Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Θάσος: Σωτήρης Γερακούδης έγραψε: Ου μιγαλύτιρους Ουλυμπιουνίκς ήταν Θασίτς



από hrdoukas » 18/05/06 13:27
Όταν ο Krus είχε ανοίξει το θέμα για τον μεγαλύτερο αθλητή, ορμώμενος από άκρατο τοπικισμό είχα προτείνει τον Θεαγένη.
Σχετικά με τον Θεαγένη:
http://www.fhw.gr/Olympics/ancient/gr/206a.html
Εψαχνα μάλιστα να βρω και να παραθέσω ένα συγκεκριμένο κείμενο για να στηρίξω αυτή την άποψη. Το βρήκα μόλις χτες και δεν ήξερα αν έπρεπε να το τοποθετήσω σ'εκείνο το θέμα ή στο θέμα της ντοπιολαλιάς αλλά νομίζω εδώ ταιριάζει καλύτερα...

Το κείμενο αυτό είναι του Θάσιου συγγραφέα Σωτήρη Γερακούδη. Ο Σ.Γ πέρα από το συγγραφικό του έργο, εκδίδει και την εφημερίδα «Θασίων Γη» στην τελευταία σελίδα της οποίας υπάρχει πάντα ένα κείμενο γραμμένο στην τοπική διάλεκτο της Θάσου. Στο βιβλίο «Τα Θασίτικα - πνας άντρα μ’ να ζμώσου;» (απ’οπου προέρχεται και το παρακάτω αποσπασμα) συγκεντρώνονται μερικά από αυτά τα κείμενα.

Σωτήρης Γερακούδης έγραψε: 
Ου μιγαλύτιρους Ουλυμπιουνίκς ήταν Θασίτς

Ακούμ’ να λεν σήμιρα για Ουλυμπιουνίκις μι δγυό χρυσά, τρίγια χρυσά κι θαρρούμ’ ότι έν ποιος ξέρ’... Ιγώ άμα ακούγω για κάτ’ σα ντου Δήμα κι ντ μΠατουλίδου, λέου: τσλιάμ τσλιούτς, κουκώνα Μαριγώ. Κι του λέου γιατί απ’τα παλιά τα χρόνια μουναχά ένας μιγάλους Ουλυμπιουνίκς πέρασι, κι αυτός, όπους κι να του κάνουμ’, ήταν Θασίτς!
Ου μιγαλύτιρους Ουλυμπιουνίκς στου ντουνιά ολόκληρουν, ίσαμι σήμερα ήταν αμπ ντου Λμένα κι ντου λέγαν Θιαγέν. Όποιους δε μι πιστέβ’ κι νουμίζ’ ότι λέου παρασάλακα, ας ρουτήσ’ κι ντου γΚώστα ντου Χιόν’. Ας ρουτήσ’ όποιουν καταλαβαίν’. Κι αυτά απ’ θα σας πω ιγώ ιδώ για ντου Θιαγέν, πάλι λίγα έν:

Ηταν ένας μικρέλους ικείνα τα χρόνια, ου Θιαγένς. Πήγνι στου σκουλειό κι θα πρέπ’ να ήταν όσαμι ιννιά χρουνώ. Ένα μισμέρ’ αμπ γύρζι απ’ του σκουλειό στου σπίτι τ’, λιμπίσκει ένα άγαλμα, -τότι στου Λμένα οι δρόμ’ ήταν πραγνί απού αγάλματα. Ου διάουλους του σόφσι; Αφήν’ τα τιτράδια τ’ καταή κι ζέφκι του άγαλμα. Του ξικούτκισι αμπ ντ βάς΄, του λτσάσκι σα πιτέλα στα κατίνια κι του πήγι στου σπίτ’. Ιννιά χρουνώ πιδί, του σκασμένου, κι σήκουσι κουντά ένα γαδρουφόρτ’ βάρους!
-Αουπού, ρε κταβ’, του πήρις του άγαλμα; ντου ρώτσι νιβριασμένους ου μπαμπάς τ’.
-Απού δουνά παρακάτ’, πειράζ; Του είδα κι μ’άρισι, γιαυτό του πήρα
Η παρανουμία απ’έκανι ήταν μιγάλ’ κι σι λίγου πλακώσαν οι μπάτσ’ κι οι αγρουφυλάκ’ κι άμα δεν ίμπινι στ’ μέσ’ ένας γέρους θα του σκουτώναν του πιδί.
-Κουμμάτ΄κουμμάτ’ κυρ αστυνόμι! Πιδί έν, είπι ου γέρους. Τόσου του κόβ’. Θα του ξαναπάει του άγαλμα ικεί απ’ του πήρι, μη του σκουτώντι.
Κι του πήγι στου μέρους ίτ.
Σι λέει μια μισουριξά ζαγάρ’ κι να σκώσ’ ουλόκληρου άγαλμα απού μπρούτζου;
Άμα μιγάλουσι ακόμα λίγου, πήγαν στου μπαμπά τ’ δυο σύμβουλ’ τς Κοινότητας (δεν είχι ούτι τότι Καπουδίστρια) κι ντου καθουηδέψαν να στείλ’ ντου Θιαγέν’ τς Ουλυμπιακοί αγώνις. Κι όντους, οι Θιαγένς πήγι τς Ολυμπιακοί κι έκανι του θάμα τ’!
Τς λώλανι ούλ’. Κι δε μπρουπουνιένταν σα τς σημιρνές τζ βιντέτις στα γήπιδα μι χάπια κι βιταμίνις κι μι προυπουνηταί κι μασάζα. Αλλά ούτι ρακί ούτι τσιγάρου έπνι, ούτι στου γκαφινέ πήγνι, κι του βράδ’ προυμαζώνουνταν νουρίς. Όπουτι είχι αγώνις, ίπιρνι μια σακλέρα κουμπάνια κι ξικνούσι. Δεν ίπιρνι μαζί τ’ σουβρακάκ’, γιατί εικείνα τα χρόνια παλνούσαν αξιβράκουτ’. Τσιτσίδ’.
Ου Θιαγένς μπουρούσι να πει θα πάου μια βόλτα κι να πατουθεί αμπ ντου Λμένα στου Σουτήρους μι τα πουδάρια. Κι πάλι πίσου. Μπουρούσι να πάει στα ξύλα κι να μη μπάρ’ γάδαρου. Φουρτώνταν μουναχός όσαμι ένα μλάρ’. Στου πάλιμα ήθιλις, τζ γρουθές ήθιλις, στου τρέξμου ήθιλις, παντού ίβγινι πρώτους ου Θιαγένς.
Λουλός ήταν να μη μπάει τς Ουλυμπιακοί; Κι σι ούλ’ τς αγώνις πήγινι. Κι ούτι παράδις ίβγαζι όταν νκούσι. Ένα στιφάν’ απού αγρουλιά, για κάθ νίκ’, αυτό ήταν όλου του μπιρικέτ’. Αλλά κέρδισι, ούλα τα χρόνια, χίλια τετρακόσα στιφάνια! Βάλι μι ντου νους!
Έναν παλιουλλαδίτ’ αμπ ντου μΠύργου τς Ηλείας ντουν έκανι μαύρον στου ξύλου (σι κανουνικόν αγώνα) κι ντουν βάλαν κι πρόστιμου απού παν’ αντί να ντου μπουν μπράβου ρε Θιαγέν’ παλκάρι μ’. Αυτοίν, αυτοί σακάτ’ ίδγ’ έν απού κείνα τα χρόνια...; Μαθέ, τώρα θα τς μάθουμ’;
Σας λέου ότι δε ματαφάνκι αθλητής σα ντου Θιαγέν’.
-Βουρνίξτι ένα κουμμάτ’ απ’ του τείχους, δε φουβούμιστι κανέναν κιαρατά, φουνάζαν οι Λιμινιώτις όταν πρατιγάρζι μι του καΐκ’ στου Λμένα ου Θιαγένς. Κι κάθι φουρά ίφιρνι κι απού μια σκουσά αγρουλίτκα στιφάνια. Κι βουρνίζαν οι Λιμινώτις μια πιζούλα απ’ του τείχους.
Δε μπέρασι ουλυμπιουνίκς σ’ όλουν ντου γκόσου μέχρι σήμιρα, ούτι σα του δαχτλούδ’ τ’ Θιαγέν’.

Γέρασι κι σχουρέθκι ου Θιαγένς. Κι ντουν έκανι άγαλμα ούλ’ η Ιλλάδα. Ντου γκάναν άγαλμα κι οι Λιμινιώτις κι παγαίναν οι άρρουστ’ κι ακουμπούσαν του άγαλμα τ’ κι γίνταν καλά. Κι ρίχναν σ’ ένα κτί κι απού ένα πιντόλιφτου για να γίν’ κανέ έργου.
Είχι όμους κι ένα τουμάρ’ στου Λμένα, (πάντα ίδγιους ήταν ου κόσμους) Αυτός δε χώνιψι ντου Θιαγέν’ ούτι ζουντανόν ούτι πιθαμένουν, κι πήγνι, του ακάθαρμα, κάθι βράδ’ μι μια σάγλα, μπουρεί κι μι βουδόπτσα, κι χτυπούσι ντου Θιαγέν’ στου γκώλου. Χτυπούσι του άγαλμα, ου τναμένους! Βάλι μι ντου νους πού μπουρεί να φτάσ’ ου άθρουπους άμα έν σκατόψχους κι χαμένου κουρμί.
Αλλά τα πήκαμ’ για ντου Θιαγέν’. Τι πιριμέντι να γίνκι; Ένα βράδ’ απ’ ντου γκουπάνζι μι ντ’ σάγλα, ξικουτκίσκι αμπ ντ βάσ’ του άγαλμα κι ντουν έβαλι απκάτ’ σα ντιλή. Ντου μπέταξι τα άντιρα όξου!
Τα πιδγιά τ’ σκατόψχ’ κάναν μήνυσ’ του άγαλμα απ’ σκότουσε ντου μπαμπά ντουν, έτσ’ γίνταν ικείνα τα χρόνια. Του άγαλμα τ’ Θιαγέν’ δικάσκι να πάει ιξουρία (τίπουτα δεν έν κινούργιου σι τούτουν ντου γκόσομου) κι του πιτάξαν σ’ θάλασσα.
Από τότι όμους, δε ξαναέβριξι. Ούτι ένα καθόρ δεν έβριξι στου Λμένα κι στιρέψαν ούλα τα νιρά κι ξηραθήκαν οι μπακτσέδις κι γίνκι ου τόπους στάχτ’. Νιρό για να πγιούν παίρναν απ’ του Ραχών’ μι ντου γκρουλόγου κι τα τουλούμια. Κι πήγαν στου μαντείου τα είπι ότι στου Λμένα θα βρέξ’ μόν’ άμα φέρτι πίσου ούλ’ τς ιξόριστ’. Κι πήγαν σ’ Μακρόνησου (απού τότι ικεί τσι στέλναν) κι τς φέραν πίσου. Αλλά κι πάλι, ούτι σταγόνα βρουχή. Ξαναπάν στου μαντείου κι ξαναρουτούν κι τότι τα είπι του μαντείου: Ξιχάστι να φέρτι πίσου ντου Θιαγέν’.
Απάν απ’ κουβιντιάζαν πώς θα ντου βγάζαν αμπ θάλασσα, κάτ’ ψαράδις πιάσαν του άγαλμα μι τα δίχτυα κι του βγάλαν όξου κι του βάλαν λόρτου κουντά στου Καλουγιρκό, ικεί απ’ έν σήμιρα οι πλατάνις. Σι λίγου έπιασι μια βρουχή σιγανή κι κράτσι μέρις. Κι ξαναβγήκαν πάλι τα νιρά κι ου Λμένας γλήγουρα ξαναπρασίνσι κι του άγαλμα άρχισι να ξαναγιατρέβ’ τς άρρωστ’

Αυτός ήταν ου Θιαγένς, κι σα ζουντανός κι σαν άγαλμα κανουνικό κι σαν άγαλμα απ’ έκανι ιξουρία.
Κι δε θα ματαφανεί στου γκόσμου, ούτι ουλυμπιουνίκς ούτι άγαλμα σα ντου Θιαγέν!

http://www.4tforum.gr/phpBB3/viewtopic.php?f=13&t=18197&start=90 

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg