Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Ταξίδια: ΠΕΡΟΥ 3 - ΠΑΡΑΚΑΣ, ΝΑΣΚΑ, ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΑΝΔΕΩΝ


Ο Αλέξανδρος είχε κινήσει για την ασιατική εκστρατεία του, όταν από την άλλη πλευρά του πλανήτη οι αρχαίοι Νασκαίοι άρχισαν να χαράζουν στο πετρώδες έδαφος του ανδικού οροπεδίου τις περίφημες “γραμμές” τους, κληροδοτώντας στους σημερινούς επιστήμονες μια από τις μεγαλύτερες σπαζοκεφαλιές της σύγχρονης αρχαιολογίας. Τι ρόλο μπορεί τέλος πάντων να παίζανε αυτές οι γραμμές πριν από είκοσι τέσσερις αιώνες ενώ - κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο – μπορούν να γίνουν αντιληπτές μονάχα από αέρος;

της Ισαβέλλας Μπερτράν
Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, τεύχος 48 / 10.03.2001


Διαβάστε επίσης:

 

Έρημος και ομίχλη
Η ομίχλη έχει απλώσει δίχτυα κι εμείς βουλιάζουμε μέσα της αργά σαν σε μπαμπάκι. “Γκαρούα” ονομάζεται αυτό το ιδιαίτερα παρατεταμένο καιρικό φαινόμενο που κάθε χρόνο ρίχνει σε βαριά μελαγχολία τα εκατομμύρια που ζούνε στην περουβιάνικη πρωτεύουσα. Πρόκειται για μια κλιματολογική ιδιομορφία της παράκτιας ζώνης του Περού, και ιδιαίτερα εκείνης που εκτείνεται νότια της Λίμα μέχρι τη Χιλή. Δηλαδή της περιοχής ακριβώς που διατρέχουμε ετούτη τη στιγμή με το λεωφορείο κατηφορίζοντας την “Παναμερικάνα”, την εθνική οδό κατά μήκος του Ειρηνικού.

 

Στριμωγμένη ανάμεσα στον ωκεανό και την ανδική οροσειρά, αυτή η στενή λωρίδα γης πλάτους μόλις λίγων χιλιομέτρων δέχεται αδιάκοπα τη συνδυασμένη επίδραση των τεράστιων υδάτινων και ορεινών όγκων που την περιβάλουν. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα, (Μάης με Οκτώβρη για το νότιο ημισφαίριο),  το κρύο υποθαλάσσιο ρεύμα Χάμπολτ που κινείται βόρεια κατά μήκος του ρήγματος του Ειρηνικού επηρεάζει, μεταξύ άλλων, και τη θερμοκρασία του αέρα πάνω από τον ωκεανό. Στη συνέχεια, οι ψυχρές αέρινες μάζες που κατευθύνονται ανατολικά, προσκρούουν πάνω στις Άνδεις και παγιδεύονται εκεί, με αποτέλεσμα να συμπυκνώνονται σε ομίχλη καλύπτοντας σχεδόν μόνιμα όλη την παράκτια ζώνη και εξαφανίζοντας τον ήλιο έξι μήνες το χρόνο. Ουρανός Λονδίνου στον τροπικό του Αιγόκερω! 

 

Πώς να μην πέφτουμε λοιπόν σε κατάθλιψη; παρατηρούσε η νεαρή υπάλληλος ενώ μου έτεινε τα εισιτήρια της υπεραστικής διαδρομής για το Πίσκο. Αυτός πάντως που τώρα κάθεται αμίλητος και συνοφρυωμένος με όλα τα συμπτώματα της ασθένειας, και μάλιστα χωρίς να ζει στη Λίμα, είναι ο Κώστας. Το λόγο τον υποψιάζομαι και λέγεται “φωτογράφιση”. Το άπαν κάθε ταξιδιού. Έτσι και οι φωτιστικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές, καλύτερα να ταξιδεύεις παρέα μ’ ένα σκαντζόχοιρο παρά με τον Ζυρ. Ο σκαντζόχοιρος τσιμπάει λιγότερο.

Αποφασίζω ν’ αγνοήσω για την ώρα το πρόβλημα, που ούτως ή άλλως δεν μπορεί να βρει λύση μέσα στους επόμενους δύο μήνες τουλάχιστον,  κι αφοσιώνομαι στο εξωπραγματικό τοπίο που μας περιβάλει: Έρημος με ομίχλη. Μια περουβιάνικη 
αποκλειστικότητα!

 

Διότι μπορεί ο ουρανός πάνω από την ακτή να είναι γκρίζος το μισό χρόνο, αλλά δε βρέχει σχεδόν ποτέ. Εξ’ου και η κυριαρχία της άμμου, στο χρώμα της ομίχλης κι αυτή, πότε σε πετρωμένους σχηματισμούς και πότε χύμα σε κόκκους, έτοιμη να καταπιεί το δρόμο κάτω από ογκώδεις αμμόλοφους.
Τα παράδοξα όμως δε σταματάνε εδώ. Η έρημος του Περού είναι από τις πιο άνομβρες περιοχές του πλανήτη,  αλλά ταυτόχρονα ιδιαίτερα παραγωγική σε αγροτικά προϊόντα. Λόγω της άμεσης γειτνίασης με τις Άνδεις ποτίζεται κατά τόπους από τα νερά που κατηφορίζουν την Κορντιλιέρα για να χυθούν στον Ειρηνικό. Έτσι, με την κατάλληλη άρδευση, οι κοιλάδες είναι ιδιαίτερα εύφορες, με πλούσιες  καλλιέργειες βαμβακιού, ζαχαροκάλαμου, ρυζιού, σταφυλιού, φρούτων και ελιών. Με αποτέλεσμα η στενή παράκτια λωρίδα που καλύπτει μόλις το ένα δέκατο της συνολικής επιφάνειας της χώρας,  να κατοικείται από τον μισό σχεδόν πληθυσμό του Περού και ν’ αποτελεί την καρδιά της σύγχρονης οικονομίας του.

 

Τα κουτσουλοδάνεια
Η πόλη του Πίσκο όπου καταλύουμε είναι πάντως εμφανώς προσανατολισμένη και σε άλλες, μη αγροτικές, πηγές εισοδήματος. Οι δεκάδες κονσερβοποιίες και άλλες εγκαταστάσεις επεξεργασίας ψαριών καθώς και ο αλιευτικός στόλος στο λιμάνι του Σαν Αντρές αποτελούν βασική πηγή εισοδήματος για τους κατοίκους. Ένα εισόδημα που ωστόσο μειώθηκε δραματικά τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς τα απανωτά χτυπήματα του Ελ Νίνιο διώχνουν όλο και πιο συχνά τις αντζούγιες μακριά από τις περουβιάνικες ακτές, αφαιρώντας από τους ντόπιους ψαράδες το βασικό τους θήραμα και εκτοπίζοντας το Περού προς όφελος της Χιλής από την πρωτοκαθεδρία στις παγκόσμιες εξαγωγές ψαριών. Το συναλλαγματικό κενό έρχονται να καλύψουν εν μέρει κάποιοι περίεργοι σαν και μας, που επισκέπτονται την περιοχή για να γνωρίσουν από κοντά όσα ιδιαίτερα έχει να προσφέρει. Και πρώτα απ’ όλα, τα νησιά Μπαλιέστας, τα επονομαζόμενα και μικρά Γκαλάπαγκος για την πλούσια πανίδα που φιλοξενούν στα γυμνά τους βράχια.

 

Έχουμε σταθεί στην προκυμαία του Ελ Τσάκο σε αναμονή μεταφορικού μέσου για τα νησιά. Στην γκρίζα μουντάδα της ατμόσφαιρας που παραπέμπει σε βόρειες θάλασσες έχει προστεθεί τώρα κι ένας ψυχρός και υγρός άνεμος που τρυπάει κόκαλα. Ο καπετάνιος του πλεούμενου, που ζήτησε αυξημένη αμοιβή λόγω αντίξοου καιρού, μας μοιράζει σωσίβια και νιτσεράδες. Πρόκειται άραγε για πάγια μέτρα ασφαλείας ή απλώς μέρος του σκηνικού για να δικαιολογήσει το καπέλο στην ταρίφα; Θα μείνουμε με την απορία. Ο Ειρηνικός πάντως μόνον ειρηνικός δεν είναι, τα μποφόρ είναι αρκούντως ισχυρά και ο διάπλους για τα νησιά αναλόγως χοροπηδηχτός.

 

Πρώτα μας υποδέχονται οι κραυγές μυριάδων θαλασσοπουλιών κι ύστερα από λίγο ξεπροβάλλουν σαν σκιές μέσα από την καταχνιά οι απόκρημνες βραχονησίδες. Φαντάσματα παλιών ημερών δόξας, γερασμένες σκάλες φόρτωσης χάσκουν σκουριασμένες, προσθέτοντας κι αυτές τη δική τους νότα ερήμωσης στο τοπίο.
Ήταν στα 1840 όταν το Περού προχώρησε στην συστηματική εμπορική εκμετάλλευση του γκουάνο, ή αλλιώς κουτσουλιάς, των εκατοντάδων χιλιάδων πουλιών που συγκεντρώνονται στις δεκάδες νησίδες στ΄ ανοιχτά των νότιων ακτών της χώρας, και ιδιαίτερα στα νησιά Μπαλιέστας.

 

Η ευεργετική αξία του γκουάνο ως λίπασμα ήταν ήδη γνωστή από πολύ παλιά στους Περουβιάνους που το χρησιμοποιούσαν για ν’ αυγατίζουν τις καλλιέργειές τους.  Η σκέψη όμως για τη διάδοση της χρήσης του και την εξαγωγή του γεννήθηκε παράλληλα με την ανάπτυξη του εξωτερικού εμπορίου με τη Γαλλία και την Αγγλία στις αρχές του 19ου αιώνα. Εκείνη την εποχή καταγράφεται στο Περού ένας πραγματικός “πυρετός της κουτσουλιάς”, με το γκουάνο να ξεπερνάει σε κάποια φάση ακόμα και τα σπάνια μέταλλα σε αξία εξαγωγών.

 

Μέσα στο γενικό κλίμα ευφορίας, οι περουβιάνικες κυβερνήσεις αρχίζουν να συνάπτουν αλόγιστα διεθνή δάνεια με ενέχυρο τα αναμενόμενα κέρδη από τις μελλοντικές εξαγωγές σε γκουάνο. Η οικονομική καταστροφή δεν άργησε να έρθει.
Σε μια κίνηση αντεκδίκησης προς την παλιά της αποικία, η Ισπανία εισβάλει το 1864 σε μερικά από τα γκουανοπαραγωγικά νησιά. Αποτέλεσμα: η δραματική μείωση του διαθέσιμου λιπάσματος προς εξαγωγή τα επόμενα χρόνια, σε συνδυασμό με τα τραπεζικά πανωτόκια που συσσωρεύονται αμείωτα. Η πικρή συνέχεια δεν χρειάζεται, νομίζω, περαιτέρω ανάλυση. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι ακόμα και σήμερα το Περού εξακολουθεί εν μέρει να πληρώνει τα κουτσουλοδάνεια εκείνης της εποχής.

 

Ανυποψίαστοι, τόσο για την προσωρινή ευημερία όσο και για τις μετέπειτα οδυνηρές εξελίξεις που επέφερε στη χώρα η εντερική τους παραγωγή, οι κορμοράνοι, οι πελεκάνοι, και τα άλλα θαλασσοπούλια κρέμονται σαν τσαμπιά από στις οδοντωτές βραχοσυστάδες, καλύπτοντας συχνά κάθε διαθέσιμη επιφάνεια. Απολύτως αδιάφορα για την εδώ παρουσία μας, πετάνε ολόγυρά μας, βουτάνε για ψάρια, ενώ εμείς τραμπαλιζόμαστε στη βάρκα, προσπαθώντας ν’ αποφύγουμε την πρόσκρουση στους μυτερούς υφάλους. Με βλέμμα σκοτεινιασμένο από την τσαντίλα, ο Κώστας με το ένα χέρι αλλάζει φιλμ στη μηχανή, ενώ με το άλλο προσπαθεί να κρατηθεί από την κουπαστή για να μη βρεθεί στο νερό (μαζί με τη φωτογραφική). Δεν χωράει αμφιβολία ότι η ατμόσφαιρα, εκτός από γκουάνο μυρίζει και μπαρούτι…


 

“Μπαλιέστα” στα ισπανικά σημαίνει τόξο, και η ονομασία των νησιών παραπέμπει στις πολλαπλές καμάρες, τα σπήλαια και τα περάσματα που σχηματίζουν τα θαλασσοφαγωμένα βράχια. Εδώ, μαζί με τα πουλιά,  έχουν στήσει το βασίλειο τους και μερικές χιλιάδες θαλάσσιοι λέοντες τεμπέλικα αραγμένοι κατά ομάδες πάνω στις νησίδες. Είναι και κάποια υπερτροφικά γομάρια, πολλαπλάσιου βάρους σε σχέση με τα υπόλοιπα άτομα του είδους τους, που κρατάνε εμφανώς τις αποστάσεις τους από την ομήγυρη. Πρόκειται για ενήλικες αρσενικούς, που με τα χρόνια έχουν εξασφαλίσει το προσωπικό τους τσιφλίκι, κατασπαράσσοντας σε κάθε ευκαιρία τα πιο αδύναμα άτομα του φύλου τους, αρχής γενομένης από τα μωρά. Έτσι, στις ώριμες ηλικίες, αναλογούν κατά μέσο όρο εννιά θηλυκές για κάθε έναν απ’ αυτούς τους αμφίβιους σατράπηδες. Οι πιο νταβραντωμένοι μάλιστα μπορούνε, λέει, στην ακμή τους να συντηρήσουν δεκαπενταμελές χαρέμι και βάλε!


 

Η χερσόνησος Παράκας
Ο αέρας που δυναμώνει κι άλλο δίνει το σύνθημα για την εσπευσμένη αναχώρησή μας. Μετά από σαρανταπέντε μουσκεμένα λεπτά μέσα στο ταχύπλοο, ξεπροβάλει στα δεξιά μας η χερσόνησος Παράκας, με το περίφημο “Καντελάμπρο” χαραγμένο στην απότομη πλαγιά.
Με 128 μέτρα ύψος και 74 μέτρα πλάτος και καλά ορατό μόνο από τη θάλασσα, το επιλεγόμενο “Κηροπήγιο” έχει δώσει τροφή για ουκ’ ολίγη παραφιλολογία γύρω από τον προορισμό του. Κατά τον Ντένικεν, έναν από τους πατέρες της διεθνούς ουφολογίας, πρόκειται για μια γιγάντια πινακίδα σήμανσης διαστημικής κυκλοφορίας. Το αρχαίο σχέδιο χαράχτηκε, λέει, για να κατευθύνει προς τη Νάσκα, στα ενδότερα της χώρας, τους εξωγήινους που κάπου ανάμεσα στο 400 και το 200 π.Χ. άρχισαν να προσγειώνονταν συχνά πυκνά ειδικά στο Περού, ένα χούι που κράτησε μάλιστα ούτε λίγο, ούτε πολύ, καμιά χιλιάδα χρόνια. Περί ορέξεως…
Κάποιοι πάντως λιγότερο ευφάνταστοι και περισσότερο γειωμένοι υποστηρίζουν την άποψη ότι το επίμαχο σχέδιο αναπαριστά μια τρίαινα, που στόχο είχε τη διευκόλυνση της ναυσιπλοϊας στην περιοχή.
Άλλες εκδοχές το ερμηνεύουν ως αναπαράσταση του παραισθησιογόνου κάκτου που οι αρχαίοι ιερείς χρησιμοποιούσαν στις τελετουργίες τους. Ή και ως “δέντρο της ζωής” που σηματοδοτούσε τόπο ιερό, ταγμένο στη λατρεία του ήλιου. Ο καθείς διαλέγει και παίρνει.

 

Το μόνο βέβαιο που έχει προκύψει από τις ανασκαφές στο Παράκας είναι ότι στον ευρύτερο χώρο της χερσονήσου αναπτύχτηκε και άνθισε χίλια χρόνια πριν την έλευση του χριστιανισμού ένας σημαντικός αρχαίος πολιτισμός για τον οποίο όμως ελάχιστα γνωρίζουμε. Τα ευρήματα (κυρίως ταφικής προέλευσης) που μπορεί κανείς να περιεργαστεί στο μουσείο της περιοχής, περιλαμβάνουν ιδιαίτερα φροντισμένες μούμιες, τυλιγμένες σε υπέροχα υφαντά υψηλής τεχνικής και αισθητικής αρτιότητας, γεγονός που κάνει τους αρχαιολόγους να μιλούν για έναν προηγμένο πολιτισμό επικεντρωμένο στη λατρεία των νεκρών προγόνων.


 

Σήμερα πάντως η χερσόνησος Παράκας είναι ένα απέραντο, άνυδρο, αφιλόξενο αλλά και συγκλονιστικό τοπίο, όπου κάθετοι γκρεμοί εναλλάσσονται με τεράστιες γυμνές κι ανεμοδαρμένες παραλίες, ανοιχτές στις θύελλες και τα ωκεάνια κύματα.

Η ερημιά που διατρέχουμε με το ναυλωμένο τζιπάκι δικαιώνει πλήρως το τοπωνύμιό της, αφού Παράκας στη γλώσσα των Ινδιάνων Κέτσουα σημαίνει “άμμος κι αέρας”.

Το τέλος της πολύωρης περιπλάνησής μας σ’ αυτή την παράξενη γη μας βρίσκει σ’ 
ένα από τα θεαματικότερα σημεία της:


  

Tην Πλάγια Σουπάι, δηλαδή Παραλία του Διαβόλου, με τους γιγάντιους όγκους νερού να καταβροχθίζουν χαλίκια εφορμώντας οργισμένα προς το σπήλαιο της “Κατεντράλε” και τους χαρακτηριστικούς βράχινους σχηματισμούς του. Εδώ ευδοκιμούν κάθε λογής θαλασσοπούλια αλλά και όρνια, μέχρι και κόνδορες, που το καλοκαίρι κατεβαίνουν από τις γειτονικές Άνδεις διεκδικώντας μερτικό από τα κουφάρια των θαλάσσιων λεόντων που ξεβράζει το κύμα. Κάπου εδώ, η ζωή κλείνει ένα κύκλο, με ζωικά απομεινάρια σπαρμένα παντού σαν μικρά ναυάγια στην ακτή: υπολείμματα πουλιών που άφησαν το πολύτιμο γκουάνο τους στα βράχια των Μπαλιέστας πριν καρφωθούν σε μια ύστατη πτήση στην άμμο του Παράκας, και γερασμένοι θαλάσσιοι λέοντες που νοιώθοντας το τέλος να πλησιάζει ήρθαν εδώ στην ερημιά να πεθάνουν μόνοι τους όπως το ένστιχτο προστάζει για το είδος τους.


 

Τα αινίγματα της Νάσκα

Το ταξίδι μας συνεχίζεται με το λεωφορείο της γραμμής, που αφήνει σιγά σιγά την ακτή και τραβάει αργά αλλά σταθερά τις πρώτες ανηφοριές των Άνδεων.
Στα τετρακόσια μέτρα υψόμετρο, η ομίχλη αρχίζει να αραιώνει. Στα εξακόσια έχει σχεδόν διαλυθεί. Με άλλα λόγια, εξαιτίας του φαινόμενου της “γκαρούα”, δυο χωριά με υψομετρική διαφορά εκατό ή διακοσίων μέτρων ενδέχεται ν’ απολαμβάνουν τελείως διαφορετική ετήσια ηλιοφάνεια. Στη Νάσκα δε που φωλιάζει στα οκτακόσια μέτρα πάνω από το επίπεδο του Ειρηνικού, ο ήλιος είναι και πάλι κυρίαρχος του παιχνιδιού.

 

Εδώ οδηγηθήκαμε ακολουθώντας τη χρονολογική σειρά ανάπτυξης των αρχαίων πολιτισμών του Περού: Την ίδια περίπου εποχή που ο πολιτισμός της χερσονήσου του Παράκας βυθίζεται στη λήθη, παίρνει τη σκυτάλη ο πολιτισμός της Νάσκα. Ο Αλέξανδρος έχει κινήσει για την ασιατική εκστρατεία του, όταν στην άλλη πλευρά του πλανήτη οι αρχαίοι Νασκαίοι αρχίζουν να χαράζουν στο πετρώδες έδαφος του ανδικού οροπεδίου τις περίφημες “γραμμές” τους, κληροδοτώντας στους σημερινούς επιστήμονες μιας από τις μεγαλύτερες σπαζοκεφαλιές της σύγχρονης αρχαιολογίας.

 

Μακριές διασταυρούμενες ευθείες, διάφορα γεωμετρικά σχέδια, αλλά και περίτεχνες αναπαραστάσεις ζώων και αντικειμένων βρίσκονται διασκορπισμένες σε μια επιφάνεια πεντακοσίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, χωρίς να εξυπηρετούν κάποιον εμφανή σκοπό ενώ -κι εδώ είναι το κρίσιμο σημείο- είναι αντιληπτές μόνο από αέρος.

Κατόπιν αυτού, τα ερωτήματα που γεννιούνται είναι πολλά και εύλογα, ενώ τα υπόλοιπα ευρήματα σχετικά με τον πολιτισμό της Νάσκα δυστυχώς ανεπαρκή για να στηρίξουν με βεβαιότητα μια και μόνη ερμηνεία των γραμμών.

Όπου όμως η λογική και η γνώση αδυνατούν ελλείψει στοιχείων να τεκμηριώσουν μία ικανοποιητική εξήγηση, το κενό σπεύδουν συνήθως να καλύψουν η μεταφυσική κι η φαντασιοκοπία. Εξ’ ου και το κύμα ουφολογίας, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του ’60, που βρήκε στη Νάσκα τη Γη της Επαγγελίας, βαφτίζοντας το οροπέδιο «αρχαίο κοσμοδρόμιο».

 

Ακόμα πιο ευτυχείς στάθηκαν οι κάτοικοι της Νάσκα που έτριβαν τα μάτια τους μπροστά στο ξαφνικό κύμα τουρισμού, ουρανοκατέβατο κι αυτό όπως και τα υποτιθέμενα ούφο που επισκέφθηκαν την περιοχή στο παρελθόν. Και λιγότερο ευτυχείς απ’ όλους στάθηκαν οι ίδιες οι γραμμές που εκείνη την περίοδο υποστήκανε σημαντικές ζημιές, συνέπεια της από εδάφους επίθεσης εκατοντάδων μηχανοκίνητων κάθε είδους, επιστρατευμένων από τρελαμένους “ερευνητές” που πηγαίνανε να μελετήσουν το μυστήριο από κοντά.

Ευτυχώς, έστω και αργά, οι τοπικές αρχές απαγορεύσανε δια ροπάλου τη χερσαία πρόσβαση επιτρέποντας μόνο την από αέρος επιθεώρηση. Την ίδια περίπου εποχή παρατηρείται μια σχετική ύφεση της ουφολογίας (μόδα ήταν και πέρασε) και τη σταδιακή επιστροφή σε πιο επιστημονικές προσεγγίσεις. Χωρίς να υπάρχει ακόμα κάποια οριστική ερμηνεία, η επικρατέστερη άποψη ωστόσο αποδίδει στις γραμμές κυρίως θρησκευτικό τελετουργικό προορισμό, συμπληρωματικά προς την εκδοχή της Γερμανίδας μαθηματικού Μαρίας Ράιχε, που ήδη από την δεκαετία του 50 έκανε λόγο για ένα τεράστιο αστρονομικό ημερολόγιο στην υπηρεσία της γεωργικής παραγωγής των αρχαίων Νασκαίων.


 

Μούμιες και κρανιακός τρυπανισμός

Μετά από μια θεαματική ημίωρη πτήση πάνω από τις γραμμές, πάμε να συμπληρώσουμε τις γνώσεις μας γύρω από τον πολιτισμό της Νάσκα με μια επίσκεψη στην Τσαουτσίλια, νότια της σημερινής πόλης, εκεί όπου ανακαλύφτηκε το αρχαίο νεκροταφείο.

Ο όρος “ανακαλύφτηκε” είναι μάλλον παραπλανητικός, αφού της αρχαιολογικής σκαπάνης προηγήθηκε η εκτεταμένη δράση τυμβωρύχων και αρχαιοκάπηλων, που άθελά τους οδήγησαν τελικά τους ερευνητές στα χνάρια τους.

 

Χρυσά κοσμήματα, μάσκες, σκεύη καθημερινής χρήσης, καθώς και κρανία, κόκαλα ή και ολόκληρες μούμιες τυλιγμένες σε υφαντά πήραν ανεπιστρεπτί το δρόμο για τα διεθνή παζάρια λαθραίων αρχαιοτήτων πριν οι περουβιάνικες αρχές κατορθώσουν να ελέγξουν και να προστατεύσουν στοιχειωδώς το χώρο. Όσα πάντως αντικείμενα παρέμειναν ανέγγιχτα έχουν αρκετά να διηγηθούν για τα ήθη και τις συνήθειες των αρχαίων Νασκαίων. Μουμιοποίηση όλων των νεκρών αδιακρίτως κοινωνικής προέλευσης και θέσης, χειρουργικές επεμβάσεις στο κεφάλι με τρυπανισμό, καθώς και κρανιακή παραμόρφωση των βρεφών για αισθητικούς λόγους είναι μερικές από τις πρακτικές που πιστοποιούνται από τα ταφικά ευρήματα στην Τσαουτσίλια.

 

Σ’ ένα αμμώδες οροπέδιο μερικών τετραγωνικών χιλιομέτρων, σπαρμένα κόκαλα και θραύσματα από πήλινα αγγεία οδηγούν από τάφο σε τάφο, όπου το μακάβριο περιεχόμενο παραμένει έκθετο στα μάτια των επισκεπτών.
Ανάμεσα στα διάφορα υπολείμματα, την προσοχή μου τραβάνε τα εντυπωσιακά σε μήκος ανθρώπινα μαλλιά που κρέμονται στα τοιχώματα ορισμένων τάφων ενώ κοσμούν και κατ’ εξαίρεση μερικά κρανία. Πρόκειται για τους τάφους των Κουράκα, των αρχηγών της πόλης, των οποίων διακριτικό σήμα εξουσίας ήταν, μεταξύ άλλων, και το χωρίς όρια μήκος του τριχωτού της κεφαλής, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους κατοίκους, άντρες και γυναίκες, που δικαιούνταν να φέρουν κώμη το πολύ μέχρι τους ώμους.

Εξαίρεση στον κανόνα αποτελούσαν ορισμένες ειδικά επιλεγμένες παρθένες που μάκραιναν τα μαλλιά τους επί τούτου, με μοναδικό προορισμό να τα προσφέρουν θυσία στον τάφο ενός Κουράκα. Δουλειά κι αυτή!

 

Αναχωρώντας από τη Νάσκα με το νυχτερινό λεωφορείο με προορισμό την Αρεκίπα, προσπαθώ ν’ ανακεφαλαιώσω τον καταιγισμό εικόνων των τελευταίων ημερών. Στο μυαλό των περισσότερων κατοίκων της Ευρώπης, η ιστορία του Περού συνοψίζεται στους Ίνκας και στην κατάκτηση της χώρας από τον Πιζάρο και τους μισθοφόρους του πριν από σχεδόν πέντε αιώνες. Πόσοι όμως έχουν συνείδηση ότι ο πολιτισμός σ’ αυτήν εδώ τη γωνιά της γης είναι στην πραγματικότητα μια πανάρχαια υπόθεση, κι ότι δυόμιση χιλιάδες χρόνια πριν την “ανακάλυψη” της Αμερικανικής ηπείρου από τον Κολόμβο, και δυο χιλιάδες χρόνια πριν την έλευση των Ίνκας, οι πρόγονοι τους στο Παράκας, κι ύστερα στη Νάσκα και αλλού ταριχεύανε τους νεκρούς τους, κατασκεύαζαν υφαντά και σκεύη σπάνιας ομορφιάς,  και χάραζαν στο έδαφος σχέδια που σήμερα εξακολουθούν να γεννούν αναπάντητα ερωτηματικά στους αρχαιολόγους;

Για περισσότερες φωτογραφίες:
 http://zyrinis.gr/node/9511

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg