Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Ταξίδια : ΠΕΡΟΥ 5 - ΤΙΤΙΚΑΚΑ, ΜΙΑ ΖΩΗ ΣΤΗΝ ΨΑΘΑ-νησιά Ούρος.



Παραίσθηση; Όχι. Οι ψάθινες σχεδίες που επιπλέουν στ’ ανοιχτά μερικές εκατοντάδες μέτρα μπροστά μου είναι απολύτως πραγματικές. Μόνο που δεν πρόκειται για σχεδίες. Όχι πάντως με τη συμβατική έννοια του όρου. Είναι νησιά. Εντάξει, ούτε ακριβώς νησιά. Κάτι ανάμεσα στα δύο. Πλωτές νησίδες ή κατοικημένες σχεδίες, όπως το πάρει κανείς. Με μία λέξη, είναι τα Ούρος. Τα απολύτως ανάδελφα. Μια αποκλειστικότητα της λίμνης Τιτικάκα, όπου και τα πλησιέστερα προς τον ουρανό κατοικημένα νησιά του πλανήτη.

Της Ισαβέλλας Μπερτράν
Δημοσιεύτηκε στο ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ,
τεύχος αρ. 159 / 25.04.2003

http://www.lonelyplanet.com/maps/south-america/peru/map_of_peru.jpg

Προηγούνται

Διαβάστε επίσης για την Τιτικάκα το αντίστοιχο ταξίδι από την βολιβιάνικη πλευρά, 10 χρόνια αργότερα:

 

  

Τρεις μέρες παρακολουθούσα την πλειονότητα των αλλοδαπών στo Πούνο να μην μπορούν να πάρουν τα πόδια τους από τον πονοκέφαλο και τη ζαλάδα κι έλεγα από μέσα μου σιγά τώρα, οι γνωστές υπερβολές των καλομαθημένων που στο πρώτο ζόρι τα χρειάζονται κι αρχίζουνε την κλάψα. Κι ανάμεσά τους ο κανακάρης μου, πιο άσπρος κι από ασπιρίνη, να σέρνει τα βήματά του σαν ημιθανής γέρος με πιτζάμες σε διάδρομο του Ευαγγελισμού και να μου τη δίνει κατ’ ευθείαν στα νεύρα. Μα τόση ατονία πια βρε Ορέστη; Νέα γενιά σου λέει μετά!

 

Είχα ακόμα τον αέρα της άνεσης όταν διατύπωνα στον γιο μου αυτές τις νουθεσίες καθισμένη μαζί του σε κάτι βράχια, με μπροστά μας απλωμένη τη λεία επιφάνεια της λίμνης Ουμάγιο στο Σιλιουστάνι,  καμιά τριανταριά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του Πούνο και της Τιτικάκα.

Γύρω μας τα διασκορπισμένα απομεινάρια των τσούλπας - των ταφικών μνημείων των Ινδιάνων Κόλια - μάκραιναν τις σκιές τους καθώς ο ήλιος έδυε πυρπολώντας την οροσειρά της Κορντιλιέρα Ρεάλ από τη βολιβιάνικη πλευρά των συνόρων. Άλλα χτισμένα σαν κυλινδρική παραλλαγή των πύργων της Μάνης, και άλλα με την τεχνοτροπία των κυκλώπειων κατασκευών, τα αρχαία ερείπια φώναζαν στη βουβή γλώσσα της πέτρας την άλλοτε κυριαρχία των Κόλια στα περίχωρα της Τιτικάκα, πριν από την έλευση της ινκαϊκής παντοκρατορίας.

 

Ζήτημα υπό διερεύνηση το πως ξεπήδησε η εν λόγω φυλή, και ποια η σύνδεση της με τον ακόμα προγενέστερο πολιτισμό του Τιαχουανάκο, που με επίκεντρο την ιερή λίμνη άνθισε για περίπου εφτακόσια χρόνια πριν εκφυλιστεί σε στρατοκρατία της χειρότερης μορφής και σβήσει τελικά τον 12ο αιώνα.

Ολόκληρο κομπολόι απαρτίζουν οι πολιτισμοί αλλά και οι μικροκοινωνίες που αναπτύχθηκαν κατά καιρούς στις παρυφές της Τιτικάκα, κληροδοτώντας κατά πως φαίνεται ερωτήματα για αρκετές μελλοντικές γενιές αρχαιολόγων.

 

Είχε λοιπόν τη  δική της ξεχωριστή αξία αυτή η επίσκεψη στο Σιλιουστάνι. Κάτι σαν εισαγωγικό πρελούδιο, ας πούμε, στην ίδια την Τιτικάκα.

Γιατί το ταξίδι έχει κι αυτό τους ρυθμούς του και την τελετουργία του. Θέλει τον χρόνο του και τους διαδοχικούς σταθμούς του για να βαφτιστείς σ’ έναν τόπο, ιδιαίτερα με τα γεωγραφικά και ιστορικά μεγέθη ενός Περού. Να μη συσσωρεύεις συνέχεια μπουλουκηδόν εικόνες, αλλά να τις βάζεις σε μια σειρά και να τις αφήνεις να ανασαίνουν. Αν θες βέβαια να μιλάς για ταξίδι κι όχι απλά για μετακίνηση.

 

Μα αυτά όλα τα ωραία αφορούσαν το χτες. Γιατί σήμερα το πρωί ο ταξιδιοφιλοσοφικός μου οίστρος πήγε περίπατο με μιας, μαζί με όλη την αλαζονική υπεροψία μου περί των αντοχών μου στο υψόμετρο, όταν ένοιωσα από τα πρώτα κιόλας βήματα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου την αναπνοή μου να έχει κοντύνει σαν φυματικής και το στομάχι να μου έχει ανέβει στο λαιμό, έτοιμο να πεταχτεί έξω μαζί με το αχώνευτο  χτεσινοβραδινό γεύμα. Να λοιπόν που οι χειρότερες υψομετρικές παρενέργειες με βρήκαν ετεροχρονισμένα!

Ο Ορέστης, που δείχνει στο μεταξύ να έχει αποκομίσει σημαντικά οφέλη από τη νυχτερινή ανάπαυλα, με αντιμετωπίζει προς τιμήν του χωρίς ίχνος ρεβανσισμού. Να σου δώσω από τα χάπια μου; Να μου δώσεις. Και τσάι κόκας να μου φέρεις, από την καφετέρια του ισογείου. Και φύλλα κόκας να μασήσω. Και καθαρή κοκαϊνη στην ανάγκη ή το νερό του Καματερού, δεν με νοιάζει τι θα είναι αυτό, αρκεί να στυλωθώ και πάλι στα πόδια μου. Ε όχι και κρεβατωμένη στο Περού!

 

 

Ο ΚΑΛΑΜΕΝΙΟΣ ΣΤΟΛΟΣ

Διαπλέουμε την Τιτικάκα. ΔΙΑΠΛΕΟΥΜΕ ΤΗΝ ΤΙΤΙΚΑΚΑ! Για φαντάσου.

Ήταν κάποιο βροχερό μεσημέρι Κυριακής πριν τρεις δεκαετίες και βάλε όταν έπεσα κατά τύχη πάνω σ’ ένα  τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για το Περού. Για να μου θυμίσει πράγματα που ήδη γνώριζα από τη σχολική γεωγραφία, προσθέτοντας όμως σ’ αυτά την ακαταμάχητη δύναμη της εικόνας. Έτσι, χάρη σε όσα θαυμαστά είχε καταγράψει η κάμερα, η πιο ψηλή πλεύσιμη λίμνη στον κόσμο έπαυε από εκείνη την ημέρα ν’ αποτελεί για μένα μια αφηρημένη υδάτινη επιφάνεια οκτώ χιλιάδων τριακοσίων τετραγωνικών χιλιομέτρων, στο μέγεθος της Κρήτης, φωλιασμένη στην αγκαλιά των Άνδεων στα τρεις χλιάδες εννιακόσια μέτρα υψόμετρο. 

 

Δεν ήταν πια απλά μία μάζα νερού τροφοδοτούμενη από εικοσιπέντε ποτάμια, με μία και μοναδική εκροή στο Ντεσαγκέρο, στα σύνορα Περού-Βολιβίας. Η Τιτικάκα είχε αποκτήσει πλέον οπτική υπόσταση, με παραλίμνιες πόλεις και βουνά στον καθρέφτη των νερών της, ανθρώπους που ζούσαν και μοχθούσαν στις όχθες της, ψαρόβαρκες που αυλάκωναν το υγρό γαλάζιο της και, πάνω απ’ όλα, κάτι νησάκια στο μέσον της, τόσο απομακρυσμένα από τη γύρω στεριά έτσι που κανένας χερσαίος όγκος να μην διασαλεύει την υδάτινη καμπύλη των οριζόντων. Ειδικά αυτά τα πλησιέστερα προς τον ουρανό κατοικημένα νησιά του πλανήτη, θρονιάστηκαν μέσα μου σαν έμμονη ιδέα, από εκείνες που τελικά ξεφορτώνεσαι μονάχα υλοποιώντας τες.  Και να λοιπόν που η στιγμή είχε φτάσει.

 

Ούρος, Τακίλε, Αμαντανί, διαλαλούσαν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους οι δύο πιτσιρικάδες κράχτες στο λιμάνι του Πούνο την επικείμενη αναχώρηση του καϊκιού Σάντα Λουτσία για να νησιά.

Είχα σωριαστεί με αγαλλίαση στην πρώτη ελεύθερη θέση που βρήκα μπαίνοντας μέσα στο πλεούμενο, βαθιά ικανοποιημένη από τον άθλο μου να σύρω επιτυχώς το σαρκίον μου από το ξενοδοχείο μέχρι την αποβάθρα. Ακίνητη από κείνη τη στιγμή, παρακολουθώ τις λαμαρινένιες στέγες του Πούνο να ξεμακραίνουν χωρίς ωστόσο να χάνονται ακόμα από το οπτικό μου πεδίο καθώς το σκάφος μας ακολουθεί πορεία στα αβαθή, παράλληλα με την ανατολική όχθη της λίμνης.

 

Δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ γης και νερού στη διάρκεια αυτής της πλεύσης, με τις βαρκούλες των ιθαγενών να χάνονται και να επανεμφανίζονται εξ’ ίσου ξαφνικά, καθώς διασχίζουν εκατοντάδες μέτρα ανοίγοντας δρόμο μέσα από υδρόβια χωράφια καλαμιών.

- Σορότσε;
Το μονολεκτικό ερώτημα με την επίκαιρη ισπανική λέξη που περιγράφει την υψομετρική αδιαθεσία  έχει μόλις διατυπωθεί από τον δίπλα μου νεαρό συνεπιβάτη, μια ακαταμάχητη διασταύρωση μεταξύ Ινδιάνου Βορείου Αμερικής και Αλ Πατσίνο στα πρώτα κινηματογραφικά του βήματα. Πού το κατάλαβες αμίγκο, φαίνομαι ε;

Αντί άλλης απάντησης ο Αμερινδός Αλ Πατσίνο βγάζει από την τσέπη του δερμάτινου γιλέκου του κάτι κιτρινωπά σκευάσματα χύμα και μου τα τείνει χαμογελαστά. Πολύ αποτελεσματικά, λέει. Να μασήσω δύο τώρα μαζεμένα, κι ύστερα από ένα κάθε φορά που νοιώθω αδυναμία, και σύντομα θα γίνω περδίκι. Γιατί όχι; Εδώ που φτάσαμε …

 

Αρχικά σκέφτηκα πως επρόκειτο για παραίσθηση, προκληθείσα από τις απροσδιόριστης υφής καραμέλες. Λάθος. Οι ψάθινες σχεδίες που επιπλέουν στ’ ανοιχτά μερικές εκατοντάδες μέτρα μπροστά μας είναι απολύτως πραγματικές. Μόνο που δεν πρόκειται για σχεδίες. Όχι πάντως με τη συμβατική έννοια του όρου. Είναι νησιά. Εντάξει, ούτε ακριβώς για νησιά. Κάτι ανάμεσα στα δύο. Πλωτές νησίδες ή κατοικημένες σχεδίες, όπως το δει ο καθένας. Μια αρχιτεκτονική συνεργασία της Φύσης που έριξε ας πούμε την πρώτη ισόγεια φυτική πλάκα πάνω στο νερό, χαλαρά προσδεμένη στο βυθό σε εύθραυστα θεμέλια από ρίζες, και του Ανθρώπου που ‘φτιαξε στη συνέχεια το πανωσήκωμα και συντηρεί από τότε την όλη κατασκευή.

 

Καμιά σαρανταριά ανάλογες ημιφυσικές ημιτεχνητές πλατφόρμες συγκροτούν το νησιωτικό σύμπλεγμα των Ούρος. Των μοναδικών κι απολύτως ανάδελφων. Με έδαφος αποτελούμενο από στρώματα επί στρωμάτων πλεγμένης ψάθας, όπου ορθώνονται σπίτια, κι αυτά από ψάθα και καλάμια, κατοικημένα από άντρες που ψαρεύουν σε ψάθινες βάρκες κι από γυναίκες που φτιάχνουν και πουλούν χειροτεχνήματα, πολλά εκ των οποίων επίσης ψάθινα. Όσο για τα παιδιά, όταν δεν βοηθάνε τους γονείς τους σε κάποια δουλειά, παίζουν τσαλαβουτώντας στα νερά της λίμνης ή χοροπηδώντας στο έδαφος-τραμπολίνο της παράδοξης ιδιαίτερης πατρίδας τους.

 

Έχουμε προσεγγίσει ένα από τα Ούρος, κι ετοιμαζόμαστε για την αποβίβαση. Τα πόδια μας βουλιάζουν στη μαλακή επιπλέουσα φυτική στρώση σαν μέσα σε μπαμπάκι και τα πρώτα ασταθή βήματά μας θυμίζουν τις αναγνωριστικές κινήσεις του Άμστρονγκ στο έδαφος της σελήνης. Έξι οικογένειες όλες κι όλες ζούνε πάνω στο συγκεκριμένο λιλιπούτειο νησί-σχεδία των μερικών δεκάδων τετραγωνικών μέτρων. Όπως ισχύει γενικά για όλο το σύμπλεγμα των Ούρος, έτσι και σ’ αυτό οι κάτοικοί του είναι απόγονοι της ομώνυμης φυλής, που μόλις τους τελευταίους ένα-δυο αιώνες άρχισαν να αναμειγνύονται με τα πολυπληθέστερα μέλη της γύρω φυλής Αϊμάρα.

 

Ειδικά στην ινκαϊκή εποχή, οι Ούρος δεν απείχαν πολύ από το να θεωρούνται από τους κυρίαρχους συμπατριώτες τους Κέτσουα αν όχι ως τελείως ζώα, πάντως ούτε και ακριβώς ως άνθρωποι. Κάτι στο ανάμεσα δηλαδή. Ο χαμένος κρίκος της εξέλιξης, ας πούμε.

Μια ακόμη ιστορική υπενθύμιση ότι κάθε εξουσία και σε όλες τις εποχές πάντα επινοεί τους απόβλητους και τους περιθωριακούς της. Τους μαύρους και τους εβραίους της. Εξ’ ου και η απομόνωσή των Ούρος πάνω στις πλωτές νησίδες τους, εν μέρει σαν απόρροια του έμμεσα επιβεβλημένου κοινωνικού εξοστρακισμού τους, αλλά ταυτόχρονα και σαν ένα είδος επιλεγμένης από τους ίδιους αυτοεξορίας.

 

Αν εσείς δεν μας γουστάρετε μία, ε, τότε κι εμείς δεν σας γουστάρουμε δέκα, ήταν κατά κάποιον τρόπο η σιωπηρή (και αξιοπρεπέστατη) απάντηση των Ούρος στην περιφρονητική συμπεριφορά του κοινωνικού περίγυρου.

Οπότε και κλείστηκαν στον εαυτό τους και στα καλαμένια γκέτο τους, περιορίζοντας στο ελάχιστο τις σχέσεις τους με τους σνομπ και τους ρατσιστές των γύρω όχθων. Ίσα για το απαραίτητο μικρεμπόριο, όπως για παράδειγμα την ανταλλαγή ψαριών με φρούτα και λαχανικά, κι από κει και πέρα κομμένη κάθε άλλη παρτίδα. 

Κι όταν με το πέρασμα των γενεών οι Ούρος πλήθαιναν υπερβολικά πάνω σε κάποια συγκεκριμένη νησίδα, πάλι κανείς τους δεν έβγαινε στη στεριά να διεκδικήσει γη για μετεγκατάσταση. Παρά  

αναζητούσαν μια καινούργια υπό ανάπτυξη πρωτόλεια φυσική καλαμένια εξέδρα, τη διαμόρφωναν αναλόγως, την εποίκιζαν, και πρόσθεταν έτσι ένα νέο νησί-σχεδία στην αρμάδα της φυλής.

Στόλος πραγματικός τα Ούρος αφού εκτός από πλωτά είναι λέει και μετακινούμενα, κυρίως κατά το χειμώνα, όταν οι αέρηδες συχνάκις αποσπούν τις υποβρύχιες φυτικές πιλοτές από τη θέση τους και τα ξεριζωμένα στελέχη αρχίζουν να ξεσέρνουν σαν άγκυρες στην άμμο. Τότε συμβαίνει τα νησιά να σαλπάρουν, και να ταξιδεύουν για λίγο αδέσποτα στο κύμα, ώσπου τα καλαμένια ύφαλά τους να σκαλώσουν μοιραία σε κάποιο βράχο ή στην  υπολίμνια χλωρίδα και να σταθεροποιηθούν και πάλι σ’ ένα νέο σημείο της Τιτικάκα. Μέχρι την επόμενη θύελλα.

 

 

ΤΑΚΙΛΕ

Ύστερα από μια πολύωρη περιπλάνηση από ψαθονησίδα σε ψαθονησίδα, αποχαιρετούμε το παράξενο σύμπαν των Ούρος και αρμενίζουμε πλέον στ’ ανοιχτά, με πλώρη προς τα (σταθερά αυτή τη φορά) νησιά του περουβιάνικου τμήματος της λίμνης. Εν όψει των πεντακοσίων και βάλε σκαλοπατιών που μας περιμένουν για την άνοδο από το μικρό λιμάνι του Τακίλε προς το κέντρο του νησιού μασάω καλού-κακού ένα ακόμη από τα σκευάσματα του νεαρού Αμερινδού συνεπιβάτη.

Ο οποίος συνεπιβάτης μας έχει στο μεταξύ συστηθεί ως Ραφαέλο, μόλις απόφοιτος ανθρωπολογίας από το Πανεπιστήμιο της Πόλης του Μεξικό, κι αυτή τη στιγμή ανταλλάσσει διευθύνσεις ιμέιλ με τον Ορέστη, μαζί με αμοιβαίες προσκλήσεις για επίσκεψη σε Ελλάδα και Μεξικό. Η άτυπη ταξιδιωτική Διεθνής των περιπλανώμενων αυτού του κόσμου ετοιμάζεται κατά πως φαίνεται να κάνει πάλι το θαύμα της. Και γιατί όχι εδώ που τα λέμε; Τι πιο γοητευτικό από το ν’ αποφασίζει ο ίδιος ο ρους του ταξιδιού για το ποιος θα είναι ο επόμενος σταθμός σου;

 

Μετά απ’ όσα ανοίκεια προηγήθηκαν στα Ούρος, πορευόμενη το μονοπάτι που οδηγεί στο κέντρο του Τακίλε, με έχει αντίθετα πλημμυρίσει μια παράξενη αίσθηση οικειότητας. Γεύση από Ελλάδα!

Να φταίει τάχα γι αυτό το χρώμα του νερού της Τιτικάκα, έτσι όπως φαντάζει από δω ψηλά, βαθύ μπλε σαν του Αιγαίου; Ή μήπως ο ανοιχτός ορίζοντας και το χαρακτηριστικό εκτυφλωτικό γαλάζιο τ’ ουρανού; Ή ίσως πάλι η υφή του εδάφους, στις αποχρώσεις της ώχρας, με την αραιή ξανθή βλάστηση ν’ αγκαλιάζει τις ξερολιθιές, και τις ταπεινές καλλιέργειες να κατηφορίζουν σκαλωτά τις πλαγιές σε πείσμα της σκληρής πετρώδους γης, παραπέμποντας ευθέως στις πεζούλες της Σίκινου και της Κύθνου;

 

Έξι χιλιάδες χρόνια σύμφωνα με τους ερευνητές, σκύβουν πάνω στο χώμα του Τακίλε οι ιθαγενείς του, πασχίζοντας με πολύ κόπο να το κάνουν να καρπίσει. Και τα κατάφεραν. Τα κλιμακωτά χωράφια τους βγάζουν όλα τα απαραίτητα του ανδικού διαιτολόγιου, ήτοι: πατάτες, φασόλια και καλαμπόκι, συν κάποια ζαρζαβατικά. Σε τέσσερα χιλιόμετρα υψόμετρο δεν είναι δα και λίγο.

Οι πέτρες που πλαισιώνουν τις πεζούλες δεν συγκρατούν μονάχα το χώμα για να μην το παρασέρνουν τα νερά της βροχής αλλά έχουν και άλλο ρόλο.

 

Την ημέρα λειτουργούν ως συσσωρευτές ηλιακής θερμότητας, που την αντανακλούν τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες όταν η θερμοκρασία πέφτει κάτω από το μηδέν, προστατεύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τις καλλιέργειες από ενδεχόμενο παγετό.

Την εν λόγω τεχνική εφάρμοσαν αργότερα οι Ίνκας σε μαζική κλίμακα σε όλες τις ορεινές περιοχές της επικράτειάς τους, να όμως που οι Αϊμάρα της Τιτικάκα την γνώριζαν ήδη πολύ πριν καταχτηθούν από τους Κέτσουα τον δέκατο τρίτο αιώνα κι αναμειχθούν μαζί τους στη συνέχεια.



 

Έχουμε φτάσει στο κυρίως χωριό του νησιού και πρέπει να ομολογήσω ότι κάθε αίσθηση συγγένειας με το αιγαιοπελαγίτικο χρώμα με έχει πλέον εγκαταλείψει. Εντάξει, μια πρώτη εντύπωση ήταν και την κατέθεσα. Αυτό εξάλλου δεν είναι εξ ορισμού το ταξίδι, μια συνεχής εναλλαγή εικόνων και αλληλοανατρεπόμενων συναισθημάτων;

Η εικόνα που αντικρίζω τώρα κάθε άλλο παρά κυκλαδίτικη είναι, αφού στον οικισμό κυριαρχούν τα πλινθόκτιστα σπίτια στο χρώμα της λάσπης. Καθώς βεβαίως και η ισπανικού ρυθμού εκκλησία που υπενθυμίζει το πέρασμα των λεφουσιών του Πιζάρο από τούτα εδώ τα μέρη.

 

Και πιο συγκεκριμένα του Πέδρο Γκονζάλεζ ντε Τακίλε που «αγόρασε» λέει το νησί το 1580 – πόσο, από ποιους, και με τι τίτλους ιδιοκτησίας θα σας γελάσω – και το κληροδότησε στους απογόνους του επί μερικές εκατοντάδες χρόνια.

Μέχρι το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα πιο συγκεκριμένα, οπότε οι απελευθερωτικοί στρατοί του Σαν Μαρτίν και του Μπολιβάρ έδειξαν στους Ισπανούς αποικιοκράτες την έξοδο από το Περού - και όχι μόνο.



 

Από εκείνη όμως την αγοραπωλησία, του Τακίλε του έμεινε το όνομα του τέως ιδιοκτήτη του. Και πριν μπορέσουν ν’ αποκτήσουν και πάλι πλήρη κυριότητα πάνω στη γη τους οι ιθαγενείς - κάτι που ρυθμίστηκε μόλις το 1937 - το νησάκι αποτέλεσε τόπο εξορίας και φυλάκισης πολιτικών αντιπάλων. Κάτι σαν Μακρόνησο δηλαδή. Σ’ αυτό το σημείο μοιραία ξαναθυμήθηκα το Αιγαίο.

Τη σήμερον πάντως στο Τακίλε ζούνε περισσότεροι από χίλιοι διακόσιοι γηγενείς καλλιεργώντας τις πεζούλες τους, πλέκοντας καλάθια και υφαίνοντας τα υπέροχα πολύχρωμα ρούχα τους από μαλλί αλπάκα, με πρωτότυπα σχέδια κυρίως στο κόκκινο, το πράσινο και το φούξια.

 

Όχι πολύχρωμα για όλους ωστόσο, κατά πως μας πληροφορεί ο Ραφαέλο, που ως πτυχιούχος ανθρωπολογίας έχει έρθει ιδιαίτερα διαβασμένος επί των εθίμων της περιοχής.

Τα έντονα χρώματα στην ενδυμασία αφορούνε λέει αποκλειστικά στα ανύπαντρα μέλη της κοινότητας.

Ιδιαίτερα τα δίχρωμα ασπροκόκκινα σκουφιά των αντρών σηματοδοτούν στάτους ελεύθερου σκοπευτή σε αναζήτηση νύφης.

Την οποία νύφη θα πρέπει να επιλέξουν αποκλειστικά μεταξύ όσων γυναικών κυκλοφορούν στο νησί με τέσσερις διαδοχικές στρώσεις από πολύχρωμες φούστες, σίγουρη ένδειξη διαθεσιμότητας από πλευράς τους για ανάλογο σκοπό.


Οι έγγαμες αντίθετα, μετά την «αποκατάστασή» τους, οφείλουν να περιφέρονται με μονόχρωμο ντύσιμο, σκούρο ή και μαύρο. Προφανώς για να μην χτυπάνε πια στο μάτι και κολάζουν τ’ αρσενικά. Ή ίσως σε ένδειξη πένθους για την κατάστασή τους ως παντρεμένες όπως σχολιάζει με κακεντρέχεια ο Ορέστης.

 

 

ΑΜΑΝΤΑΝΙ

Όταν διαπιστώσαμε ότι λόγω της σχετικής τουριστικής του ανάπτυξης, το Τακίλε έρχεται πρώτο στις προτιμήσεις των αλλοδαπών επισκεπτών για διανυκτέρευση, αποφασίσαμε χωρίς πολλά πολλά να προχωρήσουμε προς το πιο πρωτόγονο γειτονικό Αμαντανί. Στο υποτυπώδες λιμανάκι του περιμένουν την άφιξη του Σάντα Λουτσία καμιά εικοσαριά κάτοικοι του νησιού. Είναι αυτοί που αναλαμβάνουν να φιλοξενήσουν στα σπίτια τους τους λιγοστούς ταξιδιώτες που φτάνουν ως εδώ, προσφέροντάς υπηρεσίες τύπου ελληνικών ρουμς του ρεντ δεκαετίας του εξήντα.

 

Ο δικός μας οικοδεσπότης λέγεται Φελίξ. Τραχύς και καλοσυνάτος μαζί. Εκτός από τα έτσι κι αλλιώς περίπου άχρηστα στο Περού αγγλικά, μπροστά του παροπλίζονται και τα φτωχά ισπανικά μου, αφού ο Φελίξ μιλάει μόνον Κέτσουα και τίποτε άλλο. Δεν πειράζει, έστω κι έτσι θα βρεθεί ο τρόπος να επικοινωνήσουμε εφόσον το επιθυμούμε.

Το σπίτι είναι πλίνθινο. Η γκριζογαλαζωπή λαμαρινένια στέγη φαντάζει σαν φυσική συνέχεια στο λαμπίρισμα της Τιτικάκα, στις ίδιες μ’ αυτήν μεταλλικές αποχρώσεις.

 

Ρόλο τουαλέτας παίζει μια ημιτελής ψάθινη καλύβα χωρίς πόρτα στο διπλανό χωράφι. Η ένδεια είναι ορατή στο κάθε τι. Στα σχεδόν ανύπαρκτα έπιπλα, στα μετρημένα κουζινικά, απλωμένα κατάχαμα στην αυλή, στις φθαρμένες κουβέρτες, στα χιλιοφορεμένα ρούχα. Μα αυτή ακριβώς η λιτότητα είναι που επανατοποθετεί τα ουσιώδη της ζωής στη σωστή ιεραρχική τους σειρά, αναδεικνύοντας τα πραγματικά αναγκαία: Ένα πιάτο φαί, μια στέγη, και πάνω απ’ όλα η ανθρώπινη ζεστασιά εκείνων που σου τα προσφέρουν. Μαζί με τη χαρά που κρύβεται μέσα σ’ αυτά τα μικρά και απλά όταν δεν είναι καθόλου δεδομένα. Και για επιστέγασμα, μια δύση που θα απολαύσουμε από την κορυφή του Αμαντανί,  στο λόφο Παντσαμάμα, με φόντο τα προ-ινκαϊκά ερείπια.


 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg