Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Λογοτεχνικά κείμενα: Εικόνες από έναν έρωτα





Του συνεργάτη μας-Συγγραφέα
Λευτέρη Πανούση 



"Για πάντα..."

Απέξω από το μαγαζί μου, βρίσκεται ένας κάδος ανακύκλωσης,.
Συχνά – πυκνά, ανακαλύπτω εκεί μέσα πεταμένα βιβλία, παλιά χειρόγραφα, μαθητικές σημειώσεις και, καμιά φορά, συνταγές μαγειρικής.
Προχτές, ανακάλυψα μια στοίβα παλαιά λευκώματα, γεμάτα φωτογραφίες. Μάλλον τα είχανε πετάξει στον κάδο της ανακύκλωσης, οι κληρονόμοι ενός θανάτου

Τα πιο πολλά ήσαν οικογενειακά λευκώματα, που αφηγούνταν με τον τρόπο τους, μια μακρά πορεία μέσα στον κόσμο.
Γονείς, θείοι, αδέρφια, ένας γάμος, μερικές ωραίες στιγμές…
Όλα αυτά που μας αποτελούν και που κάποια στιγμή, εκείνοι που θα έρθουν μετά από εμάς, θα τα πετάξουνε στα σκουπίδια…  

Ήμουνα έτοιμος να τα βάνω φωτιά να τα κάψω, γιατί φρονώ πως αυτό είναι κάτι τις πιο έντιμο, από το να ανακυκλωθούν οι μνήμες ενός ανθρώπου και να μετατραπούν σε χαρτί υγείας.
Αλλά με παραξένεψε το λουκέτο.
Ένα από αυτά τα λευκώματα, ήτανε κλειστό με λουκέτο, το οποίο προφανώς οι κληρονόμοι δεν γνοιάστηκαν να ανοίξουν.
Κι επιπλέον υπήρχε μια φράση γραμμένη με τρεμάμενο χέρι απάνω στο ξεθωριασμένο εξώφυλλο του λευκώματος:
«Για πάντα…»

‘Εσπασα το σκουριασμένο λουκέτο και βάλθηκα να λαθροκοιτάζω τις ξεθωριασμένες φωτογραφίες .
Ήταν η ιστορία ενός έρωτα.
Που η άγνωστη ιδιοκτήτρια του λευκώματος, είχε σημαδέψει με εκείνη τη σπαρακτική φράση…
«Για πάντα!»

Για πάντα?

 


1.Η ανθισμένη βάρκα

Μην με ρωτάτε να σας πω το αληθινό όνομα της γυναίκας, που έγραφε άλλοτε, με μπορντώ μελάνη δίπλα στις προσεκτικά κολλημένες φωτογραφίες του λευκώματος.
Δεν το γνωρίζω.
Δεν το αναφέρει πουθενά.
Μπορώ όμως να εικάσω, ότι θα την έλεγαν Βερενίκη…
Δεν είμαι βέβαιος,
Εκείνο όμως που γνωρίζω ήταν το όνομα του αγαπημένου της.
Το καταγράφει αρχή-αρχή, στο περιθώριο μιας σχεδόν ξεθωριασμένης φωτογραφίας, όπου εικονίζεται  μια σαπισμένη βάρκα.
Οι σημειώσεις της, σχετικά με τη φωτογραφία της σαπισμένης βάρκας,  πιάνουν κοντά τρεις σελίδες και θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελούν ένα μικρό, ερωτικό αφήγημα…

Από το λεύκωμα της Βερενίκης – Η ανθισμένη βάρκα

Πήγα μετά από πολλά-πολλά χρόνια, στην ίδια απόμερη παραλία όπου είχαμε γνωριστεί με τον Ανδρέα.
Από μέσα μου, παρακαλούσα να μην βρω τίποτα, που να μου θυμίζει εκείνες τις πρώτες στιγμές, αλλά , όλα ήσαν εκεί και προπαντός, ήταν εκεί η σαπισμένη βάρκα – η δικιά μας η βάρκα.
Έχουνε περάσει από τότε σαράντα ένα χρόνια: Αύγουστος του 1973.

Έψαχνα να βρω καμιά ερημική παραλία αλλά όλες οι προσβάσιμες παραλίες του νησιού ήσαντε γεμάτες ξαπλώστρες και μπρατσαράδες σερβιτόρους, που  σου την πέφτουνε να πάρεις καφέ και μετά σου την ξαναπέφτουνε να πάρεις πίτσα και μετά πάλι καφε...
Άσε που σε κοιτάνε σαν να σου λένε: «οκεϋ, μωρό μου, το ξέρω ότι με θες αλλά για σήμερα είμαι κλεισμένος… θα σε βάνω στην αναμονή και μετά από καμιά δεκαριά μέρες, βλέπουμε…
Εντάξει, εγώ γουστάρω τη θάλασσα να είναι παρθένα και τους άντρες να συμπεριφέρονται σαν τους πρωτόπλαστους.

Κι έβαλα λοιπόν μπροστά να ψάχνω με το νοικιασμένο μου ποδήλατο καμιά απομακρυσμένη παραλία, ώστε να βλέπουν την κορμάρα μου μόνο οι αστερίες, που είμαι βέβαιη ότι, αν μπορούσαν να καμακώσουν λουόμενες, θα το έκαναν με πολύ πιο σικ τρόπο από τους μπρατσαράδες στις πλαζ με τις ξαπλώστρες.
 Ανακάλυψα λοιπόν την λεγόμενη «ακτή της καλογριάς», που δεν ξέρω τώρα αν πραγματικά την ονομάσανε έτσι επειδή πήγαινε και βούταγε στα νερά της καμιά καλόγρια αλλά μα τω Χριστώ, αν υπήρχε κολυμβήτρια καλόγρια, δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο μέρος από αυτό.
Η παραλία αυτή είναι στην ουσία ένα μικρό κομμάτι κατάλευκης αμμουδιάς, ανάμεσα σε δυο γιγάντιους βράχους, που στέκουνε δεξιά και αριστερά της σαν πέτρινοι σωματοφύλακες.
Για να φτάσεις εκεί, πρέπει να ακολουθήσεις ένα στενό μονοπάτι, σχεδόν εξαφανισμένο ανάμεσα σε θεόρατα σχίνα και θάμνους κι ύστερα να κατέβεις καμιά δεκαριά μέτρα από μια σχοινόσκαλα, που την βλέπεις και παθαίνεις ζαμπλαμά.
Αλλά η πρόκληση, έτσι όπως αστράφτουν τα νερά κάτω από τα ζαλισμένα μάτια σου, είναι απίστευτη. Μιλάμε δηλαδή για ένα θαυματάκι της φύσεως, για μια συνομωσία των αλλοτινών θεών της θάλασσας, που σκάλισαν αυτό το αμμουδερό αριστούργημα, μέσα στους απόκρημνους βράχους.

Δεν είμαι η γυναίκα που αντιστέκεται σε τέτοιου είδους πειρασμούς, οπότε φορτώθηκα το σακίδιο μου στην πλάτη και βάλθηκα να παριστάνω τον λοκατζή, κατεβαίνοντας τη σχοινόσκαλα. Το μόνο που με παρηγορούσε ήταν αυτό που είχα ακούσει από τη Μάγια, η οποία είναι αναριχίτρια και πεζοπόρα  και έτσι, ότι το κατέβασμα με σχοινόσκαλες, είναι πολύ πιο δύσκολο από ότι το ανέβασμα. 
Άρα, αν τα κατάφερνα να κατέβω στην παραλία, δεν θα είχα τον φόβο μην και ξεμείνω εκεί για πάντα…

Το πρώτο πράγμα που πήρε το μάτι μου, όταν επιτέλους πάτησα γη, ήταν μια ξύλινη βάρκα, που σάπιζε τραβηγμένη έξω στην αμμουδιά, ποιος ξέρει πριν από πόσα χρόνια.
Το δεύτερο πράγμα που πρόσεξα ήταν ότι η ακτή της μοναχής είχε μετατραπεί σε  παραλία γυμνιστών.
Ξεκαθαρίζω εδώ, για όποιον/αν μπορεί στο μακρινό μέλλον να βρει και να διαβάσει αυτό το λεύκωμα, ότι δεν είμαι καμία θεούσα, ούτε ντρέπομαι για την πανθομολογουμένως σπαθάτη κορμάρα μου μου, ούτε θεωρώ κακό πράγμα, την απεικόνιση του γυμνού ανθρώπινου κορμιού, ανδρικού ή γυναικείου.
Αλλά δεν γουστάρω να βγάζω φόρα παρτίδα τα απόκρυφα μου σε δημόσια θέα και μάλιστα ντάλα μεσημέρι, με το φως να λούζει την Πλάση.
Κι αυτό, όχι από σεμνοτυφία, αλλά επειδή πιστεύω ότι το σώμα μου [όπως και το κάθε σώμα] έχει μια ιερότητα, που θα έπρεπε να αφιερώνεται μόνο σε κάποιους πολύ συγκεκριμένους ανθρώπους, που θα επιλέξω αυστηρά εγώ. Δεν είμαι ρε παιδί μου, κρέας στο τσιγκέλι να με παίρνει μάτι ο οποιοσδήποτε και ακόμα περισσότερο, δεν γουστάρω να δείχνω το αποτέτοιο μου, παρά μόνον σ’ εκείνον που δεν θα το βλέπει μοναχά ως αποτέτοιο [αν καταλαβαίνετε τι εννοώ…]

Να μην τα πολυλογώ, την πάτησα. Και τώρα έπρεπε ή να ξεβρακωθώ τελείως ή να γυρίσω όπως ήμουνα και να ανέβω καπάκι την ανεμόσκαλα, ενώ οι ώμοι μου ήδη πονούσαν από την προσπάθεια για να την κατέβω.
Και στο μεταξύ, οι πάντες γύρω μου κυκλοφορούσαν με τα παπάρια τους να πλαταγίζουν σαν κρεμαστά κουδουνάκια, άρα ζήτημα να μείνω εγώ μόνη με το μαγιό δεν έμπαινε. Και θα χανε και δίκιο να με στραβοκοιτάζουν.
Κυρία μου, σου λέει ο ξεβράκωτος, εμείς εδώ τα βγάζουμε όλα. ‘Αμα δεν γουστάρεις εσύ τα τοπικά έθιμα, τράβα στις χίλιες και μία από τις άλλες παραλίες του νησιού και κάμε μπάνιο με το μισοφόρι, που λέει ο λόγος.
Ορθόν!

Κι εκεί λοιπόν που ‘τοιμαζόμουνα να ανέβω την ανεμόσκαλα, παίρνει το μάτι μου τον Ανδρέα.
Ο οποίος Ανδρέας είχε κρυφτεί πίσω από τη σαπισμένη βάρκα, σε μια κούρμπα που έκαμε ο βράχος και που τον προστάτευε από κάθε γυμνιστικό μάτι.
Κι ο άνθρωπος φορούσε κανονικότατα το μαγιό του.
Τον είδα, με είδε και σκάσαμε κι οι δυο στα γέλια. Διότι ευθύς κατανόησε το πρόβλημα μου, που φυσικά  ήταν και δικό του πρόβλημα.
- Ελάτε εδώ, μου φώναξε, με κείνη τη σχεδόν παιδιάστικη φωνή του, που φέρνει ακόμα στο νου μου εικόνες από σκανταλιές και αθωότητα…
Και το’ χω καταλάβει πια στη ζωή μου, ότι η φωνή είναι το πρώτο πράγμα που αρχίζει να γερνάει στους ανθρώπους, εξόν από εκείνους που είναι φτιαγμένοι από ήλιο κι από όνειρο και που δεν πρόκειται να γεράσουν ποτέ.
Σαν τον Ανδρέα…

Τότε όμως ήμουνα πολύ νέα ακόμα για να έχω εμπειρίες από το πώς γερνάνε οι άνθρωποι. Ήμουν όμως αρκετά έμπειρη για να γνωρίζω το τι ακριβώς σήμαινε εκείνο το σφίξιμο στην κοιλιά και αυτή η παραζάλη του βλέμματος, που ενώ εστιάζεται σε ένα άγνωστο πρόσωπο, απλώνεται πολύ πιο μακριά από τα χαρακτηριστικά του και πάει πίσω στα μεγάλα ταξίδια τους και στους ωκεανούς που περιπλανήθηκε, προτού η άτιμη η μοίρα το φέρει μπροστά σου.        
Και συλλογιέμαι τώρα, ότι αυτό που λέμε καμιά φορά, όταν νιώθουμε το άγγιγμα του έρωτα, έτσι στα ξαφνικά [αν και δεν ξέρω πως θα μπορούσε να συμβεί προγραμματισμένα] ότι δηλαδή ένιωσα σαν να τον γνώριζα από τους καιρούς προτού να γεννηθούμε, κρύβει μέσα του μεγάλη αλήθεια.
Δεν είναι η οικειότητα ενός προσώπου ή μιας φωνής, που μπορεί στο κάτω-κάτω να σου θυμίζει και κάτι αγαπημένο από το παρελθόν σου.
Όχι!
Είναι η βεβαιότητα ότι μέσα σε τούτον εδώ τον απέραντο κόσμο, όπου χάνει ή μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, έρχεται νταπ, ένας Ανδρέας και αισθάνεσαι αίφνης ότι δεν είσαι μοναχή σου!
Το πώς και το γιατί, δεν είμαι εγώ η αρμόδια να το ερμηνεύσω κι ούτε έχω σκοπό να γράψω εδώ κανένα ερωτικό μυθιστόρημα. Εγώ περιγράφω ακριβώς τι ένιωσα τότε, πλάι στη σαπισμένη βάρκα και τίποτα παραπέρα. Τα υπόλοιπα τα αφήνω στους συγγραφείς και στους ποιητές των ερώτων.

- Ελάτε να καθίσετε εδώ, μου είπε λοιπόν τότε ο Ανδρέας.
 Και μου έδειξε την κούρμπα του βράχου, όπου υπήρχε πράγματι χώρος για δύο άτομα και που επιπλέον μας έκρυβε εμάς από τους ξεβράκωτους και έκρυβε κι αυτούς από εμάς, που δεν είχαμε καμία όρεξη να βλέπουμε μαστάρια και παπάρια να περιφέρονται μπροστά στις μύτες μας, σαν να ήντουσαν μπαλάκια του μπιλιάρδου…
- Δεν είστε γυμνιστής, ναι?
- Όχι… Κι ούτε σκοπεύω να γίνω… Και για να πω τη μαύρη αλήθεια μου, δεν είχα ιδέα ότι εδώ είναι πλαζ γυμνιστών. Το κατάλαβα αφού κατέβηκα…
- Κι εγώ το ίδιο, μουρμούρισα
- Εντάξει, έχουμε δικαίωμα και στο λάθος… Εδώ, ούτε τους ενοχλούμε, ούτε μας ενοχλούν..

Άπλωσα την πετσέτα μου και την αρωματισμένη μου ψάθα, πολύ-πολύ κοντά στη δικιά του και μετά ξεκούμπωσα τη φούστα μου.
Πρόσεξα, ένα ελαφρό κοκκίνισμα στα μάγουλα του, ενόσω έβγαζα τα ρούχα μου για να μείνω με το μαγιώ μου. Κι όχι μόνον αυτό αλλά όταν κατέβαζα, τη φούστα, γύρισε διακριτικά το κεφάλι, για να μην αισθάνομαι ότι με παίρνει μάτι.
Ε, λοιπόν, τώρα πια είμαι εις θέσιν να δηλώσω, ότι το καλύτερο κριτήριο για να κρίνει μια γυναίκα, την ποιότητα ενός άντρα, είναι αυτή η ενστικτώδης συστολή απέναντι στην γύμνια της.
Άμα δείτε άντρα να σας κοιτάζει την ώρα που ξεβρακώνεστε, σαν να βλέπει τη θεια του να σερβίρει τα μακαρόνια, να μην του έχετε καμία εμπιστοσύνη. Όχι επειδή τάχα μου είναι πολύ εξοικειωμένος με τα θηλυκά και δεν του κάνει εντύπωση [έχω δει εξαιρετικά έμπειρους άντρες να κοκκινίζουν σαν μικρά παιδιά, όταν τυγχάνει να τους γδύνεται μια άγνωστη γυναίκα] αλλά ακριβώς επειδή δεν έχει χαθεί εντελώς από μέσα του αυτή η αίσθηση του Ιερού, που αποτελεί και την κύρια προϋπόθεση ενός αληθινού Έρωτα.
Για να μην τα πολυλογώ, ξάπλωσα άνετα σχεδόν πλάι του κι αφού δέχτηκα το τσιγάρο που με κέρασε, βρήκα την τόλμη να του το πετάξω
- Καμιά φορά ξέρετε, τα λάθη μας αποδεικνύονται οι πιο σοφές μας ενέργειες…

Έτσι ξεκίνησαν όλα.
Και να συμπληρώσω εδώ και κάτι ακόμα…
Τώρα που λίγες ημέρες μετά τον θάνατο του, ξαναήρθα μοναχή μου σ’ αυτήν εδώ την παραλία, διαπίστωσα κατάπληκτη ότι ο τόπος γύρω από τη σαπισμένη βάρκα, έχει γεμίσει άνθη.
Κυκλάμινα, ανεμώνες και μικρά κρινάκια, την τυλίγουν ολόκληρη, σαν μια πολύχρωμη όαση που ξεπροβάλλει αναίτια μέσα από την άνυδρη άμμο. Ένας κόσμος χρωμάτων, στη ρίζα του απόκρημνου βράχου.
Δεν ξέρω πως και γιατί συνέβη αυτό. Τότε που είχαμε πρωτοβρεθεί εδώ με τον Ανδρέα, δεν υπήρχε ούτε ένα αγριόχορτο. Ο βράχος ήταν κατάξερος και η αρμύρα έσταζε από τα σάπια ξυλάρμενα της βάρκας.
Ρώτησα και κανα-δυο ντόπιους στον καφενέ της πολίχνης αλλά κι αυτοί δεν ξέρανε να μου πουν. Φαίνεται πως ο τόπος λουλούδιασε, έτσι στα ξαφνικά, πριν από μερικά χρόνια. Μάλιστα, τώρα πια δεν την αποκαλούν η ακτή της καλόγριας, αλλά «η αμμουδιά της ανθισμένης βάρκας…»


2.Τα μεγάλα ταξίδια του
 


 

Από το λεύκωμα της Βερενίκης – Η Γη του Πυρός

Το μεγάλο πάθος του Ανδρέα [εξόν από μένα, φυσικά…] ήταν τα ταξίδια.
Ακόμα και τότε που πρωτογνωριστήκαμε, στην ακτή της ανθισμένης βάρκας, μου είχε δείξει ένα αεροπορικό εισιτήριο χωρίς επιστροφή, για τη Γη του Πυρός.
- Έχεις πάει ποτέ σου εκεί?
Του εξήγησα ότι δεν είχα ταξιδέψει ούτε μέχρι τη Θεσσαλονίκη, γιατί έπρεπε να δουλεύω και να σπουδάζω ταυτόχρονα.
- Τότε να το αλλάξω, να πάμε μαζί…
Τελικά αυτός έφυγε μετά από λίγες ημέρες για τη Γη του Πυρός κι εγώ έμεινα στο νησί, για να συλλογιστώ με την ησυχία μου, σε τι είδους περιπέτεια θα έριχνε αυτός ο έρωτας τη ζωή μου.
Α, η αλήθεια είναι ότι μου έκαμε και μια παραχώρηση. Έβγαλε νέο εισιτήριο, με επιστροφή…
- Ξέρεις ποτέ μου ως τώρα δεν έχω ταξιδέψει με το δεδομένο ότι θα επιστρέψω. Είναι η πρώτη μου φορά και νομίζω ότι το κάνω για σένα!
- Σ΄ευχαριστώ αγάπη μου... Θα το εκτιμήσω δεόντως...
Εδώ, από πάνω, έχω κολλήσει τη πρώτη καρτ-ποστάλ που μου έστειλε ο αγαπημένος του, από τη Γη του Πυρός. 
Θα ακολουθούσαν και άλλες. Αμέτρητες άλλες…

Από το λεύκωμα της Βερενίκης - Νταραμσάλα
 
 



Αυτή εδώ είναι μια από τις φωτογραφίες που μου έστειλε ο αγαπημένος μου από την Νταραμσάλα, κάπου λέει στη Βόρεια Ινδία…
Η πλάκα είναι ότι την παρέλαβα μία ημέρα, πριν από την ορκωμοσία του πτυχίου μου.

Του το είχα πει, ότι θα πήγαινα να ορκιστώ και τον παρακάλεσα να βρίσκεται μαζί μου, εκείνη τη μέρα.
Εντάξει, ίσως να κατέληγα κι εγώ να το βάνω σε μια κορνίζα και να κάθομαι να το κοιτάζω στα γεράματα μου αλλά ρε γαμώτο, είχα ξεκωλιαστεί επί επτά ολόκληρα χρόνια για να το πάρω και το ένιωθα σαν κάτι πολύ σημαντικό.
Ναι, ήθελα να είναι κοντά μου.
Ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία στη ζωή μου από τις σπουδές της ιατρικής. Αν τα είχα και τα δυο πακέτο, έστω για μια ημέρα, θα ένιωθα πλήρης.
- Θα είμαι εκεί, μου είχε απαντήσει… Μην ανησυχείς…
Και τελικά ήταν εκεί!

Έφτασε στο αεροδρόμιο μία ώρα προτού αρχίσει η τελετή. Τον είδα να σκάει μύτη στο αμφιθέατρο, φορτωμένος τον ταξιδιωτικό σάκο του και μ΄ ένα ζευγάρι γαλότσες, γεμάτες λάσπη από τους νερόλακους της Νταραμσάλα [η οποία να σημειώσω, ονομάζεται και μικρό Θιβέτ!]
Δεν τον αφήσανε να πλησιάσει έτσι που ήτανε και παρακολούθησε όλη την τελετή, από την θύρα του αμφιθεάτρου.
Στο κεφάλι του είχε δέσει ένα κόκκινο σαρίκι που, όπως μου εξήγησε μετά, ήτανε το σύμβολο κάποιων αιρετικών, που τους αποκαλούνε σιχ και είναι σαν λέμε η αβαν γκαρντ της ινδικής κοινωνίας.
- Αει σιχτιρ, δηλαδή…
- Γιατί αγάπη μου? Δεν κράτησα τον λόγο μου? Ορίστε είμαι εδώ!
- Ανδρέα, είσαι ικανός να τρελάνεις αρχιεπίσκοπο. Είσαι εδώ με σαρίκι και καταλασπωμένες γαλότσες, σαν να γύρισες μόλις από τα χωράφια…

Έριξε μια έκπληκτη ματιά στις γαλότσες του και έσκασε στα γέλια
- Καλά, ε? Θα είσαι η μόνη γιατρίνα που ορκίστηκε στην ιερή λάσπη της Ινδίας!
Και μετά άρχισε να μου αφηγείται κάτι εκπληκτικές ιστορίες, για τους σιχ και τους σαντού στην μακρινή και άγνωστη ήπειρο του Βούδα.
Καταλήξαμε σε ένα φτηνό ξενοδοχείο, όπου τον άκουα σαν μαγεμένη να μου μεταφέρει ιστορίες από το ταξίδι του.
Εγώ είχα πάρει το πτυχίο αλλά αυτός ήταν που έφερνε τη Γνώση…

Πάντα αυτό, ρε γαμώτο, μου συνέβαινε με τον αγαπημένο μου.
Ήταν σαν να ερχόμουνα ξαφνικά σε επαφή με έναν άλλον κόσμο, που δεν τον καταλάβαινα και δεν με καταλάβαινε.
Αλλά αυτός είχε τη δύναμη να μου μεταφέρει τη μαγεία του δικού του κόσμου, ενώ εγώ δεν είχα να του πω τίποτα για τον δικό του.

Εξόν και αν ο δικός μου κόσμος, απλώς δεν είχε καμία μαγεία.
Πράγμα που πάντοτε με προβλημάτιζε…

Από το λεύκωμα της Βερενίκης – Μογγολία

http://4.bp.blogspot.com/--UZ-Zhsj4Tg/U0Tn3mI6oUI/AAAAAAAAFrA/MxYAS7Qwo6k/s1600/%25CE%25BC%25CE%25BF%25CE%25B3%25CE%25B3%25CE%25BF%25CE%25BB%25CE%25B9%25CE%25B1.jpg


Αυτή τη φωτογραφία από τις λεγόμενες γιούρτες της Μογγολίας, μου την έστειλε, ακριβως την παραμονή του γάμου μου, με τον Τάσο.
Για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα και να μην παρεξηγηθούμε, προσωπικώς έχω τη συνείδηση  μου ήσυχη.
Έκανα ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για να του δώσω να καταλάβει ότι εγώ είμαι πλασμένη από χώμα και από νερό. Όχι από ανέμους.
Ναι, στη ζωή μου ήθελα πάντα να κάμω μια καλή οικογένεια. Και προπαντός να κάμω παιδιά. Δεν μπορούσα καν να σκεφτώ ότι θα πέθαινα χωρίς να έχω δώσει ζωή, στη ζωή.
Αλλά ο αγαπημένος μου ήτανε πλάσμα του ανέμου. Μισός πατούσε και μισός πετούσε.
Κι ίσως… αυτό ακριβώς να είχα αγαπήσει απάνω του. Αν ήταν άλλος, μπορεί και να μην ήτανε ο έρωτας της ζωής μου.
Ναι!
Δεν τον αγάπησα σαν ένα λιμάνι. Τον αγάπησα σαν ένα ταξίδι. Γι αυτό και δεν προσπάθησα ποτέ μου να τον αλλάξω…

Τη φωτογραφία λοιπόν από τη Μογγολία, την έλαβα μια μέρα πριν να παντρευτώ τον Τάσο.
Και για να ξέρουμε τι λέμε, τον άντρα μου τον αγάπησα.[κι ίσως να τον αγαπώ ακόμα] Τον αγάπησα όπως μια γυναίκα, αγαπάει τους δικούς της ανθρώπους. Είναι ο πατέρας των παιδιών μου και μάλιστα ένας πολύ σωστός πατέρας.
Ο Τάσος κι εγώ ανήκουμε στον ίδιο κόσμο.
Έναν κόσμο που οριοθετείται από συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις, έναν κόσμο καλά αγκυρωμένο στη γη, έναν κόσμο που κάθε πρωί σε διαβεβαιώνει πως και το επόμενο πρωί θα παραμένει ίδιος και απαράλλαχτος.
Κι αυτά είναι νομίζω αρκετά, για να συντηρείς τη ζωή.

Στον Ανδρέα δεν είχα πει κουβέντα ότι σκοπεύω να παντρευτώ  έναν άλλον.
Έφυγε για τη Μογγολία, πιστεύοντας ότι, γυρίζοντας πίσω, θα ξανάβρισκε τα πράγματα όπως τα είχε αφήσει.
Βέβαια, απέξω-απέξω, του είχα κάμει μια τελική συζήτηση. Μου ξεκαθάρισε ότι αυτός δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει τη ζωή ενός παντρεμένου και πολύ περισσότερο να «ρίξει άγκυρα στη γη» κάνοντας παιδιά.
Σταμάτησα εκεί, γνωρίζοντας πλέον καλά ότι η απόφαση ήταν δική μου.

Του το έκρυψα, επειδή δεν ήθελα να αναστατώσω ούτε τη ζωή του, ούτε τη δουλειά του. Είχε κλείσει τότε συμφωνία με κάποια περιοδικά, να τους στέλνει φωτογραφίες και κείμενα από τα ταξίδια του. Τον πλήρωναν καλά και πραγματικά έλαμπε από ευτυχία.
Είχε αγγίξει πια τον σκοπό της ζωής του, όπως κι εγώ παράλληλα, είχα αγγίξει τον δικό μου, γνωρίζοντας τον Τάσο και εξασφαλίζοντας μόνιμη θέση μικροβιολόγου, σε ένα κρατικό νοσοκομείο…
Του είπα τα νέα μου, όταν επέστρεψε από τις στέπες της Μογγολίας.
- Αγάπη μου, τώρα πια ανήκω σε κάποιον  άλλον…
- Κανένας άνθρωπος Βερενίκη, δεν ανήκει σε κανέναν άλλον!
- Ναι, μωρό μου αλλά εγώ παντρεύτηκα! Τελεία και παύλα…
Από τότε έκαμα να τον ξαναδώ δέκα πέντε ολόκληρα χρόνια. 

Αυτό όμως δεν παναπεί ότι ο έρωτας μας τελείωσε. Ίσα-ίσα, που θέριεψε ακόμα περισσότερο, αν και ουσιαστικά πέρασε σε μια άλλη φάση.
Ο Ανδρέας δεν έπαψε ούτε ώρα να με συλλογιέται, εκεί που ήτανε, και όπως ήτανε. Τα γράμματα και οι φωτογραφίες, από τα μεγάλα ταξίδια του, πύκνωσαν.
"Σου γράφω από τη Μπόρνεο. Ο  τόπος εδώ είναι κατά τα τρία τέταρτα ανέγγιχτος από τον πολιτισμό των λευκών. Ακούνε μια πολύ περίεργη μουσική, που στηρίζεται στην αδιάκοπη επανάληψη της ίδιας αρμονικής φράσης. Στην αρχή σε κουράζει αλλά άμα αφήσεις πίσω τον ευρωπαϊκό εαυτό σου, η μουσική αρχίζει να μπαίνει σιγά-σιγά μέσα σου. Σηκώνεσαι να τη χορέψεις, από μια ασύνειδη επιθυμία, που μεγαλώνει όσο επαναλμβ΄'ανετια η φράση... Μοιάζει ξέρεις σαν τις λεκτικές φράσεις που επαναλαμβάνουμε και επαναλαμβάνουμε και στο τέλος χάνουν το νόημα τους και αποκτούν μια άλλη διάσταση. Ένας εγγλέζος που γνώρισα εδώ, μου είπε ότι στον ίδιο μηχανισμό της επανάληψης στηρίζονται όλες οι τελετουργίες, ακόμα και η χριστιανική λειτουργία. Δεν ξέρω το γιατί και το πως, αλλά η επιρροή αυτής της μουσικής είναι τέτοια που, μετά από πολύωρο χορό, σε οδηγεί αν ξεφύγεις τελείως από το συνειδητό σου και να μεταβείς κάπου αλλού. Οι ντόπιοι λένε ότι μέσα από τη μουσική πηγαίνουν εκεί όπου "άνθρωποι και σκιές" είναι το ίδιο! Ε, λοιπόν αγαπημένη μου, άκου τι έπαθα εγώ... Χόρευα, χόρευα, χόρευα και ξάφνου μεταπήδησα σε ένα τόπο, όπου εγώ κι εσύ βρεθήκαμε ξανά και μετά ενωμένοι σαν ένας κισσός και μια λεύκα, περιστρεφόμαστε ανάμεσα σε αμμώδεις λόφους και θάλασσες δίχως πέρατα..."    

Η σχέση μου με τον Ανδρέα ουσιαστικά δεν διακόπηκε ποτέ. Απλώς πέρναγε από διαφορετικές φάσεις, όπως συμβαίνει σε πολλά ζευγάρια.
Ο Τάσος το ήξερε ότι η αλληλογραφία μας συνεχίζονταν και πως ο Ανδρέας μου έστελνε φωτογραφίες και ιστορίες από όλα τα μέρη όπου ταξίδευε.
Του το είπα εγώ η ίδια, γιατί δεν μου αρέσει να χτίζω τη ζωή μου πάνω σε ψέμματα.
Στην αρχή δεν φαίνονταν να τον ενοχλούσε.
Περνώντας όμως ο καιρός, άρχισε να μου πετάει κάποια υπονοούμενα και κάποια στιγμή, άρχισε τις ζηλοτυπίες.

Λοιπόν, μπορεί να κάνω και λάθος αλλά έχω παρατηρήσει, ότι η "ζήλεια" στους παντρεμένους, αρχίζει να φουντώνει όσο μειώνεται ο έρωτας μεταξύ τους.
Κι εγώ μπορεί φυσικά να μην ήμουνα ποτέ ερωτευμένη με τον Τάσο, όπως τουλάχιστον εννοούσε αυτός τον έρωτα, ο Τάσος όμως ήτανε μαζί μου.
Φαίνεται όμως ότι το ερωτικό του πάθος εξανεμίστηκε μετά από τα πρώτα χρόνια του γάμου μας, όπως εξανεμίζεται στους περισσότερους άντρες και του ήταν δύσκολο να στηρίξει τη σχέση μας σε εκείνη την ήπια και γλυκιά μορφή της συζυγικής αγάπης, που ένιωθα εγώ γι αυτόν.
Η ύπαρξη του Ανδρέα στη ζωή μου, έστω και εντελώς φαντασιακά, έγινε η μόνιμη δικαιολογία του για να επικαλύπτει τις ενοχές του, επειδή άρχισε να ξενοκοιτάζει.
Την πρώτη φορά που με απάτησε, μου πέταξε στα μούτρα ότι απλώς μου ανταπέδιδε τα ίσα!

Δεν ξέρω αν είχε δίκιο ή όχι ότι τον πρόδιδα, γιατί καμιά φορά η προδοσία του νου είναι πιο βαριά από την προδοσία του σώματος, ωστόσο εμένα μου έπεφτε πολύ βαρύ να ζω μαζί με έναν άντρα που κάθε πρωί ήταν αναγκασμένος να μου λέει ψέμματα.
Μετά το δεύτερο στραβοπάτημα του, του ζήτησα πολύ ήρεμα και πολύ φιλικά, να χωρίσουμε.
Ξεκίνησε τότε μια σειρά από πολύ θλιβερούς καυγάδες, που η αιτία τους ήτανε κυρίως η βουλιμία του να διατηρεί ταυτόχρονα και μια ήσυχη γωνιά, για το λιμάνι του και να ψιλοκάνει τα τακιδάκια του, όποτε του γούσταρε. Δεν μπορούσαν να μην συγκρίνω τον μικροαστισμό του και τον κομφορμισμό του, με την αγνότητα του Αντρέα, που έβγαζε εισιτήριο χωρίς επιστροφή.
- Άκου δω φίλε μου, είπα του άντρα μου στα ίσα, για να ξεκινήσεις ένα μεγάλο ταξίδι, θα πρέπει να βρεις το κουράγιο αν σηκώσεις και τις άγκυρες.. Αν θέλεις να ξανοιχτείς, κάντο αλλά κάντο με ολόκληρο τον εαυτό σου. όχι τον μισό στο λιμάνι και τον άλλον μισό στο πέλαγο... Έτσι δεν ταξιδεύεις. Έτσι, απλώς ξενογαμάς...
Γύρισε και μου έριξε ένα χαστούκι και αυτό ήταν το τέλος μας...    

 


Από το λεύκωμα της Βερενίκης – το σπίτι στη Γη των ονείρων

Το σπιτάκι στη φωτογραφία είναι το πατρικό σπίτι του Ανδρέα, προτού βάνει μπροστά να το ανακαινίσει.
Όλα τα λεφτά που είχε κερδίσει από τις ανταποκρίσεις του, τα έριξε για να το φτιάξει καινούριο.
Αυτή τη φωτογραφία, με το σπίτι ακόμα ερείπιο, μου την έστειλε πέντε χρόνια μετά τον γάμο μου. Μου έγραφε, ότι πεθαίνοντας η μάνα του, του το κληροδότησε, μαζί με κάποια ακόμα κτήματα στο χωριό, που ίσως και να αποκτούσαν μεγάλη αξία, στο άμεσο μέλλον.
Φαίνεται ότι αυτό συνέβη, γιατί δυο χρόνια αργότερα, μου είχε στείλει άλλο ένα γράμμα, στο οποίο με πληροφορούσε ότι είχε βάνει μπροστά να φτιάξει το πατρικό του σπίτι, ακριβώς σαν «το σπίτι των ονείρων μου»
Θυμότανε μου έλεγε, ότι του περιέγραφα για το πώς ονειρευόμουνα το δικό μου σπίτι,  τον καιρό που είμαστε μαζί και θα προσπαθούσε να το κάμει πραγματικότητα.
Δεν του απάντησα ούτε στο ένα, ούτε στο άλλο γράμμα…

Δεκαπέντε χρόνια μετά από τότε που παντρεύτηκα τον Τάσο και ένα περίπου χρόνο μετά τον χωρισμό μου, έλαβα μια επιστολή από τον Ανδρέα που μου έγραφε ότι βρίσκονταν στην Ελλάδα και ότι είχε σκοπό να σταματήσει τα ταξίδια και να εγκατασταθεί μόνιμα στο πατρικό του σπίτι, που στο μεταξύ, το είχε διαμορφώσει όπως το σπίτι των ονείρων μας.
Πήρα αμέσως το καράβι και πήγα στο νησί του, για να τον βρω.

Δεν είχε αλλάξει ούτε μία ώρα από τότε που τον άφησα. Δεκαπέντε χρόνια ήταν σαν να μην είχαν περάσει ποτέ από απάνω του, παρότι όπως μου εξομολογήθηκε παρολίγον να πεθάνει, εξαιτίας μιας πολύ άσχημης αρρώστιας που τον είχε βρει στις Φιλιπίνες.
- Θέλω να σου μιλήσω ανοιχτά...
- Αυτό έκανες πάντα, γλυκέ μου... Γι αυτό χωρίσαμε!
Μου εκμυστηρεύθηκε λοιπόν ότι είχε λάβει απόφαση να μην ξαναφύγει. Βέβαια δεν είχε ιδέα ότι εγώ είχα χωρίσει από τον άντρα μου, ούτε πως όλα αυτά τα χρόνια δεν είχα σταματήσει στιγμή να τον σκέπτομαι.
Δεν του τα είχα πει και δεν θα του τα έλεγα ποτέ.
Αντιθέτως ήξερε ότι είχα δύο παιδιά με τον Τάσο και ότι αποτελούσαν πάντα την πρώτη και βασική προτεραιότητα της ζωής μου.
- Ξέρω τι θες να μου πεις, τον διέκοψα... Αλλά μην μου το πεις...

Όποτε είχα τη δυνατότητα, πήγαινα και τον έβλεπα στο νησί του. Άλλες φορές, έρχονταν αυτός στην Αθήνα.
Καμιά φορά, τολμούσαμε να κάνουμε σχέδια, αγκαλιασμένοι στο κρεβάτι.
Έλεγε ότι θα ήταν πολύ ωραία να έπαιρνα μετάθεση για το νοσοκομείο του νησιού και να ζούσαμε για πάντα μαζί. 
Και δεν τον πείραζε που θα έπαιρνα και τα παιδιά μου.
Ζήσαμε έτσι, κοντά δύο χρόνια.
Και ήταν τα δύο ωραιότερα χρόνια της ζωής μου. 


Από το λεύκωμα της Βερενίκης - στάχτες
 

 

Αυτή τη φωτογραφία την έλαβα από την Ιάβα. Δεν δείχνει όμως κάποιο τοπίο του εξωτικού νησιού.
Δείχνει το "σπίτι των ονείρων" μας, όπως κατάντησε μετά την πυρκαγιά.
Στάχτες...

Όπως μου έγραφε ο αγαπημένος μου, η φωτιά μάλλον είχε ξεκινήσει από δική του "αμέλεια", επειδή είχε αφήσει το τζάκι να καίει και αυτός έφυγε να πάει να αγναντέψει το πέλαγο.
Εκείνο το πέλαγο που θα τον είχε πάντα δικό του.
- Έγιναν στάχτη τα πάντα, αγάπη μου... Δεν μπορώ να το πιστέψω... Δεν ξέρω  τι να κάμω και που να σταθώ... Έβγαλα ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την Ιάβα. Αν θέλεις να έρθεις μαζί μου, αμέσως το ακυρώνω και βγάζω άλλα, για εμάς τους δύο...
Όχι, αυτή τη φορά δεν μου έκαμε την παραχώρηση να το βγάλει με επιστροφή...

Του απάντησα ότι: "...πάντοτε θαύμαζα τους ανθρώπους που έχουν τη δύναμη να καίνε τα καράβια τους, για να μην υπάρχει τίποτα που θα τους φέρει πίσω. Απλώς, εγώ δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος. Θα σε αγαπώ πάντα..."

Έκτοτε δεν άλλαξε τίποτα μεταξύ μας. Ο Αντρέας ταξίδευε κι εγώ παραλάμβανα τις εικόνες από τα ταξίδια του, μαζί με τα γράμματα του, που μου έφερναν ιστορίες από μακρινούς τόπους, τους οποίους δεν πρόκειται να δω ποτέ μου, με τα δικά μου τα μάτια.
Μου αρκεί όμως που τους βλέπω μέσα από τα δικά του τα μάτια.
Έτσι κι αλλιώς, όλα αυτά που μας χτίζουν εδώ κάτω στη γή κι εκεί απάνω στον ουρανό, κάποια στιγμή θα γίνουνε στάχτες. Είτε έχουμε τη δύναμη να τα κάψουμε εμείς οι ίδιοι, για να μην μας δεσμεύουν, είτε όχι...

Ο αγαπημένος μου πέθανε προχτές σε ηλικία 65 χρόνων. Με ειδοποίησαν από την πρεσβεία μας ότι θα μπορούσα να παραλάβω τη σωρό του, όταν θα την έφερναν από το Κατμαντού.
Ο ίδιος είχε ζητήσει, με γραπτή δήλωση που είχε κάμει σε συμβολαιογραφείο της Αθήνας, να αναλάβω εγώ την καύση του σώματος του και να παραλάβω τις στάχτες του.
Είχε φροντίσει επιπλέον να αφήσει όλα τα έξοδα της καύσης, καθώς και ότι είδους περιουσία είχε, σε μένα.
Μαζί φυσικά με όλα τα λευκώματα των φωτογραφιών του, από όλα τα μεγάλα ταξίδια του...

Δεν έκλαψα, μαθαίνοντας τον θάνατο του. Ούτε τον πένθησα. Νομίζω πως για τον Αγαπημένο μου, δεν αξίζουν οι θρήνοι... 
Πήρα όμως τη λήκυθο με τις στάχτες του και ήρθα εδώ, στο ακρογιάλι της ανθισμένης βάρκας, να τις σκορπίσω στο πέλαγος.
Εδώ τελειώνει και το λεύκωμα μου.
Δεν θα υπάρξουν άλλες εικόνες από αυτον τον Έρωτα.
Και δεν θα ξαναγράψω τίποτε άλλο, εξόν από την υπόσχεση που του έδωσα...
"Θα σε αγαπώ για πάντα..." 

Λευτέρης Πανούσης


Σημείωση του συγγραφέα...

Η Βερενίκη πέθανε τον Απρίλη του 2014, σε ηλικία 63 ετών. 
Λίγες ημέρες αφότου σκόρπισε τις στάχτες του Έρωτα της, στον άνεμο...

 

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg