική εξιδανίκευση, είναι εξίσου ζωογόνα με τον Έρωτα που στηρίζεται σε μια διάνοιξη του Εγώ προς τον άλλον, αντί να περιορίζεται σε μια απόρριψη του οτιδήποτε θα χάλαγε τη φαντασιακή όψη του αντι-κειμένου που διαλέξαμε αυθαίρετα, μόνο και μόνο επειδή «έπρεπε να ερωτευθούμε»
Η νοσταλγία [και ο έρωτας] ως ρωμαντισμός τυφλώνουν.
Η νοσταλγία [και ο έρωτας] ως υπερ-πραγματικότητα, ανοίγουν, τόσο τα μάτια του προσώπου μας, όσο και τα μάτια της συνείδησης μας.

3.Η λυτρωτική διάσταση της νοσταλγίας

Κάντε ένα πείραμα στον εαυτό σας. Δοκιμάστε να «γυρίσετε πίσω» σε μια πολύ παλιά και λησμονημένη εποχή της ζωής σας κι όχι απαραίτητα στην παιδική σας ηλικία. Κι ύστερα αρχίστε να επενδύετε τις νοσταλγικές σας εικόνες με εντελώς πραγματικά στοιχεία εκείνης της περιόδου [παραδείγματος χάριν, τι ρούχα σας άρεσε να φοράτε, τις μυρωδιές των φαγητών στην κουζίνα, τις μουσικές που έπαιζαν νυσταλέα σε κάποιο ραδιόφωνο…]
Θα διαπιστώσετε πως όσο πιο επίμονα ανασκάβετε τη μνήμη σας, τόσο περισσότερες λεπτομέρειες θα σας ξανάρχονται στον νου, σε βαθμό ίσως που να σας ξενίσει, το πόσα θυμόμαστε αλλά και το πόσα έχουμε καταχωνιάσει στις αποθήκες του ασύνειδου μας.
Η επαν-ανακάλυψη αυτή των σημαδιών του Χρόνου στην ίδια σας τη ζωή, ενός Χρόνου που σε ανθρώπινο επίπεδο συνειδητοποιείται μέσα από όλα αυτά τα καθημερινά πράγματα [γεύσεις, μυρωδιές, ξεχασμένα λόγια, παλιά χρώματα κ.ο.κ.] μπορεί να ενεργοποιήσει τον πόνο της νοσταλγίας αλλά πολύ πιθανόν να ενεργοποιήσει και τη γοητεία της.
Κι όσο πιο πολύ εμπλουτίζετε τη νοσταλγία με πραγματικά ίχνη του χρόνου, τόσο πιο ηδονική μπορεί να γίνει αυτή η περιπλάνηση προς τα πίσω…

Η τεχνική της ψυχανάλυσης λειτουργεί με παρόμοιο τρόπο, επαν-ανακαλύπτοντας τα ίχνη της ζωής μας σε ένα υπερπραγματικό πεδίο, με στόχο να ανα-βιώσουμε τον πονο ενός τραυματικού περιστατικού, φωτίζοντας το όμως πια με την εμπειρία που αποκτήσαμε ως ενήλικες.

Η ψυχανάλυση λειτουργεί λυτρωτικά αν και εφόσον ο ψυχαναλυόμενος έχει τη δύναμη να γυρίσει πισω και να κοιτάξει κατάματα το παρελθόν του, αντί να το εξιδανικεύσει ή να το απωθήσει.  
Γι αυτό και η ίδια η διαδικασία του «ντιβανιού» είναι ταυτόχρονα επώδυνη αλλά και γοητευτική, σε σημείο που σχεδόν όλοι οι θεραπευόμενοι ερωτεύονται και ταυτόχρονα μισούν τον θεραπευτή τους [αν δεν συμβεί μια τέτοια «μεταβίβαση» απλώς θα πρέπει να αλλάξουν θεραπευτή]
Η λυτρωτική διάσταση της ψυχανάλυσης εμφανίζεται κάπου στο πέρας του ταξιδιού και αφού πλέον ο θεραπευόμενος έχει διανύσει όλη την απόσταση,  που χωρίζει το βίωμα από τη διαύγαση του βιώματος.

Η λυτρωτική διάσταση της νοσταλγίας δεν εμφανίζεται φυσικά προγραμματισμένα, σε μια εκ των προτέρων οργανωμένη διαδικασία «επιστροφής» όπως είναι η ψυχανάλυση. Μπορεί όμως να ξεπεταχτεί απροσδόκητα, όταν πια έχωμε μυηθεί στο να «ξύνουμε» τις παλιές πληγές, αντί να τις επικαλύπτουμε με ένα πέπλο «ιδανικών στιγμών» που στην ουσία τις κάμει αόρατες, χωρίς όμως να τις εξαφανίζει.
Γι’ αυτό και είναι απαραίτητο να περάσουμε πρώτα από τον πόνο της επιστροφής, ώστε να φτάσουμε κάποτε [αν φτάσουμε] στη λυτρωτική γοητεία της νοσταλγίας.

Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα που θεωρούνται από τις μάζες ως κορυφαία έκφραση του «μεγάλου Έρωτα» στην ουσία είναι μια άρνηση του έρωτα, που δεν πρόλαβε καν να μπει στη βάσανο της πραγματικότητας.
Θα αγαπούσα έναν Ρωμαίο και μιαν Ιουλιέτα,  που ξεγέλασαν τους Μοντέγους και τους Καπουλέτους, φεύγοντας για να παντρευτούν κάπου αλλού και μετά από  πολλά-πολλά χρόνια και πολλές-πολλές περιπέτειες και αφού πια «είδαν άστεα πολλά και γνώρισαν τον νου τους» να γυρνάνε πίσω οι δυο τους, τον υπέροχο και επίπονο δρόμο της αγάπης, χωρίς να του αφαιρέσουν ούτε μια τόση δα αγκίδα, από τα αγκάθια που κρύβει στο δρόμο του…

Ο Ίρβιν Γιάλομ αφηγείται μια εκπληκτική ιστορία, που του την αφηγήθηκε μια θεραπευόμενη του και που εδώ, θα την αναπλάσω σε ελεύθερη διασκευή.
«Όταν ήμουν παιδί, έλεγε αυτή η γυναίκα, συνηθίζαμε να πηγαίνουμε με τον πατέρα μου, επίσκεψη στην εξοχική κατοικία της αδερφής του… Για τον πατέρα μου αυτές οι τακτικές επισκέψεις ήταν πάντα πηγή χαράς, σε αντίθεση με μένα, που μου την έσπαγε κάθε φορά που ήμουν αναγκασμένη να επισκεφθώ τη θεία μου. Προς το τέλος της διαδρομής και ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο, μου έσπαγε τα νεύρα λέγοντας μου διαρκώς να κοιτάζω έξω για να δω τις σειρές από ζουμπούλια και μαργαρίτες, που είχε φυτέψει η αδερφή του, στις άκριες του δρόμου και που τα φρόντιζε μοναχή της χωρίς καμιά βοήθεια από τον δήμο αλλά εγώ αρνιόμουνα πεισματικά, γιατί μια-δυο φορές που είχα γυρίσει να κοιτάξω, δεν έβλεπα παρά κάτι μαραμένες πικροδάφνες και ένα βρώμικο χαντάκι.
Τα απέδιδα όλα στην εμμονιακή αγάπη του πατέρα μου για την αδερφή του, που τσάντιζε και τη μάνα μου και εμένα. Άλλωστε ποτέ δεν τα πήγαινε καλά μαζί του και μέχρι που πέθανε είχα φροντίσει να κρατάω απέναντι του μια ευγενική αλλά πάντως τυπική στάση.
Κάτι που μου βάρενε πάντοτε τη συνείδηση…
Πριν από λίγο καιρό και μετά 10 χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου, δεν ξέρω γιατί αλλά αποφάσισα να ξανακάμω εκείνη τη διαδρομή προς το σπίτι της θείας μου, η οποία ζει ακόμα…
Πραγματικά απορούσα με τον εαυτό μου, πως με είχε πιάσει μια τέτοια νοσταλγία, αφού όποτε με πήγαινε ο πατέρας μου εγώ δυσανασχετούσα. Εν πάση περιπτώσει υπάκουσα στη γοητεία της νοσταλγίας μου και πήρα το αυτοκίνητο μου για να πάω να την ξαναδώ.
Φτάνοντας σχεδόν στο τέλος της διαδρομής ανακάλυψα κάτι εκπληκτικό που κυριολεκτικά με αναστάτωσε.
Πραγματικά υπήρχαν σειρές από υπέροχα ζουμπούλια και μαργαρίτες, που έδιναν στον μικρό χωματόδρομο μια όψη παραμυθιού. Το γεγονός ότι εγώ ποτέ μου δεν τα είδα ήταν επειδή κοιτούσα στην άλλη πλευρά του δρόμου, από εκείνην που κοιτούσε ο πατέρας μου.
Κατάφερα να την δω, όταν κάθισα πλέον εγώ στη θέση του οδηγού…»     

Η νοσταλγία μπορεί να κουβαλάει μέσα της βαρύ πόνο, ωστόσο έχει τη δύναμη να μας αποκαλύπτει κάποιες στιγμές, εκείνες τις όψεις της ζωής που τη ζήσαμε μεν, αλλά που ποτέ ως τότε. δεν είχε τύχει να την κοιτάξουμε από μιαν άλλη πλευρά.
Κι εξαιτίας αυτής της νέας όψης των πραγμάτων που ολοκληρώνει την όψη του κόσμου μας, είναι που λυτρωνόμαστε από το άλγος εκείνων που πέρασαν μπροστά από τα μάτια μας, αλλά που ποτέ δεν πέρασαν μέσα από τα μάτια της ψυχής μας…  


Σημείωση του συγγραφέα: 

Μερικες λεξεις του κειμενου, οπως το "ρωμαντικος" ειναι 
επιτηδες γραμμενες ετσι, για να φανερωσουν την ετυμολογια τους...
[ρωμαντικος - απο το romance, το οποιο προερχεται απο το ρωμαϊκό...]







Εμφάνιση Η γοητεία της νοσταλγίας.docx.

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg