Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Εργατική Πρωτομαγιά

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΤΟ 1893

Η ιστορία της Εργατικής Πρωτομαγιάς -Ο ματωμένος Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη [εικόνες]

Η ιστορία της Εργατικής Πρωτομαγιάς -Ο ματωμένος Μάης του 1936 στη Θεσσαλονίκη [εικόνες]

Την Κυριακή 2 Μαΐου 1893 περίπου 2.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα και διαδήλωσαν, ζητώντας την καθιέρωση της οκτάωρης ημερήσιας εργασίας. Ήταν η Πρώτη «Εργατική Πρωτομαγιά» στην Ελλάδα. Την κινητοποίηση είχε οργανώσει ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος του Σταύρου Καλλέργη, ο οποίος είχε ιδρύσει τον Σύλλογο τρία χρόνια πριν, ενώ εξέδιδε παράλληλα την εφημερίδα «Σοσιαλιστής».
Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα, το οποίο επέδωσαν στον Πρόεδρο της Βουλής. Με το ψήφισμα ζητούσαν, εκτός από το οκτάωρο, την καθιέρωση της αργίας της Κυριακής και τη χορήγηση σύνταξης στα θύματα των εργατικών ατυχημάτων. Η άρνηση του προέδρου να το εκφωνήσει, προκάλεσε τη θορυβώδη αντίδραση του Καλλέργη και τελικά τη σύλληψη και την καταδίκη του σε φυλάκιση 10 ημερών «για διατάραξη της συνεδρίασης».
Ο δεύτερος εορτασμός
Τον επόμενο χρόνο, οι σοσιαλιστικές ενώσεις επανέλαβαν τον εορτασμό στο Παναθηναϊκό Στάδιο, με ομιλητές τον Πλάτωνα Δρακούλη και τον Σταύρο Καλλέργη. Στα αιτήματα προστέθηκε και η κατάργηση της θανατικής ποινής. Μετά το τέλος της εκδήλωσης, οι αρχές έκαναν συλλήψεις και ο εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς απαγορεύτηκε.
Η καθιέρωση της Πρωτομαγιάς ως παγκόσμιας ημέρας εργατικών διεκδικήσεων
Η Πρωτομαγιά καθιερώθηκε σαν τη παγκόσμια μέρα των εργατικών διεκδικήσεων, κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Σοσιαλιστικού Συνεδρίου, (Β' Σοσιαλιστικής Διεθνούς) τον Ιούλιο του 1889, στο Παρίσι. Σκοπός ήταν να οργανώνεται κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, μια διεθνής εκδήλωση κατά την οποία οι εργάτες να θέτουν στις αρχές των κρατών το αίτημα για νομοθετική μείωση της εργασίας σε οκτώ ώρες την ημέρα, καθώς και την εφαρμογή των άλλων αποφάσεων της διεθνούς. Η συγκεκριμένη ημέρα επιλέχθηκε προκειμένου να τιμηθεί η μνήμη των θυμάτων της αιματηρής καταστολής των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου του 1886.
Οι κινητοποιήσεις του Σικάγου με τους νεκρούς
Την άνοιξη του 1886, ο «Σύνδεσμος για την Καθιέρωση του Οκτάωρου», ο οποίος ακoλουθούσε το πολιτικό πρόγραμμα της Διεθνούς, ξεκίνησε μεγάλες κινητοποιήσεις στο Σικάγο και σε άλλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών, με βασικό αίτημα την καθιέρωση του οκτάωρου. Την τελευταία Κυριακή πριν από την Πρωτομαγιά, οργανώθηκε μια μεγάλη διαδήλωση στην οποία πήραν μέρος περίπου 20.000 άτομα. Την 1η Μαΐου, εκατοντάδες από χιλιάδες εργάτες πήραν μέρος στην απεργία που είχε προκηρύξει ο «Σύνδεσμος» και περισσότεροι από 90.000 στην απεργιακή συγκέντρωση στην πόλη του Σικάγου. Η απεργία συνεχίστηκε τις επόμενες ημέρες, ενώ οι συμπλοκές στα εργοστάσια μεταξύ απεργών και απεργοσπαστών ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Σε μια τέτοια συμπλοκή στις 3 Μαΐου, έξω από το εργοστάσιο Μακ Κόρμικ στο Χάρβεστερ, η αστυνομία πυροβόλησε κατά των απεργών. Σκοτώθηκαν έξι εργάτες και την επομένη (4 Μαΐου) περίπου 3.000 εργάτες συγκεντρώθηκαν στην Πλατεία Αγοράς για να διαμαρτυρηθούν. Η συγκέντρωση ήταν ειρηνική, ενώ ήταν παρών και ο δήμαρχος της πόλης Χάρισον, ο οποίος είχε δώσει την άδεια να πραγματοποιηθεί.
Κατά τη διάρκειά της, ξέσπασε δυνατή βροχή που ανάγκασε τους περισσότερους να αποχωρήσουν. Και ενώ ο 'Αλμπερτ Πάρσον ολοκλήρωνε την ομιλία του, μέσα από ένα αυτοκίνητο, κάποιος πέταξε μια χειροβομβίδα προς την πλευρά των αστυνομικών. Από την έκρηξη τραυματίστηκαν 66 αστυνομικοί, εκ των οποίων οι επτά πέθαναν αργότερα.
Ύστερα από αυτό, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν κατά του πλήθους. Από τα πυρά αυτά, σκοτώθηκαν τέσσερις διαδηλωτές και τραυματίστηκαν 200. Ακολούθησαν συλλήψεις των ηγετών του κινήματος και στη δίκη που ακολούθησε οκτώ συνδικαλιστές καταδικάσθηκαν σε θάνατο.
Ο Αύγουστος Σπάις, ο 'Αλντολφ Φίντεν, ο Τζορτζ Ένγκελ και 'Αλμπερτ Πάρσον, κρεμάστηκαν στις 11 Νοεμβρίου του 1887. Ο Λούις Λινγκ αυτοκτόνησε στο κελί του, ενώ οι ποινές των υπολοίπων μετατράπηκαν σε ισόβια και αργότερα, μετά την αναθεώρηση της δίκης απελευθερώθηκαν. Η υπεράσπιση των συνδικαλιστών υποστήριξε την εκδοχή της προβοκάτσιας, όμως έως σήμερα δεν έχει εξακριβωθεί ποιος έριξε τη βόμβα.
Το συλλαλητήριο της Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη το 1911
Στην Ελλάδα, θα χρειαστεί να περάσουν δεκαεπτά χρόνια, έως ότου επιχειρηθεί εκ νέου η οργάνωση εργατικών εκδηλώσεων την Πρωτομαγιά. Την 1η Μαΐου του 1911, η Φεντερασιόν στη Θεσσαλονίκη, οργανώνει συλλαλητήριο. Στην Αθήνα, την ίδια μέρα, πραγματοποιείται συγκέντρωση στο Μετς με πρωτοβουλία της σοσιαλιστικής ομάδας του Νίκου Γιαννιού και σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο».

Στη Θεσσαλονίκη, επεμβαίνει η Αστυνομία και συλλαμβάνονται οι ηγέτες της Φεντερασιόν, Αβραάμ Μπεναρόγια, Σαμπετάι Λεβί και Σαμουήλ Γιονά. Ο πρώτος μαζικός εορτασμός της Πρωτομαγιάς θα γίνει ταυτόχρονα σε δώδεκα πόλεις το 1919, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Οι εκδηλώσεις της Πρωτομαγιάς επαναλαμβάνονται τα επόμενα χρόνια, με κοινό χαρακτηριστικό τη διάσπαση του συνδικαλιστικού κινήματος, τη χαμηλή συμμετοχή των εργαζομένων και την καταστολή.
Το ελληνικό «Σικάγο»
Τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης την Πρωτομαγιά του 1936, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως το «ελληνικό Σικάγο». Η διεθνής ύφεση του 1929 είχε προκαλέσει σημαντική πτώση στις εξαγωγές του καπνού και της σταφίδας. Η πτώχευση του 1932 είχε επιδεινώσει την κατάσταση και από τις αρχές του 1936, ξεσπούν απεργιακές κινητοποιήσεις στην Αθήνα, στην Καλαμάτα, στη Θεσσαλονίκη, στη Δράμα και στην Ξάνθη. Από την αρχή του έτους και έως την επιβολή της δικτατορίας στις 4 Αυγούστου, είχαν προκηρυχθεί περισσότερες από 200 τοπικές και γενικές απεργίες.
Ειδικότερα, στη Βόρεια Ελλάδα η αλλαγή στον τρόπο παραγωγής του καπνού είχε επιφέρει μεγάλη ανεργία στον κλάδο. Παράλληλα, ο μεγάλος αριθμός των προσφύγων που αναζητούσαν εργασία είχε μειώσει τις αμοιβές των καπνεργατών, τουλάχιστον κατά 50%, ενώ η συλλογική σύμβαση του κλάδου δεν είχε ανανεωθεί από το 1924. Οι καπνεργάτες αποτελούσαν στη βόρεια Ελλάδα ένα συμπαγή κλάδο, ο οποίος αριθμούσε την εποχή εκείνη περισσότερους από 40.000 εργαζομένους με αναπτυγμένη συνδικαλιστική συνείδηση, ήδη από την εποχή της Φεντερασιόν.

Στις 29 Απριλίου ο κλάδος ξεκίνησε γενική απεργία. Τα βασικά αιτήματα ήταν η αναπροσαρμογή του ημερομισθίου, το οποίο είχε φθάσει τις 65 έως 70 δραχμές για τους άνδρες και τις 24 έως 30 για τις γυναίκες. Η εφαρμογή του νόμου «περί Τόγκας» όριζε υψηλότερες κατώτερες αμοιβές, η βελτίωση των παροχών του κλαδικού ταμείου για τους «παρήλικας και τους φυματικούς» και τη χορήγηση έκτακτου επιδόματος 500 δραχμών στους άνεργους καπνεργάτες ενόψει των εορτών του Πάσχα. Στις διεκδικήσεις είχαν ενταχθεί και πολιτικά αιτήματα, όπως «η χορήγηση γενικής αμνηστίας εις τους πολιτικούς φυλακισμένους, εξορίστους και καταδικασμένους και ιδιαίτερα των καπνεργατικών στελεχών».
Από την 1η και έως τις 8 Μαΐου, οι απεργίες και οι κινητοποιήσεις επεκτείνονται στις Σέρρες, στη Δράμα, στην Ξάνθη, στον Λαγκαδά, στον Βόλο και στην Καρδίτσα. Ταυτόχρονα οι βιομήχανοι και οι έμποροι καπνού έκλεισαν τις επιχειρήσεις τους κηρύσσοντας λόκ άουτ. Στις 9 Μαΐου ξεκινά γενική απεργία στη Θεσσαλονίκη, στην οποία συμμετέχουν και άλλοι κλάδοι σε ένδειξη συμπαράστασης στους καπνεργάτες. Οργανώνονται συλλαλητήρια και πορείες, ενώ η Χωροφυλακή προσπαθεί να εμποδίσει τους διαδηλωτές να κατευθυνθούν προς το Διοικητήριο (το κτίριο που στεγάζεται σήμερα η γραμματεία Μακεδονίας Θράκης).
Οι 16 νεκροί στη Θεσσαλονίκη και ο θρήνος της μάνας
Τα επεισόδια ξεκίνησαν από τη συμβολή των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας, όπου το συνδικάτο των αυτοκινητιστών είχε στήσει οδόφραγμα. Οι αυτοκινητιστές προσπάθησαν να απελευθερώσουν συνάδελφό τους που είχε συλληφθεί και η χωροφυλακή απάντησε με πυροβολισμούς. Σκοτώθηκε ο Τάσος Τούσης. Ο νεκρός μεταφέρεται πάνω σε μια πόρτα από διαδηλωτές που κατευθύνονται προς το Διοικητήριο και οι ταραχές γενικεύονται.
Ο απολογισμός είναι 16 νεκροί και δεκάδες τραυματίες. Την επομένη, οι κηδείες των θυμάτων μετατρέπονται με μαζικές διαδηλώσεις. Στις 11 Μαΐου κηρύσσονται απεργίες διαμαρτυρίας σε πολλές πόλεις της χώρας και στις 13 Μαΐου πανελλαδική απεργία. Η αναταραχή τερματίζεται την επομένη, με σημαντικές υποχωρήσεις από την πλευρά των καπνεμπόρων, ενώ το κράτος υπόσχεται να χορηγήσει συντάξεις στις οικογένειες των θυμάτων.

Ο θρήνος της μητέρας πάνω από το νεκρό γιο της, απαθανατίστηκε από τον φωτογραφικό φακό και ενέπνευσε τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, στο έργο «Επιτάφιος».
Τον Ιούλιο ξεσπούν νέες απεργίες και μετά τη δημοσίευση του διατάγματος, το οποίο καθιστά υποχρεωτική την διαιτησία σε κάθε περίπτωση εργατικής διαφοράς, τα συνδικάτα κηρύσσουν γενική πανελλαδική απεργία για τις 5 Αυγούστου του 1936.
Με αφορμή την απεργία αυτή, ο Ιωάννης Μεταξάς ζητά από τον τότε βασιλιά Γεώργιο Β' την αναστολή των άρθρων του Συντάγματος, που προστατεύουν τις ατομικές ελευθερίες και στις 4 Αυγούστου επιβάλλει δικτατορία.
Οι συγκεντρώσεις και οι απεργίες απαγορεύονται και επιβάλλεται κρατικός έλεγχος στα συνδικάτα. Λίγους μήνες αργότερα, στις 7 Απριλίου του 1937, με τον Αναγκαστικό Νόμο 606/1937 το καθεστώς καθιερώνει την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου σαν «Εβδομάδα Εργατικής Αλληλεγγύης» και την 1η Μαΐου σαν «Ημέρα Εορτασμού της Εργασίας».
Ο νόμος προβλέπει, μεταξύ άλλων, ηθικές αμοιβές σε εργαζόμενους αλλά και σε εργοδότες, οι οποίοι θα κριθούν από τους υπευθύνους της Εργατικής Εστίας αν έχουν προσφέρει στην βελτίωση της εθνικής παραγωγής, «ώστε να απονέμονται αι προσήκουσαι τιμαί εις την εργασίαν εν τη εθνική ιδεολογική και πραγματική αυτής έννοια λαμβανομένης». Οι αμοιβές απονέμονται την 1η Μαΐου παράλληλα με οργανωμένες εκδρομές εργαζομένων στην ύπαιθρο και πολιτιστικές εκδηλώσεις στα εργατικά κέντρα. Επιβάλλεται, επίσης, ειδική εισφορά στους εργοδότες προς την Εργατική Εστία, πέντε δραχμών ανά μισθωτό, προκειμένου να καλυφθούν οι δαπάνες για τις δραστηριότητες αυτές.
Η πρωτομαγιά στην Κατοχή
Το 1942 και το 1943 τα παράνομα συνδικάτα επιχειρούν να σπάσουν τις απαγορεύσεις των αρχών κατοχής με μικρές κινητοποιήσεις σε ορισμένους κλάδους, όπως τα μηχανουργεία, με συμβολικούς κυρίως στόχους.
Η πρωτομαγιά του 1944 θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη, όχι λόγω των εργατικών κινητοποιήσεων, αλλά εξαιτίας ενός τρομερού εγκλήματος, το οποίο συνδέεται, με την «Εργατική Πρωτομαγιά».
Στις 27 Απριλίου του 1944 διμοιρία του 8ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου σκοτώνει, σε ενέδρα στον δρόμο Μολάων Σπάρτης στη Λακωνία, τον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή Πελοποννήσου, στρατηγό Φράντς Κρεχ και τρεις άνδρες της συνοδείας του. Σε αντίποινα, ο στρατός κατοχής αποφάσισε «την εκτέλεση 200 κομμουνιστών, καθώς και την εκτέλεση όλων των ανδρών που θα συλλαμβάνονται μεταξύ Μολάων και Σπάρτης».
Παρά τις προσπάθειες των οργανώσεων του ΕΑΜ και του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού για τη διάσωσή τους, η απόφαση υλοποιήθηκε και οι εκτελέσεις των 200 έγιναν την 1η Μαΐου στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Από αυτούς, οι 170 ήταν πρώην κρατούμενοι των φυλακών της Ακροναυπλίας και οι 30 πρώην εξόριστοι από την Ανάφη, που είχαν συλληφθεί για «κομμουνιστική δράση» πριν από την Κατοχή. Ανάμεσά τους πολλά συνδικαλιστικά στελέχη και ο πρώην βουλευτής του ΚΚΕ Στέλιος Σκλάβαινας.
Ο δήμος Καισαριανής οργανώνει κάθε χρόνο σειρά εκδηλώσεων, για να τιμήσει τα θύματα της ομαδικής εκτέλεσης. Ο αριθμός των εκτελεσμένων στη Λακωνία τις ίδιες μέρες δεν έχει εξακριβωθεί με βεβαιότητα, υπολογίζεται πάντως στους 100.
Η πρώτη ανοικτή συγκέντρωση για την Πρωτομαγιά μετά τον πόλεμο γίνεται στο Παναθηναϊκό Στάδιο, σχεδόν αμέσως μετά τα Δεκεμβριανά. Μετά τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, ο εορτασμός γίνεται με πολλές δυσκολίες, κυρίως σε κλειστούς χώρους, καθώς υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί στις δημόσιες συναθροίσεις και την πολιτική δράση. Οι διοικήσεις της ΓΣΕΕ διορίζονται από τα δικαστήρια, τακτική που θα συνεχισθεί έως τη Μεταπολίτευση και σε ορισμένες περιπτώσεις μετά από αυτήν.
Με την κήρυξη της δικτατορίας των συνταγματαρχών, στις 21 Απριλίου του 1967, επιβλήθηκε ο στρατιωτικός νόμος και απαγορεύτηκε κάθε συγκέντρωση.
Σχεδόν ένα χρόνο μετά, στις 15 Απριλίου του 1968, το καθεστώς καθιερώνει την Πρωτομαγιά ως αργία με τον Αναγκαστικό Νόμο 380/68. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου, η πρωτομαγιά μπορεί να κηρύσσεται υποχρεωτική αργία με απόφαση του υπουργού Απασχόλησης, διαφορετικά εντάσσεται στις προαιρετικές αργίες.
Ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε συνθήκες νομιμότητας
Ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς, σε συνθήκες νομιμότητας θα γίνει τον Μάιο του 1975. Η 1η Μαίου συνέπιπτε με τη Μεγάλη Παρασκευή και η διοίκηση της ΓΣΕΕ με το Εργατικό Κέντρο, όρισαν σαν ημέρα του εορτασμού τις 9 Μαΐου. Η απεργιακή συγκέντρωση πραγματοποιήθηκε μπροστά από το δημαρχείο της Αθήνας και ήταν ιδιαίτερα μαζική. Ανάλογη συγκέντρωση έγινε και στη Θεσσαλονίκη μπροστά στο Εργατικό Κέντρο της Πόλης.
Από το 1976 η συγκέντρωση της Πρωτομαγιάς στην Αθήνα, πραγματοποιείται στο Πεδίο του 'Αρεως μπροστά από το κτίριο της ΓΣΕΕ.
 
http://www.iefimerida.gr/news/204144/i-istoria-tis-ergatikis-protomagias-o-matomenos-mais-toy-1936-sti-thessaloniki-eikones
 
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Την πρώτη Μαΐου γιορτάζεται η μέρα των εργατών. Είναι στην πραγματικότητα η καθιερωμένη γιορτή της εξέγερσης των εργατών του Σικάγου.Το Μάη του 1886 τα εργατικά συνδικάτα στο Σικάγο ξεσηκώθηκαν διεκδικώντας ωράριο εργασίας στις 8 ώρες και καλύτερες συνθήκες εργασίας.Εορτάζεται επίσης και σαν μέρα των λουλουδιών και της Άνοιξης.Η μέρα έχει θεσπιστεί ως εργατική απεργία και όλες οι υπηρεσίες και οι επιχειρήσεις παραμένουν κλειστές.

Εργατική Πρωτομαγιά

Η πρώτη του Μάη, είναι μέρα ορόσημο για τους αγώνες του εργάτη.
Οι αιματοβαμμένες εξεγέρσεις των εργατών του Σικάγο στις αρχές Μάη του 1886, έγιναν ύστερα από επιτυχημένες διεκδικήσεις των εργατών στον Καναδά το 1872.
Δύο χρόνια νωρίτερα, το 1884, πάρθηκε στο συνέδριο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας η απόφαση να γίνουν την πρώτη Μάη του 1886 απεργιακές κινητοποιήσεις και διαδηλώσεις στο Σικάγο, το μεγαλύτερο τότε βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ. Αίτημα η μείωση των ωρών εργασίας και σύνθημα "Οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες ύπνο".
Εκείνη τη μέρα, 1η Μαΐου του 1886, 400.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις απεργίες που γίνονταν σε όλη την χώρα, και πάνω από 80.000 στο Σικάγο. Αυτό το Σάββατο του 1886, μια εργάσιμη μέρα, οι εργάτες, ξεκίνησαν με τις γυναίκες και τα παιδιά τους για να διαδηλώσουν ειρηνικά στο χώρο της συγκέντρωσης στην πλατεία Haymarket.
Στη γύρω περιοχή, είχαν παραταχθεί αστυνομικές δυνάμεις αποτελούμενες από 1350 άτομα, οπλισμένα με οπλοπολυβόλα οι οποίοι περίμεναν το σύνθημα για να δράσουν.
Κι ενώ το πλήθος παρακολουθούσε τις ομιλίες, ο επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης, διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Μια βόμβα έσκασε κοντά στους αστυνομικούς οι οποίοι άρχισαν να πυροβολούν και να χτυπούν τους συγκεντρωμένους χωρίς καμιά διάκριση. Είναι ακόμα άγνωστος ο αριθμός των θυμάτων αφού πολλοί τραυματισμένοι κατέληξαν τις επόμενες ημέρες, επίσημα μόνο οκτώ νεκροί αστυνομικοί και τέσσερις διαδηλωτές έχουν επαληθευτεί.
Το γνωστό σκίτσο ενός αναρχικού που πετάει μία βόμβα εμφανίστηκε έπειτα αυτού του συμβάντος.
Οκτώ συλληφθέντες διαδηλωτές δικάστηκαν, τέσσερις αυτών καταδικάστηκαν σε θάνατο και άλλος ένας αφαίρεσε μόνος τη ζωή του στην φυλακή. Η διεθνής προβολή αυτής της δίκης δημιούργησε τα θεμέλια της Εργατικής Πρωτομαγιάς ως Εργατικής Γιορτής.

Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Το 1892 έγινε η πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Ελλάδα, από το Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Καλλέργη. Το 1893, 2000 διαδήλωσαν ζητώντας οκτάωρο, Κυριακή αργία και κρατική ασφάλιση στα θύματα εργατικών ατυχημάτων. Το 1894, γίνεται μια μεγάλη συγκέντρωση με τα ίδια αιτήματα που λήγει με 10 συλλήψεις και τον Αύγουστο ακολουθεί σύλληψη του σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη.
Το 1936 έχουμε τους καπνεργάτες της Θεσσαλονίκης. Τα γεγονότα ξεκίνησαν γύρω στο Φεβρουάριο, με κατάληψη ενός εργοστασίου ύστερα από την απόρριψη των αιτημάτων των εργατών και συνεχίστηκε με συμπαράσταση καπνεργατών από άλλα εργοστάσια. Εναντίον τους χρησιμοποιήθηκε τόσο η αστυνομία όσο και ο στρατός. Δεν υπήρχε κεντρική συγκέντρωση, αλλά μικρές συγκεντρώσεις με ομιλητές σε διάφορα μέρη της πόλης. Σε μια συγκέντρωση στη διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, χωροφύλακες πυροβόλησαν και σκότωσαν 7-8 εργάτες. Σ' αυτό το σημείο έχει στηθεί το μνημείο του καπνεργάτη. Με πυροβολισμούς προσπάθησαν να διαλύσουν και τις άλλες συγκεντρώσεις και συνολικά είχαμε τουλάχιστον 12 νεκρούς και 300 τραυματίες. Οι δολοφονίες των εργατών ήταν η έμπνευση του Ρίτσου για τον "Επιτάφιο".
Σημειώνεται ότι στην Καισαριανή την 1η Μαΐου 1944, η εργατική Πρωτομαγιά συνέπεσε με την άνανδρη εκτέλεση 200 Ελλήνων κομμουνιστών που μεταφέρθηκαν στο σκοπευτήριο Καισαριανής από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου από τις γερμανικές δυνάμεις Κατοχής. Έτσι, μόνο η Καισαριανή δεν εορτάζει την Εργατική Πρωτομαγιά όπως όλος ο υπόλοιπος ελεύθερος και δημοκρατικός κόσμος. Η ίδια ημέρα είναι ημέρα ιστορικής τιμής και μνήμης.

ΕΡΤ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΕΛΛΑΔΑ, Η
ΜΑΗΣ 36 ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Το επεισόδιο της εκπομπής «Η ΕΡΤ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΕΛΛΑΔΑ» με τίτλο «ΜΑΗΣ ’36 ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ» παρουσιάζει την εξέγερση των εργατών το ΜΑΗ του 1936 που ξεκίνησε από τη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ και επεκτάθηκε σε διάφορες πόλεις της ΕΛΛΑΔΑΣ. Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΛΙΑΚΟΣ Ιστορικός μιλάει για την εκρηκτική κοινωνικοπολιτική κατάσταση της χώρας μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, την ιστορία των εργατικών σωματείων, τη σταδιακή αύξηση του αριθμού τους, τον τρόπο αντιμετώπισης από την πολιτική ηγεσία. Η άφιξη των προσφύγων ώθησε τους εργοδότες στην άμεση απορρόφηση τους και στους χαμηλούς μισθούς τους, η ανεργία αυξήθηκε, η φτώχεια και η εξαθλίωση άγγιξαν τα στρώματα του πληθυσμού. Η κρίση του 1929 στην παγκόσμια οικονομία άρχισε να επηρεάζει τη χώρα και να συσσωρεύει την οργή των εργατικών σωματείων. Η κινητοποίηση ξεκίνησε από μια κλαδική απεργία των καπνεργατών και όταν η Χωροφυλακή επιχείρησε να την καταστείλει, συσπειρώθηκε ολόκληρο το εργατικό κίνημα. Ακολούθησαν επεισόδια μεγάλης έντασης με νεκρούς και τραυματίες, μάχες διαδηλωτών και απλών πολιτών με τους αστυνομικούς, που μετέτρεψαν την πόλη σε πεδίο μάχης και παρέλυσαν την κάθε δραστηριότητα. Παράλληλα, επιζώντες απεργοί και μάρτυρες των γεγονότων αφηγούνται τις εξελίξεις εκείνων των ημερών, φωτίζουν άγνωστες πτυχές τους, συγκινούνται με την αποφασιστικότητα των απεργών και τη συμπαράσταση των κατοίκων. Επίλογος της δυναμικής εξέγερσης ήταν η συνεργασία με εκπροσώπους της στρατιωτικής και πολιτικής εξουσίας με στόχο την ικανοποίηση των αιτημάτων των εργατών, την τιμωρία των δολοφόνων και την αποζημίωση των θυμάτων. Ταυτόχρονα, γίνεται αναφορά στις πολιτικές διαστάσεις της μαζικής κινητοποίησης και στη σύνδεση της με τη επερχόμενη δικτατορία του ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ. 
Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΙΤΣΗΣ στην εκπομπή «ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ» ερευνά τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον Μάιο του 1936 στη ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ και τις απεργιακές κινητοποιήσεις που συντάραξαν την πόλη. Προσεγγίζει τα αίτια που οδήγησαν στη μεγάλη κινητοποίηση των καπνεργατών και αναφέρεται στη βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων. Γίνεται, επίσης, αναφορά στα αιτήματα της απεργίας, στις συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής, στον πρώτο νεκρό ΤΑΣΟ ΤΟΥΣΗ, αλλά και στη γενικότερη πολιτική κατάσταση έως τη δικτατορία του ΙΩΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ. Παράλληλα, τα γεγονότα ερμηνεύονται και από άλλα πρόσωπα, όπως τον πρ. βουλευτή Β. ΝΕΦΕΛΟΥΔΗ και το δημοσιογράφο Σ. ΚΟΥΖΙΝΟΠΟΥΛΟ. Άνθρωποι που έζησαν τα γεγονότα, όπως ο καπνεργάτης Γ. ΖΑΡΑΣ και ο συνδικαλιστής ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΜΑΥΡΟΒΙΤΗΣ, καταθέτουν τις μαρτυρίες τους και δίνουν το δικό τους στίγμα για την εποχή.


Εργατική Πρωτομαγιά


Ετήσια γιορτή, με παγκόσμιο χαρακτήρα των ανθρώπων της μισθωτής εργασίας. Με συγκεντρώσεις και πορείες, η εργατική τάξη βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει τα κοινωνικά και οικονομικά της επιτεύγματα και να καθορίσει το διεκδικητικό της πλαίσιο για το μέλλον. Η Πρωτομαγιά είναι απεργία και όχι αργία, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα, αλλά και σε πολλές χώρες του κόσμου.
Η Πρωτομαγιά, ως εργατική γιορτή, καθιερώθηκε στις 20 Ιουλίου 1889, κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δεύτερης Διεθνούς (Σοσιαλιστικής Διεθνούς) στο Παρίσι, σε ανάμνηση του ξεσηκωμού των εργατών του Σικάγου την 1η Μαΐου 1886, που διεκδικούσαν το οκτάωρο και καλύτερες συνθήκες εργασίας. Κατέληξε σε αιματοχυσία λίγες μέρες αργότερα, με την επέμβαση της αστυνομίας και των μπράβων της εργοδοσίας.

Τα γεγονότα του Σικάγου

Τα εργατικά συνδικάτα των ΗΠΑ αποφάσισαν την έναρξη απεργιακών κινητοποιήσεων την 1η Μαΐου 1886 για το οκτάωρο, ωθούμενα από τις επιτυχημένες διεκδικήσεις των καναδών συντρόφων τους. Την περίοδο εκείνη το κανονιστικό πλαίσιο εργασίας στις ΗΠΑ ήταν σχεδόν ανύπαρκτο και οι εργοδότες μπορούσαν να απασχολούν το προσωπικό τους κατά το δοκούν, ακόμη και τις Κυριακές.
Στην απεργία πήραν μέρος περίπου 350.000 εργάτες σε 1.200 εργοστάσια των ΗΠΑ. Την Πρωτομαγιά του 1886 έγινε στο Σικάγο η πιο μαχητική πορεία, με τη συμμετοχή 90.000 ανθρώπων. Στην κεφαλή της πορείας ήταν ο αναρχοσυνδικαλιστής Άλμπερτ Πάρσονς, η γυναίκα του Λούσι και τα επτά παιδιά τους.
Το πρώτο αίμα χύθηκε δύο ημέρες αργότερα έξω από το εργοστάσιο ΜακΚόρμικ στο Σικάγο. Απεργοσπάστες προσπάθησαν να διασπάσουν τον απεργιακό κλοιό και ακολούθησε συμπλοκή. Η Αστυνομία και οι μπράβοι της επιχείρησης επενέβησαν δυναμικά. Σκότωσαν τέσσερις απεργούς και τραυμάτισε πολλούς, προκαλώντας οργή στην εργατική τάξη της πόλης.
Την επομένη αποφασίστηκε συλλαλητήριο καταδίκης της αστυνομικής βίας στην Πλατεία Χεϊμάρκετ, με πρωτοστατούντες τους αναρχικούς. Η συγκέντρωση ήταν πολυπληθής και ειρηνική. Το κακό, όμως, δεν άργησε να γίνει. Οι αστυνομικές δυνάμεις πήραν εντολή να διαλύσουν δια της βίας τη συγκέντρωση και τότε από το πλήθος των απωθούμενων διαδηλωτών ρίφθηκε μια χειροβομβίδα προς το μέρος τους, η οποία εξερράγη, σκοτώνοντας έναν αστυνομικό και τραυματίζοντας δεκάδες. Η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά βούληση κατά των συγκεντρωμένων, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν τουλάχιστον τέσσερις διαδηλωτές και να τραυματιστεί απροσδιόριστος αριθμός, ενώ έξι αστυνομικοί έχασαν τη ζωή τους από πυρά (φίλια ή των διαδηλωτών παραμένει ανεξακρίβωτο), ανεβάζοντας τον αριθμό τους σε επτά.
Για τη βομβιστική επίθεση, που προκάλεσε τον θάνατο του αστυνομικού, κατηγορήθηκαν οι αναρχοσυνδικαλιστές Άουγκουστ Σπις, Γκέοργκ Έγκελ, Άντολφ Φίσερ, Λούις Λινγκ, Μίκαελ Σβαμπ, Σάμουελ Φίλντεν, Όσκαρ Νίμπι και Άλμπερτ Πάρσονς, που ήταν από τους οργανωτές της διαδήλωσης. Όλοι, εκτός του Πάρσονς και του Φίλντεν, ήταν γερμανοί μετανάστες. Η δίκη των οκτώ ξεκίνησε στις 21 Ιουνίου 1886. Ο εισαγγελέας Τζούλιους Γκρίνελ ζήτησε τη θανατική ποινή και για τους οκτώ κατηγορουμένους, χωρίς να προσκομίσει κανένα στοιχείο που να τους συνδέει με τη βομβιστική επίθεση. Απλώς, είπε ότι οι κατηγορούμενοι ενθάρρυναν με τους λόγους τους τον άγνωστο βομβιστή να πραγματοποιήσει την αποτρόπαια πράξη του, γι' αυτό κρίνονται ένοχοι συνωμοσίας.
Από την πλευρά της, η υπεράσπιση έκανε λόγο για προβοκάτσια και συνέδεσε τη βομβιστική επίθεση με το διαβόητο πρακτορείο ντετέκτιβ «Πίνκερτον», που συχνά χρησιμοποιούσαν οι εργοδότες ως απεργοσπαστικό μηχανισμό. Οι ένορκοι εξέδωσαν την ετυμηγορία τους στις 20 Αυγούστου 1886 κι έκριναν ενόχους και τους οκτώ κατηγορούμενους. Οι Σπις, Έγκελ, Φίσερ, Λινγκ, Σβαμπ, Φίλντεν και Πάρσονς καταδικάστηκαν σε θάνατο, ενώ ο Νίμπι σε κάθειρξη 15 ετών. Μετά την εξάντληση και του τελευταίου ενδίκου μέσου, ο κυβερνήτης της Πολιτείας του Ιλινόις, Ρίτσαρντ Όγκλεσμπι, μετέτρεψε σε ισόβια τις θανατικές ποινές των Σβαμπ και Φίλντεν, ενώ ο Λιγκ αυτοκτόνησε στο κελί του. Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου 1887 οι Σπις, Πάρσονς, Φίσερ και Έγκελ οδηγήθηκαν στην αγχόνη, τραγουδώντας τη «Μασσαλιώτιδα». Η δίκη των οκτώ θεωρείται από διαπρεπείς αμερικανούς νομικούς ως μία από τις σοβαρότερες υποθέσεις κακοδικίας στην ιστορία των ΗΠΑ.
Στις 26 Ιουνίου 1893 ο κυβερνήτης του Ιλινόις, Τζον Πίτερ Άλτγκελντ παραδέχθηκε ότι και οι οκτώ καταδικασθέντες ήταν αθώοι και κατηγόρησε τις αρχές του Σικάγου ότι άφησαν ανεξέλεγκτους τους ανθρώπους του «Πίνκερτον». Ως μια ύστατη πράξη δικαίωσης έδωσε χάρη στους φυλακισμένους Φίλντεν, Νίμπε και Σβαμπ. Αυτό ήταν και το πολιτικό του τέλος. Αργότερα, ο επικεφαλής της αστυνομίας του Σικάγου, που έδωσε την εντολή για τη διάλυση της συγκέντρωσης, καταδικάσθηκε για διαφθορά. Μέχρι σήμερα παραμένει ανεξακρίβωτο ποιος ήταν ο δράστης της βομβιστικής επίθεσης.

Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Στη χώρα μας, ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς έγινε το 1893, στην Αθήνα, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη. Η 1η Μαΐου ήταν Σάββατο και εργάσιμη. Έτσι, επελέγη η Κυριακή 2 Μαΐου, για να έχει η γιορτή μαζικό χαρακτήρα.
Σύμφωνα με την εφημερίδα «Σοσιαλιστής», που εξέδιδε ο Καλλέργης, στις 5 το απόγευμα της Κυριακής συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο πάνω από 2.000 σοσιαλιστές και εργαζόμενοι. Η «Εφημερίς» τους υπολόγισε μόνο σε 200 και σημείωνε σε άρθρο της: «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον».
Οι συγκεντρωμένοι ενέκριναν ψήφισμα το οποίο είχε ως εξής:
«Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω, οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ' όλην την ημέραν, και οι πολίται ν' αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν' απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του «Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου» να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.»
Το ψήφισμα επεδόθη, τελικά, στον Πρόεδρο της Βουλής την 1η Δεκεμβρίου 1893 από τον Σταύρο Καλλέργη. Ο πρωτοπόρος σοσιαλιστής ανήλθε στη συνέχεια στο δημοσιογραφικό θεωρείο και περίμενε με ανυπομονησία από τον Πρόεδρο της Βουλής να το εκφωνήσει. Αυτός κωλυσιεργούσε και «ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων», όπως έγραψε στον «Σοσιαλιστή».
Ο Καλλέργης διαμαρτυρήθηκε μεγαλοφώνως και με εντολή του Προέδρου συνελήφθη για διατάραξη της συνεδρίασης. Οι στρατιώτες της φρουράς, αφού τον κτύπησαν με τα κοντάκια των όπλων τους, τον μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα, όπου παρέμεινε επί διήμερο. Στις 9 Δεκεμβρίου 1983 δικάστηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση 10 ημερών, τις οποίες εξέτισε στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα. Με τον περιπετειώδη αυτό τρόπο έληξε και τυπικά ο πρώτος εορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα.

9 Μάη 1936
Θεσσαλονίκη
Τα αιματηρά γεγονότα του Μάη του 1936 στην Θεσσαλονίκη ξέσπασαν αυθόρμητα, με αφορμή την απεργία του καπνεργοστασίου «Κομέρσιας». Οι εργάτες είχαν υποβάλει τα αιτήματά τους στον εργοδότη και όταν αυτός τα απέρριψε, κατέλαβαν το εργοστάσιο, κλείστηκαν μέσα σε αυτό και με πανό και μαύρες σημαίες στα παράθυρα ζητούσαν συμπαράσταση των άλλων εργοστασίων. Σε λίγες μέρες κηρύσσεται παν – καπνεργατική απεργία κι από τις δύο συνομοσπονδίες και σωματεία, των συντηρητικών από τη μια και της Ενωτικής – που επηρέαζε το ΚΚΕ – από την άλλη.

Ο ταγματάρχης Μαρινάκης μιλά στους συγκεντρωμένους λίγο πριν από την κηδεία των θυμάτων (10 Μάη).
Έχει προηγηθεί η συναδέλφωση απεργών και στρατεύματος.
Ήταν ακόμα η εποχή που η πολιτική του σταλινισμού ήταν υπέρ της γενίκευσης των απεργιών. Όταν η απεργία άρχισε να επεκτείνεται μέσα στους άλλους κλάδους, παίρνοντας γενικότερο χαρακτήρα, οι σταλινικοί που είχαν την πλειοψηφία, δίνουν εντολή να μετατραπούν οι διοικήσεις των σωματίων σε απεργιακές επιτροπές, οι δε γραμματείς τους να αποτελέσουν την Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή. Και αυτό δίχως να προηγηθούν συνελεύσεις των σωματείων για να εκλέξουν οι ίδιοι οι εργάτες απεργιακές επιτροπές. Δεν έγινε καμία γενική συγκέντρωση, αλλά σε διάφορες συγκεντρώσεις σε σημεία της πόλης, ομιλητές από πρόχειρα βήματα μιλούσαν στο λαό. Σε μια τέτοια συγκέντρωση κοντά στην διασταύρωση Εγνατίας και Βενιζέλου, οι χωροφύλακες του Ε’ Αστυνομικού Τμήματος – που βρισκόταν στην Εγνατία απέναντι από τα λουτρά «Παράδεισος» στην πλατεία Αριστοτέλους – πυροβόλησαν χωρίς λόγο πάνω στους συγκεντρωμένους εργάτες και σκότωσαν 7 – 8. Κατόπιν πυροβολούν και σε άλλα σημεία, προσπαθώντας να διαλύσουν τους συγκεντρωμένους, σκοτώνοντας και άλλους, ανάμεσα σ’ αυτούς και γυναίκες. Οι σκοτωμένοι ήταν τελικά πάνω από 12 και οι τραυματίες πάνω από 300.

Κοντά στην Εγνατία δολογονήθηκε ο Τάσος Τούσης.
Οι σύντροφοί του
τον τοποθετούν σε μία πόρτα.
Αυτή η σφαγή προκαλεί την αγανάκτηση και εξέγερση των εργατών. Το τι έγινε είναι απερίγραπτο. Να κτυπούν οι καμπάνες πολλών εκκλησιών του Αγ. Δημητρίου καλώντας τον κόσμο σε εξέγερση, να γεμίζουν οι δρόμοι από αγανακτισμένες μάζες από τις διάφορες συνοικίες, άνδρες και γυναικόπαιδα με άγριες διαθέσεις να λυντσάρουν χωροφύλακες με πέτρες, να φωνάζουν «κάτω οι δολοφόνοι», άλλοι πάλι να θέλουν να βάλουν φωτιά στα τμήματα στα οποία οι δολοφόνοι αναγκάσθηκαν να  κλειστούν μέσα και κάτω από το κτίριο του Διοικητηρίου στο υπόγειο, άλλοι εργάτες ζητούσαν όπλα κι αυτοί να καταγγέλλονται σαν προβοκάτορες από τους σταλινικούς. Οι σταλινικοί που ήταν πριν υπέρ της γενίκευσης των απεργιών τώρα προσπαθούν να συγκρατήσουν τις εξεγερμένες μάζες για να μην κάμουν έκτροπα (εδώ πρέπει να σημειώσω όταν ο γραφών μιλούσε στην οδό Εγνατίας και Βενιζέλου γωνία, ανεβασμένος σ’ ένα περίπτερο σε ογκώδη συγκέντρωση, ο σταλινικός κούτβης Σολομών Κοέν, στέλεχος του ΚΚΕ, διέδιδε στους συγκεντρωμένους πως εγώ που μιλάω πάνω στο περίπτερο, ήμουν χαφιές, Τότες μια ομάδα από νέους τσαγκαράδες που με γνώριζαν καλά του είπαν να ντρέπεται λιγάκι για την συκοφάντηση που έκαμε γιατί αν τον έπιαναν, του είπαν, οι εργάτες που δεν τον ξέρουν στην αγανάκτησή τους θα τον ξέσκιζαν – ας σημειωθεί πως η ομάδα αυτή των νέων ήταν σταλινικοί της κομματικής νεολαίας, κι ακόμη του είπαν πως εγώ δεν είμαι δικός τους αλλά ένας τίμιος εργάτης. Τα παιδιά ήρθαν και μου το είπαν για να προσέχω – αυτός έφυγε, όπως όμως αποκαλύφθηκε αργότερα με τη δικτατορία του Μεταξά, είχε παραδώσει στην ασφάλεια τους περισσότερους σταλινικούς ισραηλίτες και έλληνες στη Θεσσαλονίκη, όπως φαίνεται από χρόνια δούλευε για λογαριασμό της ασφάλειας μέσα στο ΚΚΕ, γιατί κάποτε όταν ακόμη ήταν ο Στίνας στο ΚΚΕ και υπεύθυνος της περιφερειακής Μακεδονίας Θράκης αυτός ο κούτβης Σολομών Κοέν του είχε προτείνει του Στίνα να κάμει μια φράξια μέσα στην ασφάλεια που γνώριζε όπως έλεγε ορισμένους «καλούς» για λογαριασμό του Κόμματος, για να μαθαίνουν τις κινήσεις της ασφάλειας, αλλά όπως απεδείχθη η ασφάλεια είχε γερή φράξια μέσα στο ΚΚΕ με αυτόν τον Σολομών Κοέν, τον Λιθοξόπουλο, τον Μελίκογλου κλπ.

Η εικόνα με τον θρήνο της μάνας του είναι η πιο γνωστή εικόνα της εξέγερσης.
Αλλά οι μάζες είναι τώρα κυρίαρχες στους δρόμους και τότες δίνεται η εντολή να επέμβει ο στρατός. Ο στρατός όμως από την πρώτη στιγμή δείχνει φιλικές διαθέσεις και συμπάθεια στους εργάτες, οι οποίοι χειροκροτούν τους στρατιώτες και τους αγκαλιάζουν. Ο στρατός είναι στην ουσία με το μέρος των εργαζομένων. Συναδελφώνονται σχεδόν με το πλήθος και αυτό το βλέπουν οι ανώτεροί τους, Τότες κάνουν την εμφάνισή τους σε μια συνεδρίαση της Κεντρικής Απεργιακής Επιτροπής (ΚΑΕ) οι βενιζελικοί βουλευτές της Θεσσαλονίκης, Ζάνας και Μαυροκορδάτος, δήθεν για μεσολάβηση. Στην αρχή ζητούσαν να λυθεί η απεργία στα νοσηλευτικά ιδρύματα (βλέπεις τους πήρε ο πόνος τους ανθρώπους του ιδιώνυμου, τα κοπέλια του Βενιζέλου), να παρασχεθεί σ’ αυτά τροφοδοσία κλπ. Αλλά κατόπιν άρχισαν να επεμβαίνουν  γενικότερα στο ζήτημα της απεργίας. Από τα μέλη της ΚΑΕ μόνο ο Π.Β., γραμματέας τότες των υφαντουργών αντέδρασε στις επεμβάσεις των Βενιζελικών βουλευτών. Όταν το ζήτημα ήρθε στις κλαδικές απεργιακές επιτροπές αντέδρασαν στους τσαγκαράδες οι σύντροφοι Γιάννης Ταμτάκος και Κώστας Κωσταντόπουλος, για τις παρεμβάσεις.

Κυριακή 10 Μάη. Ο λαός της Θεσσαλονίκης κηδεύει τα θύματα της εξέγερσης
Η γενική πανελλαδική απεργία που είχαν υποσχεθεί να κηρύξουν οι δύο συνομοσπονδίες, ύστερα από εσκεμμένες παρελκυστικές διαπραγματεύσεις πάνω από μια εβδομάδα, είχε στο τέλος μηδαμινά αποτελέσματα. Η κατάσταση στο μεταξύ με την πάροδο των ημερών είχε ξεθυμάνει και η αποτυχία της ήταν αναμενόμενη. Ο στρατηγός Ζέπος αφού είδε ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει τον στρατό της Θεσσαλονίκης (οι χωροφύλακες ήταν πανικόβλητοι και κλεισμένοι στα αστυνομικά τμήματα) άρχισε να δίνει υποσχέσεις πως όλα τα ζητήματα των εργατών θα ικανοποιηθούν. Τα θύματα και οι οικογένειές τους θα αποζημιωθούν, οι δε ένοχοι θα τιμωρηθούν και πολλά άλλα. Οι αρχηγοί των εργατών, ο αξιοθρήνητος βουλευτής τους ΚΚΕ Μιχ. Σινάκος, ο Απόστ. Κρόζος και ο Σταυρίδης, που ήταν συντηρητικός, κάμουν δεκτές τις υποσχέσεις του στρατηγού Ζέπου και καλούν τους εργάτες να δώσουν εμπιστοσύνη στο «λόγο τιμής» ενός ανώτατου αξιωματικού και να πάνε ήσυχα στα σπίτια τους. Έτσι κατέληξε και κατάρρευσε προδομένη μια μεγαλειώδης εξέγερση. Την άλλη μέρα αντίς να ικανοποιηθούν τα ζητήματα των εργατών και να αποζημιωθούν οι οικογένειες των θυμάτων, η κυβέρνηση μετέφερε από τη Λάρισα νέο στρατό και ιππικό της εμπιστοσύνης της. Επίσης το λιμάνι της Θεσσαλονίκης γέμισε από πολεμικά πλοία, η πόλη τώρα στρατοκρατείται, αρχίζουν οι συλλήψεις και οι σταλινικοί με προκήρυξή τους καταγγέλλουν το Ζέπο που δεν κράτησε το λόγο της στρατιωτικής του «τιμής».

Ο μπαρμπα - Γιάννης Ταμτάκος με τον Άγι Στίνα
Γεννήθηκε το 1908. Δύο φορές πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, από 6 χρονών μπήκε στην παραγωγή πουλώντας κουλούρια και κάνοντας τον λούστρο. Το 1918 – 19, σε ηλικία 11 χρόνων πρωτοπήγε σε μια εργατική συγκέντρωση για την πρωτομαγιά στην Ευαγγελίστρια της Θεσσαλονίκης. Πλησιάστηκε από τους αρχειομαρξιστές το 1925 – 26, απ’ τον Πολλάτο και άλλους. Πήρε μέρος σ’ όλους τους απεργιακούς αγώνες, σαν τσαγκάρης με την ιδιότητα του εκλεγμένου συμβούλου και σαν γραμματέας του σωματείου των υποδηματεργατών Θεσσαλονίκης. Κατηγορήθηκε για τα γεγονότα του 1936 ως πρωτεργάτης μαζί με άλλους 52 εργάτες. Στάλθηκε εξορία και φυλακή για πολλά χρόνια, βάσει του ιδιώνυμου, μέχρι το 1942. Φεύγοντας η κυβέρνηση Τσουδερού τους άφησε εξόριστους στην Γαύδο και τους παρέδωσε στους Γερμανούς. Πολλοί απ’ αυτούς εκτελέστηκαν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής και στο Νεζερό της Λάρισας. Έχει στο ενεργητικό του και πολλές αποδράσεις με πιο ηρωική αυτήν απ’ την Καισαριανή. Γνώρισε εκεί τους περισσότερους απ’ τους τουφεκισθέντες και θα ήταν ένας παραπάνω νεκρός να δεν δραπέτευε.
Σαν επαναστάτης σοσιαλιστής δεν πήρε μέρος στον 2ο ιμπεριαλιστικό πόλεμο γιατί θεωρούσε το κίνημα του ΕΑΜ σαν εξάρτημα του επιτελείου της Μέσης Ανατολής, για την απελευθέρωση της ελληνικής αστικής τάξης. Καλλιεργούσε μαζί με τους συντρόφους του Στίνα, Βουρσούκη, Μακρή, Κρόκο, Καστοριάδη κλπ, τον επαναστατικό διεθνισμό για μια κοινωνία αυτόνομη, αυτοδιαχειριζόμενη, διακηρύσσοντας την συναδέλφωση των εμπόλεμων στρατιωτών. Γι’ αυτή του τη δράση καταδιώχθηκε από την αστική τάξη, τους φασίστες και τους σταλινικούς. Δεν ήταν λίγες οι φορές που ξέφυγε από το σταλινικό λεπίδι της Ο.Π.Λ.Α. («έτυχε» να κυκλοφορεί στην περίοδο των εκκαθαρίσεων με διάφορες ταυτότητες και ψευδώνυμα).
Μετά τον πόλεμο φεύγει από την ελλάδα ουσιαστικά σαν πρόσφυγας. Επιστρέφει στην δικτατορία και έκτοτε ζει στη Θεσσαλονίκη.

http://www.vrahokipos.net/old/history/gr/salonika_may.htm

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg