Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

Ταξίδια: ΠΕΡΟΥ 4 - ΑΡΕΚΙΠΑ-ΚΟΛΚΑ ΒΑΛΕΫ, EL CONDOR PASA

 
Μια μαύρη κουκίδα, με φόντο τον σκούρο όγκο του βουνού ανεβαίνει σιγά σιγά από τα βάθη της χαράδρας του Κόλκα πλησιάζοντας προς το μέρος μας. Νάτος! Νάτος! Έρχεται! Με άνοιγμα φτερών που φτάνει τα τέσσερα μέτρα, σε λίγα λεπτά φτερουγίζει μπροστά μας το μεγαλύτερο πουλί του κόσμου, ένας μεγαλοπρεπής κόνδορας των Άνδεων. 

Της Ισαβέλλας Μπερτράν
Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 
τεύχος αρ. 93 / 19.01.2002


Προηγούνται: 

Ώρα δέκα το βράδι, και καθισμένοι στο πάγκο του σταθμού υπεραστικών λεωφορείων περιμένουμε οικογενειακώς το όχημα που θα μας μεταφέρει στην Αρεκίπα. Με τα μάτια καρφωμένα αδιαλείπτως στις αποσκευές μας, πασχίζω να εξορίσω από το μυαλό μου τα αόριστα αισθήματα ανησυχίας σχετικά με την ασφάλεια μας, σκέψεις δυσάρεστες όσο κι ανώφελες αυτήν την ύστατη πριν την αναχώρηση ώρα. Πώς να ξεφύγει όμως ο νους, όταν οι δύο ταξιδιωτικοί οδηγοί που κουβαλάω μαζί μου βρίθουν από προειδοποιήσεις αναφορικά με τους κινδύνους που ελλοχεύουν στις οδικές μετακινήσεις στην περιοχή των Άνδεων γενικά, στη συγκεκριμένη διαδρομή ειδικά, και τη νύχτα ειδικότερα; Ξεκινώντας από τις πολυάριθμες μαρτυρίες για συστηματικό ξαλάφρωμα ταξιδιωτών από το περιττό βάρος χρημάτων, διαβατηρίων και φωτογραφικών και φτάνοντας στις σποραδικές πειρατείες σε οχήματα μαζικής μεταφοράς. Εναλλακτική λύση όμως μηδέν. Η Αρεκίπα συνδέεται με τη Νάσκα μόνο με λεωφορεία. Και μάλιστα όλα νυχτερινά. Άρα;

Να πάρετε το λεωφορείο Royal Class, με συμβούλεψε η ξενοδόχα μας, η Ραμόνα, καθώς την αποχαιρετούσαμε το μεσημέρι. Είναι καινούργιο στη γραμμή, κοστίζει διπλάσια από τα άλλα κοινά λεωφορεία, αλλά είναι πολύ ασφαλές και άνετο. Θα κοιμηθείτε και ούτε που θα καταλάβετε το ταξίδι.Τώρα πλάκα μας κάνεις; θέλω να της πω, αλλά αντ’ αυτού την ευχαριστώ για το ενδιαφέρον της. Ακου να κοιμηθούμε! Πάντως ακολουθήσαμε τη συμβουλή της και κλείσαμε εισιτήρια στο Royal Class.

Δεν το πιστεύω! Μία ένστολη συνοδός-ταξιθέτρια μας οδηγεί στον πάνω όροφο ενός υπερσύγχρονου δίπατου λεωφορείου, με κλιματισμό, τουαλέτα, ανατομικά ανακλινόμενα καθίσματα τύπου recaro, με αφή βελούδινη και άνεση χώρου σε φάρδος και κυρίως σε μήκος για τα πόδια, πολλαπλάσια απ’ αυτήν που διαθέτουν οι τσιφούτικες αεροπορικές εταιρείες κατά τις υπερπόντιες πτήσεις τους στους πληβείους της οικονομικής θέσης. Και μάλιστα, εν προκειμένω, χωρίς τον κίνδυνο αναταράξεων και κενών αέρος. Οι δε αποσκευές έχουν ασφαλιστεί άπαξ δια παντός στα πορτ μπαγκάζ του λεωφορείου, και δεν πρόκειται να ανοιχτούν μέχρι την Αρεκίπα, αφού η διαδρομή προβλέπεται non stop για λόγους ασφαλείας. Μήπως η Ραμόνα είχε δίκιο; Το απαλό λίκνισμα της άριστης υδραυλικής ανάρτησης νικάει και τις τελευταίες έτσι κι αλλιώς εξασθενισμένες αντιστάσεις μας και σύντομα βυθιζόμαστε σ’ έναν απολαυστικό επτάωρο ύπνο, όσο περίπου διαρκεί και η ορεινή διαδρομή που σκαρφαλώνει σιγά σιγά μέσα από τις Άνδεις μέχρι τα 2400 μέτρα όπου κουρνιάζει η Αρεκίπα. Το χάραμα μας βρίσκει στις παρυφές της πόλης που ακόμα κοιμάται, ενώ πλάι στο δρόμο παρελαύνουν ξεθωριασμένα προεκλογικά συνθήματα.

 

Αρεκίπα
Έχει παράδοση η Αρεκίπα στα πολιτικά πράγματα του Περού, ως προπύργιο της συντηρητικής παράταξης. Αρχίζοντας από τους δύο επίδοξους σωτήρες, τον Σάντσεζ Θέρρο και το στρατηγό Μανουέλ Όντρια, αμφότεροι τέκνα της Αρεκίπα, που ηγήθηκαν ισάριθμων στρατιωτικών πραξικοπημάτων το 1930 και το 1948. Και φτάνοντας στον δις εκλεγμένο δεξιό πρόεδρο Φερνάντο Μπελαούντε, βγαλμένος κι αυτός από τα σπλάχνα πλούσιας (εννοείται) οικογένειας της πόλης. Σε μόνιμο ανταγωνισμό με τη Λίμα, στην οποία αρνούνται την πρωτοκαθεδρία ως κέντρο διακυβέρνησης της χώρας, οι Αρεκιπαίοι καυχιούνται ότι η πόλη τους αποτελεί την πνευματική και πολιτιστική πρωτεύουσα του Περού. Κι η αλήθεια είναι ότι  μόνο στην ομορφιά των δρόμων να σταθείς, εύκολα συνηγορείς για το βάσιμο της άποψής τους.

 

Πέρα από τις σημαντικές πολιτικές δονήσεις που ταρακούνησαν ολόκληρο το Περού τις τελευταίες δεκαετίες, η Αρεκίπα βρίσκεται επιπρόσθετα αντιμέτωπη σε μόνιμη βάση και με τις ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες των γεωλογικών ανακατατάξεων που αποτελούν κανόνα στην ασταθή περιοχή των Άνδεων. Τελευταίο σαρωτικό χτύπημα, ο σεισμός του Ιούνη του 2001, με δεκάδες νεκρούς και ανυπολόγιστες ζημιές. Από τα κύρια (αρχιτεκτονικά) θύματα αυτή τη φορά, ήταν και η πρόσοψη του μεγάλου καθεδρικού στην Πλάζα ντε Άρμας, ένος εντυπωσιακού νεοαναγεννησιακού ναού, μαθημένου πάντως στις φυσικές καταστροφές, αφού από το πρώτο μισό του 17ου αιώνα που χτίστηκε έχει ήδη υποστεί δύο σχεδόν ολοκληρωτικές ανοικοδομήσεις κατά τον 19ο, μία μετά από πυρκαϊά το 1844, και μία δεύτερη μετά από σεισμό το 1868. 

 

Η παρουσία του ηφαιστείου Ελ Μίστι, που ο τέλειος κώνος του δεσπόζει στα 5822 μέτρα, όσο κι αν προσφέρει ένα εντυπωσιακότατο φόντο στην πόλη που απλώνεται στα πόδια του, οπωσδήποτε δεν συμβάλει καθησυχαστικά στο να εμπεδωθεί ένα αίσθημα ασφάλειας ως προς την γεωλογική ευστάθεια της περιοχής. Η ίδια η ύπαρξη της Αρεκίπα είναι ωστόσο άρρηκτα δεμένη με το Ελ Μίστι καθώς και με το όρος Τσατσάνι, που ρίχνει  κι αυτό τη σκιά του στην περιοχή, αφού από τα σπλάχνα των δύο αυτών ηφαιστείων προέρχεται το μεγαλύτερο μέρος των οικοδομικών υλικών που χρησιμοποιήθηκαν ανά τους αιώνες στην κατασκευή της αποκαλούμενης από τους Ισπανούς αποικιοκράτες “Ciudad Blanca” (Λευκή Πόλη).

 

Ένα κύμα ευφορίας μας έχει καταλάβει οικογενειακώς, καθώς βολτάρουμε στους δρόμους της Αρεκίπα χαζεύοντας την απίστευτη ποικιλία στις αρχιτεκτονικές λεπτομέρειες των προσόψεων των αποικιοκρατικών σπιτιών, ενώ έχουμε διχαστεί ανάμεσα στις διάφορες εναλλακτικές απολαύσεις που μας προσφέρονται: Συνέχιση της επίσκεψης με φωτογράφιση, γεύμα στο ατμοσφαιρικό φαγάδικο που εντοπίσαμε στην Calle San Francisco ή καφές με θέα την Πλάζα ντε Άρμας και λάιβ περουβιάνικη μουσική από τις δεκάδες μπάντες που αλωνίζουν την πόλη;

 

Ο Ορέστης δηλώνει φανατικά υπέρ της τελευταίας εκδοχής, υποψιάζομαι όχι τόσο για τον καφέ όσο από συμπάθεια προς όλα αδιακρίτως τα περιφερόμενα μουσικά συγκροτήματα όπου γης. Άποψη που θα συμμεριζόμουν με ενθουσιασμό αν δεν είχα αγγίξει το στάδιο του κορεσμού με τη μελωδία του El Condor Pasa που περιλαμβάνεται απαραιτήτως στο ρεπερτόριο όλων ανεξαιρέτως των πλανόδιων καλλιτεχνών του Περού, όπως το “Σ’ αγαπώ γιατί εισ’ ώραία” των  Αλβανών συναδέλφων τους στην Αθήνα. Έτσι ταλαντεύομαι ανάμεσα στο φαγητό και τον καφέ, ενώ ο Κώστας ανάμεσα στον καφέ και τη φωτογράφιση. Τελικά ψηφίζουμε … και τα τρία, καφές, φωτογράφιση, φαγητό με αυτή τη σειρά, μια λύση που απ’ ό,τι φαίνεται μας ικανοποιεί όλους.

 

Το Μοναστήρι της Σάντα Καταλίνα
Με τη γεύση του εσπρέσο ακόμα στο στόμα και στ’ αυτιά την μελωδία του El Condor Pasa παιγμένη στην έβδομη για σήμερα εκδοχή της, στεκόμαστε στην είσοδο του σπουδαιότερου μαστ αξιοθέατου της Αρεκίπα, του μοναστηριού της Σάντα Καταλίνα. Από την ίδρυση του το 1580 και για τους επόμενους τέσσερις αιώνες, το μοναστήρι κράτησε επτασφράγιστες τις πύλες του, μαζί με το μυστικό των όσων διαδραματίζονταν πίσω από τους ψηλούς του τοίχους. Αυτά μέχρι το 1970, οπότε οι εναπομείνασες καλόγριες, ψυχανεμιζόμενες το νέο πνεύμα της εποχής και την άνοδο του τουρισμού, είδαν το θέμα πιο πρακτικά.

 

Τι κερδίζουμε τόσα χρόνια που ζούμε μαντρωμένες εδώ μέσα; εισηγήθηκε η υπεύθυνη επί των οικονομικών, που από τη φύση της θέσης της είχε και καλύτερη αντίληψη των πιεστικών ταμειακών αναγκών. Τίποτε. Συνεχώς λιγοστεύουμε, και μαζί με μας λιγοστεύουν και τα έσοδα της μονής. Δεν ανοίγουμε λοιπόν καλύτερα τις πύλες να μαζέψουμε κανένα φράγκο από τους διάφορους περίεργους που συχνάζουν στα πέριξ; Έτσι και εγένετο, με τις καλόγριες συμπτυσσόμενες όλες σε μία πτέρυγα του μοναστηριού και παραχωρώντας το υπόλοιπο σε επί πληρωμεί επίσκεψη. Κι όταν λέμε υπόλοιπο, εννοούμε μια περιτοιχισμένη μίνι πολιτεία είκοσι περίπου στρεμάτων μέσα στην καρδιά της Αρεκίπα. Μια πόλη μέσα στην πόλη, με σπίτια, κελιά, κοινόχρηστες αίθουσες, εσωτερικές αυλές, πλατείες, κι ένα λαβύρινθο από σοκάκια  και κεντρικές “αρτηρίες” με δανεικά ονόματα ισπανικών πόλεων, όπως Calle Cordoba, Calle Granada, και πάει λέγοντας.

 

Τροφοδότες του μοναστηριού επί τέσσερις αιώνες υπήρξανε οι πλούσιες οικογένειες της περιοχής που επιθυμούσαν να καμαρώσουν τα θηλυκά τους βλαστάρια ντυμένα στα μαύρα ράσα της μετάνοιας,  πληρώνοντας αδρά γιαυτό το εξαιρετικό προνόμιο. Η ένταξη κάποιου κοριτσιού στην ιερά μονή γινόταν σε ηλικία δώδεκα με δεκατεσσάρων ετών, έναντι σημαντικών δωρεών σε χρήματα, ασημικά, κοσμήματα και άλλα αγαθά του μάταιου ετούτου κόσμου, που αποθηκεύονταν με θρησκευτική ευλάβεια σε ειδικά μπαούλα με τρεις ξεχωριστές κλειδαριές. Προκειμένου να μπει φραγμός στον πειρασμό κάποια ασυνείδητη να βάλει χέρι στη μοναστηριακή περιουσία, τα κλειδιά του κάθε μπαούλου παρέμεναν στην κατοχή τριών διαφορετικών προσώπων: της Ηγουμένισσας, της επί των οικονομικών αδελφής και της κάθε κόρης για το αντίστοιχο μπαούλο όπου φυλάσσονταν τα πρώην προσωπικά της περιουσιακά στοιχεία.

 

Το 1834, η Σάντα Καταλίνα άγγιξε το πληθυσμιακό ζενίθ της, με μισή χιλιάδα γυναίκες έγκλειστες εντός των τειχών. Απ’ αυτές όμως μόνον οι 175 έχαιραν του στάτους της καλόγριας ενώ οι υπόλοιπες δεν ήταν παρά σκλάβες που είχαν συνοδέψει τις πλούσιες κόρες κατά την είσοδό τους στη μονή και διέμεναν μαζί τους υποχρεωτικά, ταγμένες ισοβίως στην υπηρεσία τους.  Οι υπηρέτριες ζούσαν σε μικροσκοπικά σκοτεινά και υγρά κελιά χωρίς παράθυρα, όσο οι αφεντικίνες τους προσεύχονταν για τη σωτηρία της ψυχής τους στα ευρύχωρα διαμερίσματά τους.

 

Στα ζητήματα προσωπικής υγεινής πάντως βασίλευε καθεστώς πλήρους ισότητας στην … απλησιά. Οι μοναχές πλένονταν με μέγιστη συχνότητα μία φορά το μήνα, βουτώντας για λόγους χριστιανικής σεμνότητας μαζί τα ρούχα τους μέσα σ’ έναν κάδο με κρύο νερό. Κατόπιν αυτού, και σε συνδυασμό με το πρωτόγονο σύστημα αποχέτευσης της μόνης (ανοιχτοί οχετοί στη μέση των δρόμων) δεν είναι να απορεί κανείς για τα συχνά κρούσματα χολέρας που αραίωναν κάθε τόσο τη μοναστηριακή κοινότητα, ρίχνοντας το μέσο όρο ζωής γύρω στα 45. Μόλις είκοσι έξι καλόγριες εξακολουθούν σήμερα να κατοικούν στη Σάντα Καταλίνα, αυτοπεριοριζόμενες στο βόρειο τμήμα του μοναστηριού και επιμένοντας να ζουν μακρυά από τα βλέμματα όχι μόνο του έξω κόσμου αλλά και των επισκεπτών. Ο καθείς με τις επιλογές του!

 

Οδεύοντας προς το Κόλκα
Μετά από δυο μέρες αισθητικού ευδαιμονισμού σε αστικό περιβάλλον, η δική μας επιλογή πάντως είναι μια βαθιά βουτιά στη φύση. Και μάλιστα πολύ βαθιά, αφού στην ευρύτερη περιοχή της Αρεκίπα βρίσκονται τα δύο πιο ιλιγγιώδη φαράγγια του πλανήτη: Το Κοταχουάσι και το Κόλκα. Μέχρι πολύ πρόσφατα, το Κόλκα κατείχε το παγκόσμιο ρεκόρ βάθους, σχεδόν διπλάσιο από εκείνο του Γκραν Κάνυον στην Αριζόνα, με 3.191 μέτρα υψομετρική διαφορά ανάμεσα στην κορυφή των Άνδεων πάνω από το φαράγγι και τον πυθμένα του Κόλκα όπου κυλάει μουγγρίζοντας ο ομώνυμος ποταμός. Μέχρι που κάποιες καινούργιες μετρήσεις ανέδειξαν στην πρώτη θέση το γειτονικό Κοταχουάσι, που προέκυψε κατά 163 μέτρα βαθύτερο. Τη  δόξα όμως και το ενδιαφέρον των  ταξιδιωτών εξακολουθεί να συγκεντρώνει ο Κόλκα, για λόγους που δεν έχουν να κάνουν με το βάθος του αλλά με τους πελώριους κόνδορες των Άνδεων, που για κάποια αδιευκρίνιστη ακόμα αιτία κάθε πρωί φέρνουν βόλτες σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία πάνω από το χείλος του γκρεμού.

 

Αποφασισμένοι να συναντηθούμε μαζί τους, αναχωρούμε για το Τσιβάι, ένα χωριό καμιά εκατονπενηνταριά χιλιόμετρα από την Αρεκίπα, που αποτελεί και την πιο πρόσφορη βάση για μια εξόρμηση προς το Κόλκα και τους ιπτάμενους θαμώνες του. Στριμωγμένοι σ’ ένα βανάκι, παρέα με άλλους οκτώ συνταξιδιώτες ποικίλων εθνικοτήτων, ορμόμενους από τον ίδιο με μας ευγενή φυσιολατρικό σκοπό, συσφίγγουμε τις μεταξύ μας σχέσεις  τραμπαλιζόμενοι ακούσια κι εναλλάξ ο ένας στην αγγαλιά των άλλων σε κάθε στροφή και λακκούβα της χωμάτινης διαδρομής.  Ο δρόμος δεν σταματάει ν΄ανεβαίνει, και τα δυσάρεστα συμπτώματα του υψόμετρου αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους με πρώτο θύμα τον Ορέστη. Ευτυχώς πολύ σύντομα δύο Αγγλίδες και ένας Ιταλός από την παρέα έχουν κι αυτοί το χάλι τους, για να μην θεωρηθεί δηλαδή εθνική μειονεξία της φυλής μας η στομαχική ανακατοσούρα του γιού μου.

 

Σταματάμε καθ’ οδόν σ’ ένα πανδοχείο για να πιούμε ρόφημα κόκας που αποτελεί, υποτίθεται, αντίδοτο στα αρνητικά επακόλουθα του υψόμετρου. Για να δούμε! Μετά τις δύο πρώτες γουλιές, ο Ορέστης καταθέτει όλο τον (υλικό) εσωτερικό του κόσμο στο παρακείμενο λιβάδι, γεγονός που ανατρέπει τον ισχυρισμό για την ευεργετική επίδραση των φύλλων κόκας, αλλά λίγο αργότερα δηλώνει σαφώς καλύτερα, αφήνοντας τελικά μετέωρο το ζήτημα της αποτελεσματικότητας ή όχι του εν λόγω αφεψήματος. Ο Ιταλός και οι δυο Αγγλίδες που ήπιαν από ένα ολόκληρο φλυτζάνι είδαν αρχικά μια ελαφριά βελτίωση, που όμως σταδιακά εξανεμίζεται όσο το βανάκι εξακολουθεί να σκαρφαλώνει το χωματόδρομο. Όταν επιτέλους αγγίζουμε τον αυχένα στα 4800 μέτρα, ακόμα και οι δύο Χιλιανοί συνταξιδιώτες τα ’χουν φτύσει, κι ας κατέχουν πάνω από τη μισή ανδική οροσειρά μέσα στην επικράτεια της μακρόστενης χώρας τους. Όσο για μένα, νοιώθω περίπου εξαϋλωμένη από τη ζαλάδα, μόνο που δεν ξέρω αν πρέπει να τ’ αποδόσω στο υψόμετρο ή στα φύλλα της κόκας.

 

Το γυμνό οροπέδιο που μας περιβάλλει είναι πάντως μεγαλειώδες στην ερημιά και την σιωπή του. Μόνο σημείο αναφοράς, η πίσω πλευρά των ηφαιστείων Ελ Μίστι και Τσατσάνι που ορθώνουν  το ανάστημά τους καμιά χιλιάδα μέτρα πάνω από το σημείο όπου έχουμε σταθεί, καθώς και εκατοντάδες μικροί σωροί από πέτρες που στοιβάζουν εθιμικά οι ταξιδιώτες ως σημάδι του περάσματός τους. Ο μόνος που δεν φαίνεται να’χει πάρει χαμπάρι από υψομετρικές παρενέργειες είναι ο Κώστας, που περιφέρεται καπνίζοντας ασταμάτητα σαν επικείμενος πατέρας έξω από αίθουσα τοκετού, αλλά και συνοφρυωμένος για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο. Τι τρέχει; Δεν υπάρχει, λέει, τρόπος ν’ αποδοθεί φωτογραφικά το τοπίο. Ε, δεν πειράζει, απόλαυσέ το με τα μάτια, του αντιπροτείνω. Απομακρύνεται εμφανώς τσαντισμένος από την αντιεπαγγελματική μου απάντηση. Τώρα τι να πεις;

Το Τσιβάι είναι ευτυχώς χτισμένο σε υψόμετρο “μόνο” 3300 μέτρων, κι έτσι όσο κατεβαίνουμε από το φρύδι προς το χωριό, ένας ένας αρχίζουμε σταδιακά να συνερχόμαστε. Το μπάνιο στις παρακείμενες θερμές πηγές, με το νερό στους  40οC, ενώ η περιβάλλουσα θερμοκρασία ταλαντεύεται γύρω στο μηδέν, είναι μια σκέτη απόλαυση που μας βοηθάει ν’ αντιμετωπίσουμε με ανανεωμένες δυνάμεις το παγωμένο δωμάτιο του ταπεινού πανδοχείου. Κοιμόμαστε ντυμένοι με όσα ρούχα διαθέτουμε και την επομένη στεκόμαστε επί ποδός πολέμου από τ’ άγρια χαράματα.

 

El Condor Pasa 
Ο ήλιος κοντεύει να ανατείλει πίσω από την κορυφή του  βουνού που ατενίζει τον πάτο του φαραγγιού του Κόλκα από ύψος τριών χιλιάδων και βάλε μέτρων πάνω απ’ αυτό. Στεκόμαστε ακριβώς απέναντι, στην τοποθεσία Cruz del Condor, στο χείλος του γκρεμού και δύο χιλιάδες μέτρα χαμηλότερα,  “μόλις” χίλια τόσα μέτρα πάνω από το χάος, περιμένοντας υπομονετικά τις πρώτες ακτίνες να φωτίσουν το κάνυον. Μια μαύρη κουκίδα, με φόντο τον σκούρο όγκο του βουνού ανεβαίνει σιγά σιγά από τα βάθη της χαράδρας πλησιάζοντας προς το μέρος μας. Δάκτυλα τεντώνονται  υποδεικνύοντας τη θέση κι ο ίδιος  ψίθυρος περνάει από στόμα σε στόμα σε διαφορετικές γλώσσες: Νάτος, εκεί! Όσο περνάει η ώρα, η κουκίδα μεγαλώνει, μέχρι που σε λίγα λεπτά φτερουγίζει μπροστά μας το μεγαλύτερο πουλί του κόσμου, ένας μεγαλοπρεπής κόνδορας των Άνδεων. Η παρουσία του έχει καθηλώσει στη σιωπή όλη την ομήγυρη που είχε παραταχθεί από νωρίς για το πολυπόθητο ραντεβού μαζί του. Μ’ ένα άνοιγμα φτερών που φτάνει τα τέσσερα μέτρα, τον παρακολουθούμε να παρελαύνει, ενώ ο ήλιος συνεχίζει να σκαρφαλώνει γλυκαίνοντας την παγωνιά του πρωινού.

 

 

Με το πέρασμα της ώρας κι άλλοι κόνδορες ξεπηδούν από την άβυσσο του Κόλκα, εκμεταλλευόμενοι τα θερμά ανοδικά ρεύματα αέρα που αναδύονται από το φαράγγι. Είναι πλέον τέσσερα τα γιγάντια πουλιά που φέρνουν βόλτες πάνω από το κεφάλι μας, σ’ ένα ατελείωτο πηγαίνελα από τη μια πλευρά του γκρεμού στην άλλη προς αναζήτηση της μακάβριας λείας τους. Πτώματα ζώων ο επιούσιος, μια θέση στην τροφική αλυσσίδα που τα έχει αναδείξει ως τους μεγαλύτερους φυσικούς σκουπιδιάρηδες των Άνδεων, καθαρίζοντας τα βουνά από τα ψοφίμια και συμβάλοντας αποφασιστικά στην προστασία των πληθυσμών των θηλαστικών από αρρώστιες και μολύνσεις. Η μάλλον, για ν’ακριβολογούμε, ό,τι απόμεινε απ’ αυτούς τους πληθυσμούς, γιατί η άγρια πανίδα έχει υποστεί κι εδώ, όπως παντού στον πλανήτη, σημαντικές μειώσεις από το κυνήγι και την αναπόφευχτη απώλεια βιότοπων προς όφελος των καλλιεργειών.

 

Το αποτέλεσμα πάντος της επίπονης εργασίας των ιθαγενών Κολιάγκα να τιθασεύσουν τη γη τους για να καρπίσει σε τρεισήμιση χιλιάδες μέτρα υψόμετρο είναι χάρμα οφθαλμών. Καθοδόν προς τα χωριά τους στις παρυφές του φαραγγιού, ένα ανεπανάληπτο σκηνικό από κλιμακωτά χωράφια φυτεμένα με πατάτες και φασόλια συνθέτει το τοπίο έτσι όπως αυτό διαμορφώθηκε εδώ και αιώνες κάτω από την εξουσία και τη διδαχή των Ίνκας. Τις δικές τους τεχνικές εξακολουθούν και σήμερα να αναπαράγουν οι Κολιάγκα, στη διαμόρφωση των απότομων πλαγιών και το χτίσιμο των περιμετρικών τοιχίων για προστασία των αγροτεμαχίων από τις βροχές και τις κατολισθήσεις. Ίδια όπως και τότε η λιτότητα των μέσων και η τραχύτητα της ζωής τους, ένα με τη γη τους και τα κοπάδια των λάμα και των αλπάκα που βόσκουν το αραιό χορτάρι. Στην άκρη του μονοπατιού, ένα μικρό αγόρι στέλνει την ανάσα του σε νότες μέσα από τα καλάμια μιας βραχνής περουβιάνικης φλογέρας, στο ρυθμό της πιο γνωστής ανδικής μελωδίας. Εδώ όμως φαντάζει απολύτως ταιριαστή: El Condor Pasa λοιπόν!



 
http://zyrinis.gr/node/11915 

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg