Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Πρώτη Σερρών :Βιβλίο: ενότητα τέταρτη: ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ αφιέρωμα στον αγαπητό φίλο και χωριανό μου για την καταπληκτική συγγραφική δουλειά ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘ. ΔΑΣΚΑΛΟΥΔΗ




Σχόλιο του blog :Αγαπητοί μου φίλοι και φίλες
Καλησπέρα σας , εύχομαι στον κάθε ένα και  στην κάθε μία από εσάς υγεία ευτυχία και ειρήνη.
Σήμερα σας παρουσιάζω τον αγαπημένο φίλο και συγχωριανού μου, Παναγιώτη Α. Δασκαλούδη συγγραφέα δύο εκπληκτικών βιβλίων με θέμα:
τα ήθη , τα  έθιμα , τις παραδόσεις και ντόπιο λαλιές του χωριού μας.  
Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό, μιας και η συγκέντρωση, η έρευνα και αξιολόγηση του υλικού, η ταξινόμηση και επεξεργασία του, απαιτεί υπομονή-επιμονή και κατάθεση ψυχής.
Οι αναγνώστες των βιβλίων, οι νεότεροι θα μάθουν και θα αποκτήσουν γέφυρα με το παρελθόν και την κουλτούρα μιας άλλης εποχής που έχει άμεση σχέση με την πολιτισμό  μας και οι μεγαλύτεροι θα θυμηθούν στιγμές χαράς και θλίψης, κομμάτια ζωής που έχουν περάσει και μένουν άσβεστα στην μνήμη της ψυχής τους.  
Αγαπητέ Παναγιώτη, θερμά συγχαρητήρια για το δημιουργικό σου εγχείρημα , μια καταγραφή ενός ολόκληρου πολιτισμού της αγαπημένης μας Πρώτης. 
Τα θερμά συγχαρητήρια μας για την προσπάθεια και ελπίζω οι φίλοι και οι φίλες αναγνώστες να το αναδείξουν πρώτο στην καρδιά τους και στην σκέψη τους.
Άποψη του blog μας είναι ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να βρίσκονται στην βιβλιοθήκη του Δήμου Πρώτης και γνωρίζω την ευαισθησία του Δήμου μας  για τα πολιτιστικά δρώμενα  τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μας και της περιοχής.
Σημαντικά και χρήσιμα ..εργαλεία για τα ήθη και τα έθιμα μας.
Έχει γράψει 2 βιβλία τα οποία  είναι

1)ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΜΑΡΤΙΟΣ 2010

2) ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΜΟΥΧΑΜΠΕΤΙΑ

Σήμερα σας παρουσιάζω το πρώτο.

Σήμερα σας παρουσιάζω το πρώτο.

Επειδή  ο όγκος του βιβλίου είναι αρκετά μεγάλος

 και η ανάρτηση στο blog είναι δύσκολη 

θα σας το παρουσιάσω σε ενότητες.

Νούνης Π.Παύλος





ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ


Παναγιώτης Αθ. Δασκαλούδης
ΛΟΧΑΓΟΣ (ΠΒ) Ε.Α.

Καρναβάλια στη Πρώτη αρχές δεκαετίας 80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη , (1)
 

Καρναβάλια στη Πρώτη αρχές δεκαετίας 80 
Αρχείο Π. Δασκαλούδη , (2)


Καρναβάλια στη Πρώτη αρχές δεκαετίας 80
Αρχείο Π. Δασκαλούδη , (3)

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΛΕΞΙΚΑ
ΛΕΞΙΚΟ ΠΡΩΤΑΙΙΚΗΣ -  ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΛΕΞΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ -  ΠΡΩΤΑΙΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΛΕΞΙΚΟ ΠΡΩΤΑΙΙΚΗΣ – ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
Αβάτσνου, βατόμουρο.
Αβουκάτς, δικαστής και αβουκάτ κουτζιάμπασης πρόεδρος δικαστηρίου.
Αβτζής, κυνηγός.
Αγάτσι, το δένδρο και καρά αγάτς στη κυριολεξία μαύρο δένδρο.
Αγιούδι, υπερβολικά αδύνατος στο πρόσωπο.
Άγκαν, άκουγαν.
Αγκίδα, η ακίδα.
Αγναδιά, η απέναντι πλευρά.
Aγκόνι , εγγονός.
Αγούλα, χυλωμένο γλυκό.
Αγουνσάδα, η σβελτάδα, η αγωνία.
Αέρα παρασί, κουτουρού λεφτά.
Aκουλιμένους, κολλημένος με κόλλα.
Αγκιά, δοχεία μεταλλικά, γυάλινα, πιατικά.
Αδιξιμνιός, ο βαφτιστικός.
Αζάτι,  μεταφορικά το αδέσποτο ζώο, στην κυριολεξία η απελευθέρωση αιχμαλώτου.
Αζντέρι, πολύ ζωηρό παιδί, ανάποδο, στην κυριολεξία ο δράκος το πολύ μεγάλο φίδι.
Αζγκ΄νς , Το λέγανε με μεταφορική σημασία για τον σεξουαλικά ανίκανο, στην κυριολεξία ο εξοργισμένος ο μανιασμένος ο λυσσασμένος.
Αϊράνι τσιουρμπά, το διαλυμένο ξινόγαλο, το αριάνι.
Αλαφρουγιουρτούδα, η γιορτή η ελαφριά (αυτή που στο στιχάκι του ημερολογίου όταν αναφερόταν, δεν είχε σταυρό).
Αλαφρουκάνταρου, το καντάρι που ζυγίζει μόνο από την μια πλευρά, «από τις ο ελαφριές» μεταφορικά ο ελαφρός  στα μυαλά, ο μικρόμυαλος.
Αλέβιρ, το αλεύρι.
Αλέτιρ, το αλέτρι
Αλιπίτκου, η πονηριά.
Αλμπάνης, ο ψευτομάστορας.
Αλουγάς, το αρσενικό άλογο.
Αλουρτουχέστς, αυτός που τα « κάνει» όρθιος, δίχως να διπλωθεί. 
(Η λέξη αναφέρεται για τον μήνα Μάρτιο, επειδή λόγω κρύου δεν καθόταν για την ανάγκη τους και ότι δήθεν τα «κάναν»  γρήγορα και όρθιοι.) 
Αλτσιάκς, ο μπουνταλάς, ο φοβητσιάρης.
Αλώρτα, όρθια.
Αμάκατζης, ο τρακαδόρος αυτός που όπου είχε τζάμπα ήταν παρόν.
Αμπίτστους, ο ατελείωτος, αυτός που δεν έχει τελειωμό.
Αμπόλι, το μπόλι (το κλαδί) από τη διαδικασία του εμβολιάσματος των δένδρων.
Αμπουριά, το κοινό άγονο μέρος το σύνορο μεταξύ δύο χωραφιών ή χωραφιού και δρόμου από όπου ήταν η είσοδος στο κτήμα.
Aμπούρτστους, αυτός που δεν έχει ευνουχισθεί.
Αναντάμ μπαμπαντάμ, από πολύ παλιά, στην κυριολεξία από μάνα από πατέρα.
Ανηγλιάς, αναγουλιάζοντας.
Αντέτι, έθιμο, συνήθεια.
Αούρτουτους, αλάδωτος (αούρτουτα φασούλια, φασόλια νερόβραστα).
Απέχαλους, ο επιπόλαιος, ο απρόσεκτος.
Απόδειρει, έριξε κατά λάθος. Ντη Χρυσή ντην απόδειρει του πράμα, Την Χρυσή την έριξε το άλογο.
Απουλινώ, λύνω.
Αραβανλίθκου,  αναφέρεται στο άλογο σε έναν ρυθμό που έχει τρέχοντας.
Αραδίζου, περπατώ, βαδίζω.
Αρέφκει, ρέφτηκε.
Αριθιμνιό, επιθυμία.
Αριθύμσα, επιθύμησα.
Αρμιά, τουρσί.
Αρμούτι, το αχλάδι.
Αρσζλ΄κι , γουρσουζιά.
Ασίθκου, αυτό που μεγαλώνει γρήγορα συνήθως στο καπνό λέγαμε «έφκει ασίθκου».
Αστριχιά, η νοητή κάθετη ευθεία από την άκρη του κεραμιδιού μέχρι τη γη.
Αυγουλουγώ, ελέγχω αν οι κότες έχουν αυγό (είναι έτοιμες να γεννήσουν), βάζοντας δάχτυλο στον πισινό τους.
Αφκριούμει, αφουγκράζομαι.
Αφτίτσιους, αυτός που έχει μεγάλα αυτιά.
Αχμάκς, κοιμισμένος, τεμπέλης, βλάκας, μωρός, ανόητος.
Βάζα, φιάλη χωρητικότητας 5 οκάδων που ως συνήθως την γεμίζανε με ούζο.
Βαριά, το μεγάλο και βαρύ σφυρί.
Βασταγαριά, ξύλο χονδρό που κατέληγε σε σχήμα V και ήταν εργαλείο για να βοηθάει στο φόρτωμα του φορτίου,  στα άλογα και στα γαϊδούρια.
Βγάσμου, η διάρροια.
Βγιός, η παραγωγή (σιτηρά και καπνός), το νοικοκυριό, το καταντιό.
Βζαστάρι,  αυτό που μόνο βυζαίνει, του γάλακτος.
Βήρα , συνέχεια.
Βιζύρς, το κόκαλο από το κότσι τετράποδου ζώου και ομαδικό παιχνίδι που χρησιμοποιούσαν το υπόψη κόκαλο σαν ζάρι.
Βίζιτα, η επίσκεψη.
Βιλαέτι, το τσιφλίκι.
Βίντσι, γερανός.
Βιράνι, το χαλασμένο από πολυκαιρία ή πολυχρησία.
Βιρανλίθκου, αυτό που συνέχεια χαλάει.
Βλαστρούδια, τα πράσινα ελικοειδή που βγαίνουν στα κλήματα, τα οποία έχουν και ξινή γεύση.
Βλουγιμένου, το ψωμί.
Βουβιά, η μουγκή, η κωφάλαλη.
Βουνιά, η κοπριά της αγελάδας.
Βούζι, πράσινο χόρτο ύψους περίπου 2 μέτρων με άσχημη οσμή.
Βουρλίδα, η πλεξούδα από τα μαλλιά.
Γαβανούδι και γάβανους, συνήθως μεταλλικό δοχείο χωρητικότητας ½ μέχρι 2 και 3 λίτρων που ασφάλιζε με άγκιστρα. Συνήθως τοποθετούσαν το φαγητό που μετέφεραν μαζί τους στα χωράφια.
Γαγάτσι, πληγή στο στόμα των αλόγων και των γαϊδουριών.
Γαδρουδάμασκνου , η σημερινή βανίλια δαμάσκηνο.
Γάζι, το πετρέλαιο.
Γαλαζάδα, ο θειικός χαλκός.
Γαλατσίδα, αγριόχορτο που όταν το έκοβες από του βλαστό του έτρεχε μια ουσία σαν γάλα.
Γέψμου, η δοκιμή , το τεστάρισμα των φαγητών.
Γέφκα, γεύτηκα. 
Γιαβάς γιαβάς, σιγά σιγά.
Γιαγλί, μίγμα άχυρου και ασβέστη που χρησιμοποιούνταν σαν επίχρισμα.
Γιαζ΄κ, κρίμα.
Γιαλαντζίδις, λεγόταν και αγριουκιουφτέδις, φαγητό με μικρές μπάλες ζυμαριού σε ζεστό νερό, κόκκινο πιπέρι λάδι και ξερά κρεμμύδια.
Γιάμα, η πράξη «όποιος προλάβει πρόλαβε», η λεηλασία.
Γιάντις, το στοίχημα.
Γιασιά,  ζητωκραυγή που σημαίνει μπράβο, ζήτω.
Γιατάκι, το στρώμα.
Γιόμου, προστακτική του γεμίζω, γέμιζε. Γιόμου καταμισιούς, γέμιζε στη μέση.
Γιουκλαμάς, φρεάτιο διασταύρωσης αγωγών ποσίμου ύδατος.
Γιούκτσει, έφαγε.
Γιουντζές, τριφύλλι.
Γιουφκάδις, οι χυλοπίτες.
Γιρμάς, αλεσμένο κριθάρι ή καλαμπόκι.
Γκαβάλι, ο αυλός.
Γκαβαλίνα, η κοπριά του αλόγου και του γαϊδάρου.
Γκαβόχνα, αυτή που δεν βλέπει καλά.
Γκαβγκίδι, το μικρό σκυλί που γαβγίζει πολύ.
Γκάζγκα, ο προστόμαχος των πτηνών.
Γκαζόλαμπα, η λάμπα με το πετρέλαιο.
Γκαηλές, βάσανο.
Γκαηρέτι, προσπάθεια, υπομονή.
Γκάργκα, η καλιακούδα και γκαργκούδι η μικρή καλιακούδα.
Γκάρλιους, αυτός που κλαίει.
Γκάτσνους, η βουκέντρα.
Γκιζάπι, το υδροχλωρικό οξύ.
Γκιζηρώ, γυρίζω άσκοπα.
Γκίλντρας, κύλινδρος .
Γκινγκέρι, το αγκαθωτό αγριόχορτο.
Γκιόλα, λίμνη, η μεγάλη λακκούβα.
Γκιουβρέικου, εύθραυστο.
Γκιότ, ο κώλος, και ιχτί γκιοτλης αυτός που έχει γλυκό κώλο. 
Γκιουλμπαχτσές,  λουλουδόκηπος.
Γκιούμι, μεταλλικό δοχείο για νερό ή γάλα.
Γκιουρέσι, η πάλη.
Γκιουρλούκια, αγριόχορτα μεγάλου όγκου.
Γκιουρλουντώ, ρίχνω από απόσταση αντικείμενα.
Γκιουρουμλούκι, μεταφορικά το αντικείμενο που δεν χρειάζεται , στην κυριολεξία το κόσμημα που συνηθίζεται να δίνεται από τον γαμπρό στη νύφη.
Γκλάβα, το μυαλό, «δεν ση κόβει ντιπ γκλάβα» δεν έχεις καθόλου μυαλό.
Γκλότσκας, ο λόξυγκας.
Γκουσί, το τρέξιμο.
Γκουσιαμάκι, το τροχάδην.
Γκιουτμές, κοπάδι.
Γκλάγκαγμα, στραμπούληγμα.
Γκλαγκαγματουγιατρός, ο πρακτικός ορθοπεδικός.
Γκλότσιασει, το δοκίμασε (αναφέρεται στο φαγητό, ούτι του γκλότσιασει ούτε καν το δοκίμασε).
Γκόγκλιαρους, ο μεγάλος ο ψηλός άνδρας.
Γκόντζια, το μπουμπούκι.
Γκουγκούχτα, το αγριοπερίστερο, η δεκαοχτούρα.
Γκουλιαρίνα, η κολοκυθόπιτα.
Γκούρλιους, αυτός που κάνει εμετό συχνά.
Γκούρλισμα. ο εμετός.
Γκόρτζα, τα άγρια απίδια.
Γκουρτζιά, η αγριαχλαδιά.
Γκούτσει, έσπρωξε, μεταφορικά έφαγε.
Γκργκ΄ρα,   η γκρινιάρα με ασταμάτητη γκρίνια.
Γκρικλιάνι, ο λαιμός της κότας.
Γλιτζιασμένους, ο λιπαρός, ο λιγδιασμένος, ο βρωμερός.
Γλιάρους, ο πελαργός.
Γλύτουσει, μεταφορικά πέθανε.
Γουμίδια, οι πολύ μικρές μπάλες από μαλλιά ζώων, που χρησιμοποιούσαν για γέμισμα στα παπλώματα και στις στρώσεις (στρώματα).
Γόμους, το υλικό για γέμισμα (πχ το ρύζι για τα γεμιστά).
Γουνιάδα, η γωνία του ψωμιού.
Γρουνόμουτσκα, γουρουνομούρη.
Γυαλί, ο καθρέφτης.
Γυράς και γυράδις,  (το προφέρουν και γιαράς - γιαράδες) το μεγάλο καύκαλο της πληγής, τα μεγάλα καύκαλα των πληγών.
Δαχλιά, η δαχτυλιά το αποτύπωμα.
Δάχλου, το δάκτυλο.
Διρπάνι, το δρεπάνι.
Δουντάγρια , η τανάλια για την εξαγωγή των δοντιών.
Έκανσκαν, έκαναν.
Εξίκ ολσούν, να λείπει, στην κυριολεξία  λειψό να είναι.
Εργκελές, αυτός που είναι ατίθασος, ξαμολημένος, ο αδίδακτος ο ανάγωγος, στην κυριολεξία το άλογο, το μουλάρι.
Ζαβαλής, ο ταλαίπωρος, ο δυστυχής, ο καημένος.
Ζαγάρι, το κυνηγετικό σκυλί, το λαγωνικό.
Ζαήφκους, λέγεται με μεταφορική σημασία για τον δυνατό τον ογκώδη άνδρα, στην κυριολεξία σημαίνει ισχνός, αδύνατος.
Ζαμάκουμα, το ρίξιμο του αντιπάλου στην πάλη, μεταφορικά το μεγάλο φάγωμα. Τιούλια ζαμάκουσι, πόσο πολύ έφαγε.
Ζαμάνια, οι χρόνοι, και ζαμάν ο χρόνος.
Ζαπάρτα, ταλαιπωρία.
Ζάπι, έλεγχος. Του κάνου ζάπι, το ελέγχω, το δαμάζω το υποτάσσω. 
Ζαμακώθκει, έπεσε μόνος του.
Ζβαρνιάρου, η όπως να ΄ναι  νοικοκυρά.
Ζβέντσιους, ομαδικό παιχνίδι.
Ζβώ, σβήνω.
Ζγουδγιάς, η κακοσμία του ιδρώτα (ζγουδιάς βρουμά του ίδρους).
Ζέβου, Βάζω στα ζώα τα ανάλογα εξαρτήματά τους για να σύρουν το αλέτρι ή το κάρο.
Zήγκαψει, συγκάηκε και ζγκαμένου το συγκαμένο.
Ζιουβγάρζμα, το όργωμα.
Ζκουργιάρς, ο οξειδωμένος μεταφορικά ο βρώμικος.
Ζλάπι, μικρό τετράποδο άγριο ζώο γοργοκίνητο.
Ζλήθκει, ζουλήχτηκε.
Ζντρίγα, η στρίγγλα.
Ζν΄χι, ο σβέρκος.
Ζόπα, μεγάλο χονδρό ξύλο σε μέγεθος στειλιαριού.
Ζούδια, οι εικόνες ενός βιβλίου, τα μικρά τα άγρια ζώα.
Ζούλα, ο καρπός της μουριάς, το μούρο.
Ζουμπάς, το άνθος του κρεμμυδιού και μεταφορικά ο κοντός άνθρωπος.
Ζουντάνι, το βαθύ σκοτάδι.
Ζουπανίκα και ζουπανίκους, δάρσιμο μετά ξύλου χονδρού και μεγάλου.
Zουργιάρκους, ο καχεκτικός,  ο ζαρωμένος.
Ζουρλαμάς, πρήξιμο κάποιας άρθρωσης.
Ζουρλαντώ και ζουρλαντίζου, ζορίζω καταπονώ.
Ζουρλάτσει, πρήστηκε η άρθρωση λόγω υπερβολικής κόπωσης.
Ζουρλουμαρούδα, η ελαφρόμυαλη.
Ζουτλούδι, μικρός ζητιάνος.
Ζούφχιου, το χαλασμένο.
Ζ΄ρτ, το αντίστοιχο πρίτς.
Ιβλιάτι, το ζωηρό το ανάποδο παιδί.
Ιζγιάνι, το άδικα χαμένο , η ζημία.
Ιζντραϊλι, παιδί σε κακά χάλια με απαίσια καταστραμμένη ένδυση, όπως στα θρησκευτικά ο Ισραηλίτης.
Ικριάχι, το βάρεμα, του έκανει ικριάχι, το παραβαρέθηκε, μπούχτισε. 
Ίλια, μόνο μα μη (πχ ίλια να μη πάει σχουλειό, μόνο να μη πάει σχολείο).
Ιμζ΄κι, εργαλείο που πρόσθεταν στο  ποτιστήρι μπροστά σε σχήμα Γ και το χρησιμοποιούσαν  κυρίως στην καπνοφυτεία.
Ινταρούδι, το πολύ μικρό φώς, στην κυριολεξία η λυχνία νυκτός.
Ιριμνίδα, η μικρή στενή απόσταση (50-60 εκατοστών) μεταξύ δύο τοίχων διαφορετικών σπιτιών.
Ιριντές, ο τρίφτης.
Ισνάφι, ο επαγγελματίας (σιδεράς, μαραγκός κλπ).
Ιστήφι, μικρό επεξεργασμένο δεματάκι καπνού, στην κυριολεξία η εκλογή.
Ιχτής, ο λιχούδης.
Ιχτιλ΄κι, η λιχουδιά.
Καβάκι, η λεύκα.
Καζαντώ, κερδίζω.
Καζίκι, η δυσκολία, στην κυριολεξία το παλούκι.
Καζρντίζου, μεταφορικά κουρδίζω κάποιον.
Κακαβάνς, ο ψηλός στο μπόι.
Κάκαδου, «φρούτο» της Πρώτης καρπός από μεγάλα δένδρα, χρώματος καφέ-μαύρου, σφαιρικό διαμέτρου 0,50 εκατοστού με ελαφριά γλυκιά γεύση.
Κακαλαντώ, κτυπώ κάποιον με ράμφος (για τα έντομα τσιμπώ).
Κακάτσιους, ο φοβητσιάρης.
Καλαγκάθι, εξόγκωμα σαν κάλος μεγάλος συνήθως στα δάχτυλα.
Καλαθάρα, το κοφίνι που έβαζαν το καπνό.
Καλαθόγουφτσα, είδος γύφτισας που πούλαγε καλάθια.
Καλάι, κασσίτερος.
Καλαμάγρια, αγριόχορτο στα χωράφια.
Καλαμπαλ΄κι,  τα άχρηστα αντικείμενα, στην κυριολεξία το πλήθος.
Καλντερίμι, λιθόστρωτο.
Καλτάτας, ο κουμπάρος.
Καμαρούδα, η τετράγωνη εσοχή στους τοίχους, που χρησιμοποιούνταν και σαν αποθηκευτικός χώρος. Δήλωνε δε επίσης και το καθεστώς της ιδιοκτησίας του τοίχου, δηλαδή αν υπήρχε καμαρούδα σε τοίχο που όριζε σύνορα, τότε ο τοίχος ήταν συνιδιοκτησία με τον γείτονα. «Άμα έχει καμαρούδα του ντουβάρι τότι είναι μασκό».   
Καμαρώνου, χαϊδεύω.
Καμίζου, κλείνω τα μάτια.
Καμίτσα, το νεύμα με το μάτι η ματιά.
Καμπάθκους, ο μαλακός (πχ. Καιρός καμπάθκους, καιρός μαλακός). Καμπάθκη γίδα, η γίδα που δεν έχει κέρατα.
Καμπαρντίζου, περηφανεύομαι.
Καμτσίκουμα, το μαστίγωμα.
Καναράς, το σφαγείο.
Κανίσκουν, κάνουν , κάμνουν.
Κάντη, ξύλινο ή μεταλλικό μεγάλο δοχείο για τη μεταφορά νερού με ζώα.
Καντίλασαν τα μάτια τ, αρρώστησε.
Καντουργιά, το βάλσαμο, το σπαθόχορτο.
Καπακιά, ρίξιμο μεγάλης πλατιάς πέτρας. Ρίξτουν μια καπακιά ζ παραφτίδα, ρίξτον μια μεγάλη πλατιά πέτρα στο κεφάλι πάνω από το αυτί.
Καπίτσιρ, κατασκευή από κανναβένιο σχοινί ή λωρίδες δέρματος, για να φορεθεί στο πρόσωπο του ζώου (γίδας , γαϊδουριού ή αλόγου) έτσι ώστε να μπορεί να κουμαντάρεται και να ελέγχεται το ζώο από τον νοικοκύρη. 
Καπνάς και καπνάδεις, ο καπνοπαραγωγός και οι καπνοπαραγωγοί.
Καπούλια, το πίσω μέρος των αλόγων γαϊδουριών και μουλαριών μετά το σαμάρι.
Καράαγάτς, η φτελιά.
Κάραβους, ο μεγάλος αγωγός αποχέτευσης.
Καρακούσι, ο αητός.
Καραμπάσκου σκλι, μεγάλο σκυλί με μαύρο κεφάλι.
Καράμπουια, μαύρη μπογιά.
Καρανλ΄κι, θεοσκόταδο.
Καράρι, το ταίρι, το αντίστοιχο.
Καράσεβντάς, μαύρη λύπη, μελαγχολία.
Καρδάς, αυτός που έχει σχέση με τα καρύδια.
Κάρνα, τα κάρβουνα και μεταφορικά η  φυλακή.
Καρουφλιά, η γαρυφαλλιά.
Καρουφύλι, το γαρύφαλλο.
Κάρτκου, το σκληρό, το παραωριμασμένο λαχανικό.
Κάταβα, κάτω.
Καταπόδι, έπειτα, μετά, κατόπιν.
Κατ΄κι, στραγγιστό γιαούρτι.
Κατουστάρι, αγγείο μέτρησης βάρους εκατό δραμιών με μονάδα μέτρησης την οκά. Υπήρχε ανάλογο κατοστάρι για κάθε υλικό π.χ. διαφορετικό για το ούζο διαφορετικό για το γάλα, διαφορετικό για το κρασί λόγω διαφορετικότητας του ειδικού βάρους των υλικών.
Κατράμι, η πίσσα.
Κατριουτούρα, η ουρήθρα.
Κατσάκα, το να ξεφύγεις από κάπου.
Κατσιαμάκι, πρόχειρο φαγητό με καλαμποκίσιο αλεύρι, στην κυριολεξία η φυγή η δραπέτευση.
Κατσιρμάς, αυτό που γίνεται και ξεφεύγει της προσοχής μας.
Κατσίρτσει, του ξέφυγε.
Καφαλής, αυτός που έχει κεφάλι.
Καφάς, το καλλίτερο τζιτζιλί, στην κυριολεξία το κεφάλι, το κρανίο. 
Καφιλ΄κι, το μπρίκι.
Κεντί κεντινέ, αναμεταξύ μας,
Κι του σκνι κι του παλούκι, έχει πολύ μεγάλη ελευθερία κινήσεων.
Κιαρατένια, η άτιμη η πονηρή, και μερικές φορές έχει τη σημασία της έξυπνης.
Κναβώ, κουβαλάω, έχει την ίδια έννοια του κφανώ.
Κνάπι, σπάγγος.
Κίνσει, ξεκίνησε.
Κιντέρι, η αρρώστια.
Κινώνου, αδιάζω το φαγητό από την κατσαρόλα στα πιάτα.
Κιόι, το χωριό (κιούπ κιόι πυθαροχώρι, ορτάκιοϊ μεσοχώρι, γενίκιοϊ νεοχώρι, εσκί κιοϊ παλιοχώρι).
Κιούλι, στάχτη, αρρώστια των φυτών όταν σταχτιάζουν και ξεραίνονται.
Κιουπένγκι, παντζούρι.
Κιουρκέντιλις, κροκόδειλος.
Κιουσπέτι, κοντό παντελόνι που φορούσαν οι παλαιστές συνήθως δερμάτινο.
Κιουντές, τέσσερα σαρίκια (σανδάλια)  μαζί,  αποξηραμένων φύλων καπνού, διπλωμένα.
Κιρπίτσι, ο αγράμματος, στην κυριολεξία ο πλίνθος.
Κιρχανατζής, ο κουτοπόνηρος, στην κυριολεξία ο πορνοπροαγωγός, ο νταβατζής.
Κιστιρμέ, η συντομία.
Κιτάπι, βιβλίο.
Κιτσέ μιμιλαρί, είδος σταφυλιού που το λέμε  σ γίδας τα βζιά, στη κυριολεξία  της κατσίκας  βυζιά.
Κκ΄να, υποκοριστικό του ονόματος Κυργιακίνα.
Κλάκα, μεγάλο λευκό ύφασμα που χρησιμοποιούνταν ως μαντήλα κεφαλιού στη διάρκεια εργασιών στα χωράφια.
Κλειδουστουμνιάζου, σιωπώ δεν μιλώ.
Κλέτει, κυλιέται και κλίσκει κυλίστηκε ( …γάδαρους κλίσκει, ο γάιδαρος κυλίστηκε).
Κληματσίδα, η κληματόβεργα.
Κλούβγιου, τα χαλασμένο συνήθως το αυγό.
Κλούρα, η κουλή η κουτσή.
Κλουτσανίκα. η μεγάλη κλούτσα και κλούτσα συρματένιο τσιγκέλι «ζιγκ ζαγκ». 
Κλουτσουτόπι,  ποδόσφαιρο.
Κλώθκα, ανακατεύτηκα, κλώθκαν τα άντιρα μ, ανακατεύτηκαν τα έντερά μου.
Κμέλα, το μικρό πιθάρι που έβαζαν τουρσί ή πετιμέζι. 
Κμούλη, η επιπλέον υπερχειλίζουσα ποσότητα σε κοφίνια (συνήθως καπνού).
Κναβώ και κφανώ , κουβαλώ.
Κνάπι, ο σπάγκος.
Κνιέτει, κουνιέται.
Κόβου, κόπτω, όταν πρόκειται για ζώο σφάζω.
Κόπανους, ξύλο χονδρό μήκους περίπου 1 μέτρου που το χρησιμοποιούσαν σαν εργαλείο για να στουμπίσουν όσπρια φασόλια, φακές κλπ., μεταφορικά αυτός που δεν έχει μυαλό.
Κόρφους, το διάστημα μεταξύ εσώρουχου και επιδερμίδας από τον λαιμό μέχρι το στομάχι.
Kόστουσει, ξεθεώθηκε, κουράστηκε υπερβολικά.
Κότσκας, εξόγκωμα κρεατοελιάς στα δάχτυλα.
Κουί, υπόγειο.
Κουκμάρα, το καλαμπόκι.
Κουλάι, ευκολία.
Κουλάνη, δερμάτινη λωρίδα δια το δέσιμο του σαμαριού στα ζώα.
Κουλουρίζια, παραφυάδες.
Κουλουσφούγκι, χαρτί υγείας.
Κουλμπαρίνα, ή γκουλιόπτα, η κολοκυθόπιτα.
Κουλουβό, δίχως ουρά.
Κουλουπίτσεις, τα μυρμήγκια που βρίσκονται στα δένδρα. 
Κουλουφουτιά, η πυγολαμπίδα.
Κουλτσίδι, αγριόχορτο που αγκύλωνε στα ρούχα και δεν ξεκολλούσε εύκολα η  σημερινή  κολλιτσίδα.
Κουμάρι, η χαρτοπαιξία με χρήματα.
Κουμάσι, γουρουνόσπιτο.
Κούμλους, τοπωνύμιο αγροτικής περιοχής, στην κυριολεξία το αμμώδες.
Κουνάκι, κατάλυμα.
Κουντουρντσμένους, αυτός που κουντούρτσει αυτός που είναι αφηνιασμένος, λυσσασμένος.
Κουντούρτσει, αφήνιασε.
Κούντρου, κοντό.
Κουπάνα, ξύλινη σκάφη.
Κουπουκλαμάς, αυτός που κάνει μόνο «κούπους» στον υπερθετικό βαθμό.
Κουπούκς, αυτός που κάνει μόνο «κούπους» ο κοπρίτης, το απόβρασμα.
Κούπους, μικρός σωρός σε σχήμα κώνου  , μεταφορικά ο σωρός από ανθρώπινα κόπρανα.
Κουπρουσιρτάς, αγριόχορτο στα χωράφια με μωβ άνθη και δύσοσμη μυρωδιά.
Κουρασάνι, το μίγμα ασβέστης και άμμου.
Κουρβούλι, ο κορμός του κλήματος στα αμπέλια.
Κουρδουκλούδι, η μικρή ρόδα, ο μικρός τροχός.
Κουρί, αγροτική ένταση με μεσαίου ύψους δένδρων από πουρνάρι.
Κουρίτους, το σκαφίδι για το πάτημα των σταφυλιών. Συνήθως αποκαλούσαν έτσι αυτόν που έπινε αρκετά και μύριζε όπως το σκαφίδι.
Κούρκα, η γαλοπούλα.
Κουρκέλι, ο μεγάλος μεταλλικός κρίκος.
Κουρκουλούκι,  το χρησιμοποιούμε με την έννοια του σκιάχτρου, στη κυριολεξία σημαίνει αγροφυλακή.
Κουρμπάνα, η παχουλή , η μεγάλη σε μέγεθος γυναίκα.
Κουρμπάνι, κοινό φαγοπότι (συνεστίαση) μεταξύ γνωστών και χωριανών, στην κυριολεξία η θυσία.
Κουρμπάτσι, το μαστίγιο.
Κουρνάηζ, ο παμπόνηρος.
Κούρπις, σκουλήκια στα εσωτερικά του εντέρου που δημιουργούνται από την μεγάλη κατανάλωση γλυκών και ζάχαρης.
Κουρσάνκου, αυτό που γυρίζει παντού και ξεφεύγει τον έλεγχο.
Κουρσιούμι, το σφαιρικό μεγάλο βόλι και μεταφορικά το πολύ βαρύ. 
Κούρτσει, πήρε ταχεία καθοδική πορεία. (Του γιράκι κούρτσει, το γεράκι πήρε ταχεία καθοδική πορεία.)
Κουρφουκουμένου, αυτό που είναι κομμένη η κορυφή του (συνήθως το λέγαμε για το καπνό όπου το κορφόκομα γινόταν στις ρίζες των καπνών.)
Κουρφουτριπμένη, η ελαφρόμυαλη.
Κουρφουτρυπμένους, ο ελαφρόμυαλος,
Κουσιάφι, η κομπόστα.
Κουτζιάκαρ΄, η μεγάλη σε ηλικία κυρία.
Κουτζιαμάν, πολύ μεγάλος.
Κούτιου, το σκυλί όπως το ονομάζουν τα μικρά παιδιά.
Κουτουρού, στην τύχη.
Κουτρίκι, ζώο που μόνο κουτρά, μεταφορικά ο χαζός.
Κουτσιανίζου, κόβω ως συνήθως χόρτα, κοτσάνια.
Κουτσνίδα, η τσουκνίδα.
Κουτσούλα, η κοπριά της κότας.
Κουτσουλίτς, το πουλί κορυδαλλός.
Κουτσούρι, το κούτσουρο.
Κουφίνου, η βαρβάτη γυναίκα η γεμάτη.
Κρατνάς, αυτός που έχει μεγάλο κεφάλι, μεταφορικά ο ξεροκέφαλος.
Κρατούνα, η κολοκύθα με χειρολαβή.
Κρίνα, τενεκεδένιο μικρών διαστάσεων κουτί δύο θέσεων που τοποθετούσαν τον καφέ και την ζάχαρη.
Κρλάντσει, έφυγε, εξαφανίστηκε.
Κρντί, τα συντρίμμια, τα  απομεινάδια, τα μικρά κομματάκια καπνού που μένανε μετά το τέλος του πασταλιάσματος.
Κρούστρα, η πολυγυρισμένη,  αυτή που πηγαίνει από ένα τόπο σε άλλο συνέχεια.
Κρτλάντσει, έγινε κάρτικο, παραωρίμασε.
Κρτσμάς, τελευταία ημέρα από το μάζεμα του καπνού καθώς επίσης και του πασταλιάσματος που συνοδευόταν με την παρασκευή χειροποίητου γλυκού, ως συνήθως χαλβά σιμιγδαλένιου.
Κσ΄ρου, αυτή που δεν κάνει παιδιά η άτεκνη.
Κύπιρος, αγριόχορτο στα χωράφια.
Κφανώ και κναβώ, κουβαλάω.
Κώστουσει, κουράστηκε.
Λάκους, ο ξεροχείμαρος.
Λάλους, ο θείος.
Λαλαγκίτα , η τηγανίτα.
Λαλώ, κάνω κουμάντο, κυβερνώ, κατευθύνω.
Λαματσούρα, λασπώδη περιοχή.
Λάμνια, αυτός που τρώει τα πάντα και πολύ.
Λαπάς, ρύζι πιλάφι, μεταφορικά ο νωθρός, ο μαλθακός.
Λάπατου, πλατύφυλλο αγριόχορτο.
Λαπούης, ο κουτοπόνηρος.
Λάτκα, ότι ακριβώς και η κμέλα, μικρό πιθαράκι χωρητικότητας 5 μέχρι 10 λίτρων.
Λέσι, το ψοφίμι.
Λέτσιους, ο ατημέλητος.
Λιάσκει, στέγνωσε.
Λιαχστής, αυτός που τρώει πολύ κρέας.
Λιγένα και λιγένι, λεκάνη.
Λιζγκάρι, το πατόφτυαρο.
Λιφκίνη, η χλωρίνη.
Λόπρανους, ο άχαρος ο ψηλός.
Λουγκουρλαμάς, το αλάνι σε υπερθετικό βαθμό.
Λουκμάς, ο λουκουμάς.
Λόφκα, η μεγάλη λακκούβα.
Μάβιρ, μαύρη.
Μαγιαλαντίζου, βάζω μαγιά (ως συνήθως στο γάλα για να γίνει γιαούρτι ή τυρί).
Μάγιου, η μεγάλη σε ηλικία γιαγιά.
Μαθές, τάχα, δήθεν.
Μακαράς, η τροχαλία συνήθως ονόμαζαν έτσι το μαγγανοπήγαδο.
Μαλαβίκα, το λάπατο.
Μαϊλιάκι, η κολοτούμπα.
Μαμαλίγκα, είδος τοπικού φαγητού με καλαμποκάλευρο.
Μαμούδι, το μικρό έντομο ή το σμήνος πολλών ομοειδών μικρών αντικειμένων.
Μαμσάγκι, άγριο μικρό κυκλάμινο, χρώματος μπλε.
Μαντάρα,  έρημη και κατεστραμμένη περιοχή.
Μάνσει, θύμωσε.
Μάνταλους , σιδερένια κατασκευή ασφαλίσματος εξώπορτας.
Μαντρατζόκαντα, μεγάλο δοχείο που χρησιμοποιούνταν για την συγκέντρωση του γάλακτος από τους κτηνοτρόφους.
Μαξούλι, τα πρώτης ποιότητας φύλλων καπνού.
Μάξους, επίτηδες.
Μαραφέτι, το εργαλείο.
Μαρκάλιμα, η στροφή του νου προς το σεξουαλικό.
Μαρκιέτει, μηρυκάζεται.
Μαρμαλέβουμει, ψιλοτρώγω (αναφέρεται κυρίως στα ζώα τα μικρά που μόλις σταματούσαν να πίνουν γάλα και άρχιζαν να τρώνε χόρτο, τότε το χόρτο το μαρμαλέβουνταν.) 
Μαρούδα, η πασχαλίτσα.
Μασάλι, παλιό γεγονός διδακτικής σημασίας.
Μασιά, η λαβίδα.
Μασκό, ο κοινής ιδιοκτησίας  τοίχος με τον γείτονα.
Μαστάρια, τα βυζιά.
Μαστραμπάς, το κύπελλο.
Μαστρουχαλαστής,  ο μάστορας που δεν μαστορεύει, ο κατάλληλος για τις κατεδαφίσεις.
Ματζανούδια , οι πολύ πολύ μικρές ντομάτες που μένουν στο τέλος πριν ξεραθεί η ρίζα της ντοματιάς.
Ματσαλώ, μασώ.
Ματσκάνι, η αηδία.
Μάτσιου, η γάτα.
Μαχμούρς, ο φρεσκοξυπνημένος.
Μεϊντάνι, ο χώρος η μεγάλη έκταση.
Μεσές, η βελανιδιά.
Μιζαβιρλ΄κια τα διαβάλματα, οι μπηχτές.
Μινλέτι, το σόι.
Μιριά, η μεριά το πλάι και η μέση του σώματος «μη πουνούν  όλις οι μιριές ζουμ».
Μισέγκιλις, το φυτό χρυσάνθεμο.
Μισιακός, ο ήμισυς.
Μισίρκα, η γαλοπούλα.
Μισκίνς, ο βρώμικος, στη κυριολεξία ο λεπρός,           
Μιτζίτι, αρωματικό φυτό με μικρά και πολλά κόκκινα και βύσσινα λουλουδάκια. 
Μιτζής, η εθελοντική προσφορά βοήθειας από φίλους και γνωστούς, από πολλά άτομα, για κάποιον που την είχε ανάγκη, λόγω ανωτέρας βίας, συνήθως αρρώστιας.
Μίχτσιτσι, το φυτό μοσχομολόχα ή αρμπαρόριζα.
Μλάρι, το μουλάρι.
Μόλτσα, σκώρος.
Μόσει, προστακτική του προσκυνώ, προσκύνησε. 
Μουκαέτς, ο πρόθυμος.
Μουλτσουφαγωμένους, ο φαγωμένος από τον σκώρο.
Μουλώνου, σιωπώ.
Μουριάβα, πολύ βαρύ ασήκωτο ογκώδες αντικείμενο.
Μουρντάρης, σιχαμερός.
Μουρνταρλ΄κι, το σίχαμα.
Μουσαφίρουντασι, δωμάτιο επισκεπτών.
Μούτιψαν, αναφέρεται στις κότες, το σταμάτημα της ωοπαραγωγής.
Μουτσιουτσιούδι, αλογάκι, μεταφορικά και μικρό παιδάκι.
Μούτσκα, η μουσούδα.
Μουχάνι, το παραδοσιακό φυσερό που χρησιμοποιούσαν οι σιδεράδες.
Μουχρίστα, αγριόχορτο που κολλούσε  στα ρούχα.
Μπαϊκούσι, το σκιάχτρο.
Μπαϊλτσει, λιποθύμησε.
Μπαϊλτζμένους, σχεδόν αναίσθητος.
Μπαϊράκι, σημαία.
Μπαϊραμλίθκους, ανοιξιάτικος, πολύχρωμος, λουλουδάτος.
Μπακαλ΄μ, στη κυριολεξία είναι το  β΄ πληθυντικό πρόσωπο της προστακτικής του βλέπω, δηλαδή να δούμε. Το προφέρουμε μαζί με το άιντε, Αντι μπακαλ΄μ. άιντε να δούμε.
Μπακ΄ρι, ο χαλκός και το μεταλλικό δοχείο μικρής χωρητικότητας 2-3 λίτρων.
Μπαμπάκι ήρτει, ήρθε και αυτό στην ώρα του.
Μπάμπαλου, το μικρό σκουπιδάκι.
Μπαμπάτσκους, ο υπερμεγέθης.
Μπαμπόρνιθα, η γριά κότα.
Μπαμπούριασει, έχουν σχηματισθεί ζάρες στα χέρια λόγω μεγάλης επαφής με το νερό.
Μπαμπραχείλου, αυτή που έχει σαρκώδη χείλια.
Μπάρα, λιμνάζοντα νερά μικρού βάθους.
Μπάριμ, τουλάχιστον.
Μπαρμπέρς, ο κουρέας.
Μπαρντάκι, ο όρχις, στην κυριολεξία  το ποτήρι.
Μπάσι, το κεφάλι ο αρχηγός.
Μπασιαμπόσκους, υπέρ άνετος, με μεγάλη άνεση κινήσεων.
Μπασίμπουζούκι,  το χρησιμοποιούμε για να δώσουμε την υπερβολή στην αλαζονική συμπεριφορά, στην κυριολεξία σημαίνει ο αδέσποτος.
Μπάσκους, ο μεγάλος, (ντου μπάσκου ντου Χειμώνα, στην καρδιά του Χειμώνα, στο μεγάλο Χειμώνα ).
Μπασμάς, ποικιλία καπνού, στη κυριολεξία σημαίνει το πατητό, αυτό που γίνεται με πίεση, το πιεσμένο.
Μπατάκι, βούρκος.
Μπατακτσής, ο κακοπληρωτής, ο απατεώνας.
Μπάφκις, οι αερολογίες, τα μεγάλα λόγια.
Μπιαμπιάκ, επιφώνημα αηδιαστικού φαγητού.
Μπιιλιούκι, το μπουλούκι.
Μπικούλδις, αυτοί που ήπιαν πολύ, οι μεθυσμένοι
Μπιμπλιά, τα στραγάλια.
Μπιρζαμαντάν, από ένα καιρό.
Μπιλέμ, επίσης, ακόμα.
Μπιλιάς, ο μπελάς.
Μπινιβρέκι, το παραδοσιακό παντελόνι, το πουτούρι αλλιώς.
Μπιρικέτι, η αφθονία.
Μπιρντές, η κουρτίνα.
Μπιρτνέν, αμέσως, στην κυριολεξία από το ένα.
Μπιρικιάτ, πάλι καλά.
Μπίσκους, το γουρούνι και ο χοντρός άνθρωπος.
Μπίτζμα, το τελείωμα.
Μπιτζμένους, ο τελειωμένος, μεταφορικά ο ετοιμοθάνατος.
Μπλαστάρουμα, το πέσιμο μετά από τρέξιμο στο έδαφος.
Μπλόχνου, μπήζω, φυτεύω.
Μπόδουκλας, το εμπόδιο.
Μπόκαρα,  το λέγανε και για τα ανδρικά γεννητικά όργανα, στη κυριολεξία  μποκ είναι τα κόπρανα.
Μπόσκου, κομμάτι κρέατος από πλευρά.
Μπόσκους, ο χαλαρός.
Μπουγάζι, το στενό διάστημα μεταξύ δύο μεγάλων υψωμάτων.
Μπουγάς, ο ταύρος.
Μπουγιουρντί, η έγγραφη διαταγή του δικαστή.
Μπουήρουμ, ορίστε, περάστε.
Μπουκλού,  η σκατατζού (μποκ τα κόπρανα) .
Μπούκλους, το ξύλινο δοχείο νερού που παίρνανε μαζί τους οι αγρότες στα χωράφια.
Μπουκλούκια, τα άχρηστα, τα βρωμερά, στην κυριολεξία σημαίνει τα κόπρανα.
Μπούκουμα, η μπουκιά ψωμιού.
Μπουλαμάτσι, πολύ πρόχειρο ζουμερό φαγητό, στην κυριολεξία πολτός.
Μπουλαντζμάδα, ο κορεσμός που επέρχεται μετά από πολύ απότομη λιγούρα.
Μπουλάντσει, λιγώθηκε, σταμάτησε απότομα το φαγητό.
Μπουμπάρι, το παχύ έντερο.
Μπουμπόλια, τα κόλλυβα.
Μπουμπουρούδι, το ζωύφιο.
Μπουμπούσι, φάντασμα.
Μπουμπούτσει, άναψε για τα καλά.
Μπουμπρέκια, μεταφορικά οι όρχεις, στη κυριολεξία τα νεφρά.
Μπουνταλάς, ο κουτός.
Μπουντρούμι, το υπόγειο.
Μπουρανί, πρόχειρο φαγητό με χόρτα.
Μπούρδα, το τσουβάλι.
Μπουρδουκλιά,  το έντεχνο εμπόδιο προκειμένου κάποιος να σκοντάψει.
Μπουρλιά, αρμαθιά.
Μπουρμάς,  κάνουλα.
Μπουρσίκα, πολύ μεγάλη πέτρα.
Μπουρσούκι, ασβός.
Μπούρτσει, ευνούχισε και μπουρτζμένους ο ευνουχισμένος.
Μπουτκουφαγουμένους, ποντικοφαγωμένος.
Μπουχαρής, καπνοδόχος.
Μπούχτσει, παραχώρησε, μπούχτισε.
Μπουχτσιάς, μπόγος.
Μπουχτώ, σκουντάω.
Μπρίνους, το μεγάλο δένδρο από το πουρνάρι.
Μπρουμίτσει, έπεσε μπρούμυτα.
Μπρουμίτσμα, το πέσιμο, η κατάπτωση.
Ναλμπάντς, στη κυριολεξία πεταλωτής.
Ναμλής, αυτός που κάνει συνέχεια νάμνια (αναποδιές).
Νησκόψειρα, η πειναλέα. 
Νιβρουκαβαλίκιμα, ο νευρικός πόνος.
Νιμπέτι, ο ολιγόωρος ύπνος.
Νιρουκάικει, δίψασε πάρα πολύ.
Νιρουμπλιάκι,  πάρα πολύ αραιωμένο με νερό.
Νισάφι, αρκετά.
Νισιαντ΄ρι, ο βόρακας.
Νίσκιους, η σκιά.
Νιφράγκι, το μικρό διάστημα από το τέλος του τοίχου μέχρι το κλίτος της σκεπής.
 Νταβάς, μεγάλο τετράγωνο βαθύ ταψί.
Νταβρατζμένους, ο δυναμικός, ο υγιής ,ο γεμάτος ζωντάνια.
Νταγκαρντάκι, κουδούνι για μικρά ζώα.
Νταλγκ΄τσι, είδος πτηνού λίμνης, πιθανόν η νερόκοτα.
Ντάλι, το κλαδί.
Νταλντώ, ορμώ, επιτίθεμαι.
Νταμαζλ΄κι,  η διαιώνιση της ράτσας ζώων (σκύλων, κατσικιών κλπ).
Νταμάρι, το λατομείο, αρρώστια του καπνού και   στην κυριολεξία η φλέβα. 
Νταμάσκου, είδος υφάσματος, συνήθως σε τραπεζομάντηλο.
Νταμγκγαδιά, η σφραγίδα, το σημάδι.
Νταμγκαλίθκους,  αυτός που έχει σημάδια, στη κυριολεξία ο σφραγισμένος.
Ντανάμπασης, στη κυριολεξία ο βοϊδοκέφαλος, ο ξεροκέφαλος, ο κεφάλας.
Ντανάμπουρουν,  το έντομο ο κολοκυθοκόφτης, στη κυριολεξία η μύτη του μοσχαριού.
Νταντάντσει, συνήθισε να πηγαίνει σε κάποιο μέρος.
Ντάρα,  το απόβαρο.
Νταρμαντάνς, ο παλαβωμένος αεικίνητος.
Νταούνατι, αγριόχορτο στον καπνό σαν το μέγεθος του σπαραγγιού.
Ντέβιρ, τα γύρισε όλα, «τα έκανι όλα ντέβιρ».
Ντελή, τρελός. Υπήρξε και πρώτο συνθετικό σαν «Δελή….» σε πολλά επίθετα όπως Δεληγιώργης, Δεληκώτσιος και άλλα.
Ντεμέκ, τάχα, δήθεν, στην κυριολεξία σημαίνει ομιλώ, λέγω.
Ντερέ, το ρέμα, η πηγή.  Μαϊμούντερε μαϊμουνοπηγή και Καράντερέ μαύρη πηγή.
Ντέφ ολσούν,  τούρκικη ευχή ή αποδοκιμασία που σημαίνει  στη κυριολεξία ντέφι να γίνεις, έχει την έννοια άντε στο καλό ή μακριά από μας.
Ντιαντιάξ, επιφώνημα αηδιαστικού φαγητού.
Ντινκτσής, ο μάστορας μου μεταποιούσε και επεξεργαζόταν τα μικρά δεματάκια καπνού «ιστίφια», σε μεγάλα δέματα καπνού 15 – 20 κιλών.
Ντιλικατλ΄κια, οι επιλογές σε φαγητά αρεσκείας και μόνο.
Ντιουντιουκούδι, η σφυριχτρούλα  μεταφορικά το μικρούτσικο και στενό ρούχο.
Ντίπ για ντίπ, καθόλου για καθόλου, στην κυριολεξία ντιπ σημαίνει πάτος.
Ντίπι, ντίπια, το πρώτο χέρι του μαζέματος του καπνού.
Ντιρλίκι, το φαϊ, στην κυριολεξία είναι ο βίος, η καλή ζωή, η καλή συμβίωση.
Ντιρλίκουσει, έφαγε.
Ντιρπί, η λίμα ακονίσματος.
Ντισλιάνου, αυτή που έχει μεγάλα δόντια, η δοντού, (πχ Μελίνα Μερκούρη).
Ντισλής, αυτός που έχει μεγάλο δόντι.
Nτόμπριους, ο πολύ δυνατός, ο χειροδύναμος και ο ντόμπρος.
Ντουγάνι, μεταφορικά ο βλάκας, στη κυριολεξία γεράκι.
Ντουλμάδις, τα γεμιστά, οι πιπεριές μόνο. Μεταφορικά τα μπάζα.
Ντουμάνι, ο καπνός .
Ντουμανλαντίζου, καπνίζω τσιγάρα.
Ντουμανλάτσμα, το κάπνισμα.
Νουρντουβάκι, ο σκλάβος (στην κυριολεξία ο αιχμάλωτος στην κατοχή που πήγε στη Βουλγαρία).
Ντουρντούλου, η ατημέλητη αυτή που φοράει πολύ φαρδιά ρούχα.
Ντουρούκι, ο άμυαλος ο χαζός, στην κυριολεξία είναι είδος μεγάλου ψαριού.
Ντούσκους, ο βολικός, ο ευθύς.
Ντούφνα, μεγάλη σε μέγεθος γυναίκα.
Ντρουβάνι, ξύλινο δοχείο επεξεργασίας γάλακτος για την εξαγωγή του βουτύρου.
Νυδιασμένου και νυδιάρκου, το χαλασμένο το ξινισμένο φαγητό.
Νύδιου, το χαλασμένο, μεταφορικά το καχεκτικό παιδί.
Νυσκάδα, η πείνα και παλιά νυσκάδα  η μεγάλη πείνα.
Ξαναχώματα, οι εκταφές, οι ανακομιδές των οστών.
Ξανόσιρμα, η ανακεράμωση, η ξανατακτοποίηση των κεραμιδιών.
Ξιαλάζου, αλλάζω ρούχα.
Ξιγκουλιαρίζουμει, ξεγυμνώνομαι.
Ξλουγαδάρα, ξύλινη κατασκευή που έμοιαζε με τη σκάλα, για τη μεταφορά κυρίως δεματιών κλαδιών.
Ξιμπρουρθλάσκει, ξέφτισε.
Ξιούμει, ξύνομαι.
Ξιπαλάγσει, τους τρόμαξε.(Ξιπαλάγσει σ αρνίθις, τρόμαξε τις κότες).
Ξιπαραλήθκει, ξετινάχθηκε, ξέφτισε.
Ξιπιτσουμένους , γδαρμένος.
Ξιπουπλιάρα, η ξεπουπουλισμένη, η αχτένιστη με ανακατωμένα μαλλιά.
Ξιτσίπουτους, ξεδιάντροπος.
Ξιφκαρόθκει, αποσυναρμολογήθηκε.
Ξιφούλτσμα, ξεφλούδισμα.
Ξυδουκρανιά, φυτό θαμνώδες με μικρούς μπλε-μαύρους υπερβολικά στυφούς καρπούς.
Ξυλουκέρατου, το χαρούπι.
Ξυλουτρυπίτς , το έντομο που τρυπά τα ξύλα, το σαράκι.
Όβουδοι, οι μεγάλες πράσινες μύγες που το καλοκαίρι πήγαιναν συνήθως στα άλογα και στα γαϊδούρια.
Ουζάντζμα, το ξάπλωμα σε καναπέ δίχως ύπνο.
Ουμούτι, ελπίδα, πόθος.
Οντοκούζ ,  το χρησιμοποιούμε για να δηλώσουμε την παρουσία κάποιου. (πχ όλνοι ήταν κει κι Χρήστους όντοκούζ….) στη κυριολεξία σημαίνει δεκαεννέα.
Οσγιαλντί, στη κυριολεξία καλώς ήλθε από το  hos geldi , το λέγανε για καλωσόρισμα.
Ουλάκι, το μικρό κατσικάκι.
Ουμπλή, το ίχνος από την πατημασιά.
Ούμπρια, επιφώνημα ενθουσιασμού και παρότρυνσης.
Ούνκσι, προσταγή για την ακινητοποίηση του γαϊδάρου.
Ουντούδι, η καμαρούλα.
Ουντούλι, το σουβλί που τσιμπούσαν τα γαϊδούρια για να περπατάν. 
Ούργιου, το χαλασμένο αυγό.
Ούρδα, η μυτζήθρα.
Ουρλιέτει, ουρλιάζει.
Ουρμάνι, δάσος.
Ουρτάκι, η συνεταιρική δουλειά.
Oυρτουμένους, με λάδι, λαδερός.
Ουστ,  το χρησιμοποιούσαμε σαν εντολή για να κατευθύνουμε τα γαϊδούρια, στη κυριολεξία σημαίνει επάνω.
Ουτζιάκι, παρτέρι και έχει και την έννοια του τζακιού.
Ουτουράκι, καθιστό (πχ. Φασολάκια μη αναρριχόμενα).
Ουτσούδι, το τέταρτο χέρι συλλογής του καπνού, στην κυριολεξία ουτς σημαίνει τρία.
Ουψμάδι, το όψιμο.
Παλιουβρακάς, πτηνό, πουλί  κιτρινόμαυρο  με χαρακτηριστικό κελάηδισμα που δήθεν φώναζε ….ποιος ποιος ποιος, έχει παλιό βρακί….   .
Παλιουκιουντές,  ο  κιουντές με την κακή ποιότητα καπνού, μεταφορικά ο άχρηστος.
Παλιουμπάτς, περιοχή στο βουνό Παγγαίο.
Παλιουριά,  ο θάμνος η αγκαθιά.
Παλιουσκούτι, το πολύ παλαιό, το απαρχαιωμένο.
Παλιπαντάλι, πουλί του αγρού, πιθανώς ο κορυδαλλός.
Παλντ΄μι , δερμάτινος ιμάντας του σαμαριού στο πίσω μέρος.
Παμπόρι, ο χαρταετός.
Πάνια, πανί δεμένο στην άκρη ενός ξύλινου κονταριού που το χρησιμοποιούσαν γα να βρέχουν τον φούρνο πριν από το φούρνισμα του ψωμιού. 
Πανουγόμι, το επιπλέον του γεμίσματος.
Πανουγράφου, σημειώνω επιπλέον κόστος στους βερεσέδες.
Πανουθεό, από πάνω μου ακριβώς,κατακόρυφα.
Παπάρα, πρόχειρο ζουμερό φαγητό με κομμάτια ψωμιού.
Παπούδις, είδος όσπριου, τα φασόλια τα μαυρομάτικα.
Πάπριακους, η φτέρη στα βουνά.
Παραλής, αυτό που έχει πολλά λεφτά.
Παραπιρνώ, προσπερνάω.
Παρασόλι, η ομπρέλα.
Παρασταίνου, κοροϊδεύω.
Παρασταλιάζου, όπως το ξεροσταλιάζω.
Παρατσακίζου, αναφέρεται στο τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών του Πάσχα, τσουγκρίζω.
Παρμάκι, το δάχτυλο και μπασπαρμάκι, το κεφαλοδάχτυλο,  το πρώτο και χονδρότερο όλων των δαχτύλων. 
Παραυτίδα, περιοχή ανάμεσα στη φαβορίτα και στο αυτί.
Παρτάλι, το κουρέλι, το ράκος.
Παρτσαλίσκει, κομματιάστηκε.
Παρτσακλό, το ατημέλητο.
Πασιαπόρτι, διαβατήριο.
Πασπάτς και πασπάτου, ο αργοκίνητος και η αργοκίνητη.
Πάπαου, συντομολεξία του που να πάω;
Παταριά, το γρήγορο τρέξιμο.
Πατέλς, η κουτσός.
Πατλάκου, η ευέξαπτη.
Πατλάτσει, έσκασε.
Πατματιά, η πατημασιά.
Πάτσα, πάτησα.
Πατσάδι, το ξερόκλαδο με αγκάθια.
Πατσί, το κεφάλι.
Πατσιαβούρα, το κουρέλι, άχρηστο κομμάτι υφάσματος. 
Πατσιαβράκι, το πολύ παλιό και φθαρμένο βρακί.
Πατσιόλας, ο ξεροκέφαλος.
Πέ, προστακτική του λέγω, λέγε ή πες το.
Πιαλιαβάνς, ο ψηλός και σωματώδης, στη κυριολεξία ο παλαιστής.
Πιζιβένκς, ο παλιοχαρακτήρας.
Πιρέτη, η εξυπηρέτηση, η επίβλεψη κάποιου ανήμπορου.
Πιριχώ, καταβρέχω ελαφριά.
Πισκές, δώρο.
Πισκιούλι, τα ξέφτια από τους ποδόγυρους των παντελονιών, μεταφορικά το ρεζίλεμα.
Πισμανεύου, μετανιώνω.
Πιτακούδια, τα μικρά πουλάκια που είναι σχεδόν έτοιμα να πετάξουν.
Πιτσιγκλής , ο πονηρός παίχτης που προσπαθεί να κερδίσει με παράνομο τρόπο.
Πιτσιγκλήθκα, τρόποι μη νόμιμου παιχνιδιού.
Πίτσκου, το μικρό ηλικιακά.
Πιτώρα, πριν από λίγο.
Πλάδα, το πτηνό η πουλάδα.
Πλακουτούρα, το ρίξιμο των χρημάτων στη βάπτιση από τον πατέρα ή τον νονό, όλα μαζί κάτω. Πλακουτούρα ίσως ονομάστηκε από το πάλεμα (πλάκουμα) που γινόταν για το ποιος θα μαζέψει τα περισσότερα.
Πλακώνου, παλεύω, αγωνίζομαι με κάποιον σώμα με σώμα.
Πλαλώ, τρέχω , με ταχύτητα πλαλώ μι του γκουσί.
Πλάρι, το μικρό αλογάκι, το «τάι».
Πλασταριά, στρόγγυλο ξύλινο κατασκεύασμα διαμέτρου 1 μέτρου για την κατασκευή φύλλου κρούστας.
Πλιατσιανίζου, κτυπώ τα νερά με τα χέρια ή με τα πόδια μου.
Πλόκια, τα μικρά ξύλα για την κατασκευή πρόχειρων χωρισμάτων (τοίχων).
Πλουκαριά, ολόκληρη η κατασκευή πρόχειρου τοίχου χωρίσματος με ξύλα μικρά. 
Πνακουτή, ξύλινη φόρμα μέχρι 10 μπορεί και παραπάνω θέσεων για τη μεταφορά του ζυμαριού όταν «γίνονταν» και ήταν έτοιμο για να πάει στο φούρνο για φούρνισμα.
Πουγάτσια, λαδόψωμο.
Πουδιά, η ποδιά.
Πουδουκλώνουμει, σκοντάφτω.
Πουλιπόραδους, σαρανταποδαρούσα.
Πουλιάνα, ακαλλιέργητη χέρσα έκταση.
Πούπλου, το πούπουλο.
Πουρέβου,  τα βολεύω, αρκούμαι.
Πουστλιμές, το ομοφυλόφιλος.
Πουσφουνώ, κλάνω δίχως ήχο.
Πουσφούτα, η βουβή κλανιά.
Πουτούρι, παραδοσιακό ένδυμα παντελονιού, η Μακεδονική βράκα.
Πούφλιους, ο βαριεστημένος.
Πράμα, το μεγάλο ζώο ( κατσίκα, αγελάδα, άλογο, γαϊδούρι).
Πρατσάλα, η κοπριά της αγελάδας.
Πρήσκει, πρήστηκε.
Προυβατσλιά, η κοπριά της κατσίκας.
Προυμθεύου, συμβουλεύω.
Προυνιές, θαμνώδη φυτά με μπλε-μαύρους πολύ στυφούς καρπούς.
Προυσφώλι, το αυγό που μένει πάντα στη φωλιά για να δείχνει το μέρος που θα πρέπει να γεννήσει η κότα.
Ραβνάδι, το ρημάδι.
Ραμπούσια, σημάδια, γραμμές.
Ραμπουσλίθκου, με γραμμές (πχ ραμπουσλίθκου καρπούζι).
Ραχατλής, ο ξεκούραστος.
Ρέχα, και ρηχιά, το φλέμα. (Κείνους γέρους …. πάτσει μνια ριχιά τόσου τρανιά που γιόμσει ένα τινικούδι απού κουνσέρβα).
Ρουγαλίδα, η αράχνη.
Ρούδια, φυτό θαμνώδες.
Ρουσφέτι, δωροδοκία.
Ρουφθίτς, ρεβιθούλης, ( στα παραμύθια αυτός που μπορούσε να μετατραπεί σε ρεβίθι).
Ρουφούζια, τα δεύτερης ποιότητας φύλλα καπνού.
Σαλντώ, σαλτάρω, επιτίθεμαι.
Σ΄ρτζμα, πέρασμα των φύλλων του καπνού σε σπάγκο, μεταφορικά η διάρροια.
Σαβούρτζμα, πέταγμα άχρηστων αντικειμένων.
Σαζάνι, το μεγάλο γριβάδι.
Σακάτς, ο ανάπηρος.
Σαλιαρίζου, επιδεικνύομαι μιλώντας στην καθαρεύουσα.
Σαλμά, ο ελύθερος, ο μη περιορισμένος.
Σαλός και σαλά, ο χαζός και οι χαζομάρες.
Σαλτανάτια, οι επιδείξεις, οι μαγκιές.
Σαμαμίδι, πολύ μικρή σταχτιά σαύρα.
Σαμσάρι, τετράποδο μικρόσωμο ζώο του αγρού, μπορεί και το κουνάβι.
Σανδάλι, αρμάθα  αποξηραμένων φύλλων καπνού.
Σανδράτσι, εργαλείο κοπής και αφαίρεσης μέρους των νυχιών της οπλής του αλόγου.
Σαντέθκους, ο αγνός , κυρίως χαρακτήριζαν με τον όρο αυτό τον καφέ, που ίσως μερικές φορές είχε και προσμίξεις άλλων υποκατάστατων.
Σαργκιά, επίδεσμοι που χρησιμοποιούνταν για να δεθούν οι γκέτες.
Σαρίκι, το μακρύ ξύλινο κοντάρι.
Σαρμάς, το ντολμαδάκι με αμπελόφυλλο ή λαχανόφυλλο, στην κυριολεξία ο εναγκαλισμός.
Σαχάνι, το μεγάλο πιάτο, σαχάνια λέγαμε και τα μεγάλα πιάτα που χρησιμοποιούσαν στη φιλαρμονική.
Σγάτας τα νύχια, αγριολούλουδο με κόκκινα μικρά λουλούδια, που έχουν σχήμα όπως της γάτας τα νύχια.
Σγουβρασμένους, ο αργοκίνητος, ο σιγανοβρασμένος.
Σεβντάς, ο έρωτας.
Σέλια, τα ρυάκια από τα νερά της βροχής.
Σέρτικος, πολύ βαρύς, πιο πολύ αναφερόταν ο όρος στον καπνό στα τρίτα και τέταρτα χέρια όπου η περιεκτικότητα νικοτίνης ήταν πάρα πολύ μεγάλη και το κάπνισμα ήταν πάρα πολύ βαρύ.
Σιαλβαράς, αυτός που φορά σαλβάρι, μεταφορικά αυτός που φορά φαρδύ παντελόνι.
Σιαλτάκι, χαστούκι.
Σιαμαρλάτσμα, ξύλιασμα με χαστούκια.
Σιάπκα, το καπέλο, η τραγιάσκα.
Σιάρα, το παχύ γάλα της γίδας αμέσως μετά τη γέννα.
Σιασιρτζμάδα, η απορία.
 Σιασιρτζμένους, απορημένος.
Σιασκίνς, ο συγκεχυμένος, ο ηλίθιος.
Σιατσιάκι,  το διάστημα που ορίζεται από το τέλος του τοίχου μέχρι το τέλος της σκεπής του γεισώματος, στην κυριολεξία σημαίνει κορνίζα.
Σικλέτσμα, η στενοχώρια.
Σίκτιρ, άντε και γα…. και σικτιρίζω τον στέλνω να πάει να γα….
Σιμπουιά, η βιολέτα.
Σινιργίτς, ένα είδος πεταλούδας χρώματος καφέ- μπεζ.
Σινιργουπιτάλα, μεταφορικά αυτή που περπατά και κουνιέται σαν την πεταλούδα τον σινιργίτη.
Σιουρμπέτι, είδος πολύ πρόχειρου «φαγητού» που περιελάμβανε πολύ νερό λίγη ζάχαρη και λίγο ξύδι.
Σιουσμές, ο καβουρμάς, στην κυριολεξία ο στραγγισμένος.
Σιουρτούκι, ο αλήτης, o συρόμενος, ο περιφερόμενος.
Σιουρτουκλιμές, ο αλήτης ο συρόμενος, ο περιφερόμενος σε υπερθετικό βαθμό.
Σιουρτουκλούκι,  το αδέσποτο, το ανεξέλεγκτο γύρισμα, στην κυριολεξία η κακή διαγωγή ενός περιφερόμενου ανθρώπου. 
Σιρσέμς, ο ζαλισμένος, ο χαμένος, ο ηλίθιος.
Σισμάνς, ο χονδρός.
Σιτζίμι, ο χονδρός σπάγκος.
Σίτσα, πετρώδες έδαφος
Σκανιάζου, στενοχωριέμαι.
Σκαρδιτσούδι, το πουλί ο τρυποκάρυδος.
Σκαρδέλια, οι ξύλινες λαβές στο πίσω μέρος του σαμαριού των ζώων.
Σκάρτα, τα άχρηστα φύλλα καπνού που ήταν για πέταμα.
Σκατουμπούμπουρας, το έντομο ο σκαραβαίος.
Σκατουτσαγκρισμένους, ο λερωμένος με κόπρανα.
Σκατουφαγώματα, μεταφορικά τα κουτσομπολιά.
Σκληκιάρκου, σκουληκιασμένο.
Σκούκου τα  σταφύλια, αγριολούλουδο  με μπλε στρόγγυλα  μπαλάκια, όπως το ζουμπούλι ,σε σμίκρυνση.
Σκούλους, το πίσω μέρος του τσεκουριού ή του κλαδευτηριού.
Σκουρδάριμ, πρόχειρο φαγητό με στουμπισμένο σκόρδο και αλάτι.
Σκουφαγάς, το πουλί ο συκοφάγος.
Σκούφια, δικτυωτό κατασκεύασμα που το τοποθετούσαν στα στόματα των αλόγων ή γαϊδουριών συνήθως, έτσι ώστε να μην αποσπάται η προσοχή τους  με το να θέλουν να φάνε, από την κύρια δουλειά τους που ήταν το όργωμα.  
Σκύβαλα, τα απομεινάρια από το άλεσμα του σταριού αν αφαιρέσουμε το αλεύρι.
Σκυπός, το υπόστεγο και το μέρος εκείνο που δεν βρεχόταν από τα νερά της  βροχής.
Σλιατσιανίζου, χτυπώ με ψιλή βέργα, δέρνω.
Σνκγρτσ΄δι, η αλυσιδίτσα, το φο μπιζού.
Σντίζω, αγανακτώ, σ΄ντσει αγανάκτησε.
Σμούρχια, δειλινό, αρχή σκοτεινιάσματος.
Σουγκλί, το σουβλί.
Σουγκλώ, σουβλίζω.
Σουλτάνμιριμέτι, βασιλικό ξύλο, ξυλοδαρμός μεγάλης διάρκειας.
Σουπέρι, απανεμιά.
Σουράτι, μεταφορικά το μούτρο, η φάτσα.
Σουρλουλού, η ατημέλητη, η χαζή.
Σούρμπα, αρχή καλάντων της Πρωτοχρονιάς (σούρμπα σούρμπα κόλιαντρα).
Σουρμπαλίζου, ρουφώ από φλιτζάνι με ήχο.
Σούρταλου, το σκουπίδι.
Σουφράς, το κοντό χωρίς πόδια τραπέζι.
Σ Παναγιάς του χέρι, λευκό λουλούδι σαν το κρίνο που άνθιζε πάντα τον δεκαπενταύγουστο.
Σπαργουμένη, το ζώο που έχει κατεβάσει πολύ γάλα και πρέπει να αρμεχθεί.
Σπάσμου, το μάζεμα του καπνού από τη ρίζα, το «τάκζμα».
Σπίρτου, το οινόπνευμα.
Σπλιάγκα, σφεντόνα.
Σπλιαγκόπιτρα, κατάλληλη σε μέγεθος πέτρα για την σπλιάγκα, τη σφεντόνα.
Σπουριά, μονάδα μέτρησης έκτασης, που το μέγεθός της ορίζονταν από την απόσταση που πήγαινε ο σπόρος των σιτηρών όταν τον έριχνε από το χέρι του ο αγρότης.
Σρτντίζου, φτιάχνω τη διαδικασία περάσματος των φύλλων  καπνού από τη βελόνα σε σπάγκο.
Στιαρίσιους, ο σιταρένιος.
Στουμπόθκει, μεταφορικά πρόλαβε και το έφαγε.
Στουμπόνου, βουλώνω.
Στούμπους, μεγάλο πέτρινο λαξευτό γουδί, μεταφορικά ο πολύ κοντός άνθρωπος.
Στραβουκατούρμα, το παράπτωμα.
Στρέχου, συμφωνώ, συγκαταλέγω.
Στρούκλα, ο ανάποδος, αυτός που συνέχεια κινείται.
Στρούκλιασει, έχει γίνει υπερκινητικός δεν κάθεται καθόλου στον κώλο του.
Στρουφάρι, το μεγάλης έκτασης χωράφι.
Στρουφός, η άκρη, η γωνία του χωραφιού.
Στρώση, το στρώμα.
Στυλιαρώνου,  μεταφορικά ξυλιάζω με μεγάλο ξύλο.
Συχαρίκια, τα συγχαρητήρια.
Σφαλνώ, ασφαλίζω, κλείνω τη πόρτα.
Σφυριγκλούδα, η μικρή σφυρίχτρα.
Σχίδα, η φροντίδα.
Σχώργιου, η συγχώρεση, το κομμάτι που μοιραζόταν γλυκό, κουλούρι, ψωμάκι στα ψυχοσάββατα.
Ταβάς, τετράγωνο ή στρόγγυλο αρκετά πολύ βαθύ ταψί.
Ταή, το φαγητό συνήθως των ζώων.
Τάι, το πουλάρι.
Ταϊφάς, η οικογένεια.
Ταμάμ, ακριβώς.
Ταμάχι, η πλεονεξία.
Ταμακιαρλ΄κι, η απληστία.
Ταμακιάρς,  μεταφορικά ο αχόρταγος .
Ταράσι, το τελευταίο χέρι από το μάζεμα του καπνού, ότι απέμεινε.
Ταρατόρ, είδος φαγητού με σκόρδα και  καρύδια, στη κυριολεξία σημαίνει σκορδαλιά.
Τάσι, το ρηχό πιάτο και το τασκεμπάπ.
Τασιάκια, οι όρχεις.
Τασιακλίκου, η  « αρχ…».
Τα τσίπρουσει, αδιαθέτησε.
Ταφλάνι, είδος φυτού δάφνης.
Ταχτάς, μονάδα μέτρησης έκτασης.
Τέλι, το σύρμα.
Τέτα, θεία.
Τζαναβάρι, το ζωηρό παιδί, στη κυριολεξία το θηρίο.
Τζέρτζιλου, βερίκοκο.
Τζιρτζιλιά, η βερικοκιά.
Τζιάλιακα, τα σωθικά, τα εντόσθια.
Τζιάμους, ομαδικό παιχνίδι, το τζαμί.
Τζιαμπάιζ, ο μεσολαβητής στην αγοραπωλησία ζώων.
Τζαμπαλάντσει, ξεκούτιανε.
Τζιαμπαντάν, δωρεάν.
Τζιναέτς, ο ανάποδος άνθρωπος, στη κυριολεξία ο κακούργος.
Τζιαμπαλάντσει, άρχισε να ξεχνά, άρχισε να μη σκέφτεται κανονικά.
Τζιαναμπέτς, ο λίγο άτακτος, στη κυριολεξία ο άθλιος, ο ακάθαρτος.
Τζιαντρμάς, χωροφύλακας.
Τζιάντσικαρατζι, ψυχοβγάλτης.
Τζίνγκιουϊλι, διαβολόδρομος, μεταφορικά το άγονο μέρος.
Τζίνς, η ράτσα, το είδος.
Τζιριμές, πρόστιμο.
Τζιτζιλιά, οι μπίλιες.
Τζίτζηρας, ο τζίτζικας.
Τζιτζιρίζουμει, ξεροτηγανίζομαι και μεταφορικά ταλαιπωρούμαι μόνος μου.
Τηλμπίντια, τα κιάλια.
Τιάφι, το θειάφι.
Τικιρλέκι, τροχούλι.
Τικνιφέιζ, αρρωστιάρης, αδύνατος, τρεμουλιαστός.
Τιλούρα, η σήτα που έμπαινε στα παράθυρα για να μη μπαίνουν μύγες.
Τιμισιάρκους, ο ήμισυς.
Tιό, γκιώνης.
Τιούλιου, τι είδους.
Τιουτιουνιά, η καπνόριζα.
Τιρτίπια, ιδιοτροπίες, συνήθειες.
Τιτίιζ, ο ιδιότροπος.
Τιφλίτσι, το παιχνίδι η τυφλόμυγα.
Τλήθκει, τυλίχθηκε.
Τμαρεύου, τακτοποιώ.
Τνάθκει, τινάχθηκε.
Τόι, ο χαζός  ο άμυαλος .
Τόνγκα, το καρούμπαλο και μεταφορικά το μεγάλης διάρκειας βερεσέ.
Τότσκα, το μέτωπο.
Τουιάπς, ο αρκετά κουτός.
Τουκάς, η πόρπη, ο κρίκος.
Τουλούμι, ο  ασκός από δέρμα ζώου.
Τουλούμπα, η αντλία.
Τουμάρι, δέρμα ζώου, μεταφορικά ο κακός ο πονηρός άνθρωπος.
Τούντσι, ο κουτός ο πνευματικά ακαλλιέργητος στην κυριολεξία ο το μέταλλο μπρούντζος.
Τουπάλς, κουτσός.
Τουπάτσι, συμπαγής σκληρή ύλη.
Τουπούζι, το συμπαγές χονδρό σίδερο, το αντίβαρο  στη βέργα του κανταριού.
Τουρβάς, το τρίχινο ταγάρι.
Τουρλάκς, ελαφρόμυαλος, χαζός.
Τούρλους, η εμφανής κορυφή υψώματος και μεταφορικά αυτός που δεν ξέρει τίποτα.
Τουρλιού, διάφορα λαχανικά μαγειρεμένα λαδερά.
Τούρνα, ψάρι του γλυκού νερού, μεταφορικά ο μικρόμυαλος.
Τράβζμα, ο πόνος σε ένα σημείο μεταφορικά το τράβηγμα.
Τρακάζι, η γλώσσα της κλειδαριάς της πόρτας.
Tρανός, ο μεγάλος σε ύψος ή σε ηλικία.
Τραύλο, το φυτό γλιστρίδα.
Τράφους, ο γκρεμός.
Τσαγκρίζου, πιτσιλίζω.
Τσάκζμα, το σπάσιμο, για τον καπνό το μάζεμα των φύλλων του από τη ρίζα του.
Τσάκνου, ξερόκλαδο.
Τσακστούς, τσακίσου.
Τσέργα, η μικρή σκηνή.
Τσέτα, η παρέα, η ομάδα.
Τσιαγνιλίκου, η πολυλογού.
Tσιαήρι, το δασωμένο, το χορταριασμένο.
Τσιακανίζου, πίνω ποτά.
Τσιακίρ κέφι, λίγο μεθυσμένος.
Τσιακμές, πριονωτό πτυσσόμενο μαχαίρι.
Τσιακ΄λι, πετροντούβαρο.
Τσιακμακίζου, το μάτι μου «κόβει», είμαι έξυπνος.
Τσιακμές, πριονωτό εργαλείο κοπής κλαδιών.
Τσιαλ΄μι, καμώματα βαδίσματος, κινήσεις επιδεξιότητας στο χορό.
Τσιαλντώ, τρελαίνομαι.
Τσιάμι, το έλατο.
Τσιαμίσκους, ο ατίθασος, το λέγανε για  το ζωηρό άλογο «τσιαμίσκους αλουγάς».
Τσάμπρου, ότι μένει από το σταφύλι αφού φαγωθούν οι ρόγες.
Τσιανάκι, το πιάτο και με μεταφορική σημασία ο άνθρωπος διπλής συμπεριφοράς.
Τσιάνι, κουδούνι μεγάλο.
Τσιανγκαβόιζ, ο αλλήθωρος.
Τσιαούδι, το τσάι το τσαγάκι.
Τσιαούης,  ο Λοχίας , μεταφορικά ο κουμανταδόρος.
Τσιαπράζι, μεταλλικό περιδέραιο για το λαιμό των σκύλων, για την αποφυγή δαγκώματος από λύκους.
Τσιαπτσιάκι, η πολυλογού.
Τσιαρβούλι, αυτοσχέδιο δερμάτινο παπούτσι.
Τσιαρβούλου, αυτή που φοράει τσιαρβούλια μεταφορικά η ακατάστατη.
Τσιαρτσιάφα , το σεντόνι.
Τσιαρτσιαφουβιλόνα, η μεγάλη βελόνα για ράψιμο σεντονιού.
Τσιατάλι, ξύλο σε σχήμα  Υ που χρησιμοποιούνταν κυρίως για την κατασκευή σφεντόνας.
Τσιατίνκου, αναφέρεται συνήθως στο καρύδι, είναι αυτό που η ψίχα του  δεν βγαίνει εύκολα.
Τσιατπάτ, η μέση κατάσταση.
Τσιατραφίλς , ο ανάποδος άνθρωπος.
Τσιάτσα , έμπλεξα.
Τσιβί, καρφί μεταφορικά το πρόβλημα.
Τσιβικώνου, καρφώνω, μεταφορικά και κάνω σεξ.
Τσιβιτζής, μεταφορικά αποδιδόταν σε πανάκριβους καταστηματάρχες, στην κυριολεξία αυτός που καρφώνει.
Τσιγαρίδα, κομματάκι τηγανητού χοιρινού κρέατος.
Τσιγαρσμένους, τηγανισμένος.
Τσιγκέλι, αγκίστρι.
Τσιγκιλάκι, το βελονάκι του κεντήματος – πλεξίματος.
Τσίγκους, η λαμαρίνα, στη κυριολεξία ο ψευδάργυρος.
Τσικνιάρς και τσικνιάρκους, ο αδύνατος, ο καχεκτικός.
Τσικίτς, το σφυρί.
Τσικίτς καφαλ΄, ο σφυροκέφαλος, το αγύριστο κεφάλι.
Τσίλα, η διάρροια.
Τσιλές, το ματσάκι από σπάγκο ή άλλο νήμα.
Τσιλίκι, μικρό ξύλο 10 εκατοστών περίπου, στη κυριολεξία το ατσάλι.
Τσίλιους, αυτός που κάνει διάρροια, μεταφορικά ο φοβητσιάρης.
Τσινάρι, δένδρο με πλατιά φύλλα, στην κυριολεξία ο πλάτανος.
Τσιντσιόνι, ωδικό πουλί, μάλλον ο σπίνος.
Τσιόκτσει, έγινε μεγάλος, γέρασε.
Τσιόνγκα, μικρό πουλί σε μέγεθος σπουργιτιού.
Τσιόπι, στην κυριολεξία το σκουπίδι, εδώ ο κλήρος.
Τσιότρα, ο κουρεμένος γουλί.
Τσιουγλάνι, το τσόγλανο και τσιουγλαναράς, το μεγάλο τσόγλανο. 
Τσιουλχάς, ο υφαντής.
Τσιουμάκα, το ραβδί.
Τσιουμακίζου, χτυπώ κάποιον με ραβδί.
Τσιουμλέκια, τα πιατικά και οι χύτρες σαν σύνολο, στη κυριολεξία τα πήλινα αγγεία. 
Τσουλάκς, στην κυριολεξία ο μονόχειρας.
Τσιούλι, κομμάτι από κανάβινο τσουβάλι που χρησιμοποιούνταν για το περιτύλιγμα του δέματος του καπνού και του ρολού των φυτών του καπνού στη καπνοφυτεία. 
Τσιουρμπάς, σούπα.
Τσιουρμπατζής, ο πλούσιος, ο ευκατάστατος.
Τσιουρτσιουρίζου, ρίχνω συνεχόμενα υγρό με πολύ ελάχιστη ροή.
Τσιούσκα, η πιπεριά για τηγάνι.
Τσιουτζιουκλάρια, τα μικρά παιδιά.
Τσιουτσέκι, στη κυριολεξία σημαίνει λουλούδι, έτσι ορίζουμε τον πολύ νεαρό.
Τσιουτσιουλίτα, το λοφίο.
Τσιούφτ, το ζευγάρι.
Τσιργώνουμει, εμφανίζομαι, τεντώνομαι.
Τσιρκίνς, ο άσχημος
Τσίπα, η πέτσα που δημιουργούταν στο γάλα μετά από το βράσιμό του.
Τσιπλάκς, ξεβράκωτος, γυμνός.
Τσιπραδιάρς, αυτός που έχει φακίδες στο πρόσωπο.
Τσιράκι, ο μαθητής ενός τεχνίτη.
Τσιργουμένους, τεντωμένος.
Τσιρουμάχιμα, κραυγή τσιριχτή.
Τσιρουπούλι, το μικρό πουλάκι.
Τσισμές, βρύση.
Τσίτια, τα πρόχειρα ντουβάρια.
Τζιτζβές, το μπρίκι.
Τσιτσέλα, το πάρα πολύ αλμυρό.
Τσιτσούδι, κρεατάκι.
Τσιτσφούδι, το πάρα πάρα πολύ μικρό.
Τσιφλικάς, αυτός που έχει μεγάλες εκτάσεις γης.
Τσλιακατούρα, η πολύ νερουλή.
Τσμούρι, το τσιμπούρι.
Τσουκνίσκα, έχω τσιμπηθεί από τα φύλλα τσουκνίδας και έχω καψαλισθεί.
Τσουράπι, κάλτσα.
Τσούρλους  και τσουρλούδι, το πυώδες μεγάλο σπυρί και το πυώδες μικρό.
Τσφήγκα, η σφήκα και τσφιγκούδι, το μικρό έντομο που μοιάζει με τη μικρή σφήκα και τσιμπάει.
Τυρλίκι, πλεχτή και χονδρή κάλτσα.
Τφάνι, δυνατός αέρας.
Τφικώ, τουφεκίζω.
Ύστιρου, ο αμνιακός σάκος που περιβάλλει το έμβρυο.
Υστιρνά, τα κατοπινά, τα μετέπειτα.
Φαλάγγι, το βαθούλωμα που σχηματίζεται στο έδαφος , δίχως να είναι ορατό όταν καλύπτεται από χιόνι. 
Φανάρι, μεταλλική κατασκευή τύπου μικρής ντουλάπας καλυμμένη με ψιλή μεταλλική σήτα, για να προφυλάσσουν τα τρόφιμα από τις μύγες και τα ποντίκια.
Φαντάκα, μάτσο από μικρά φύτρα καπνού για μεταφύτευση από τους χασλαμάδες στα χωράφια.
Φαρμάκα, πράσινη μεγάλη σαύρα.
Φαφίλα, πάθηση των ζώων στο στόμα όπου γέμιζαν σπυριά. Ως συνήθως προερχόταν από τη βοσκή των ζώων σε μέρη που είχε πέσει δροσιά. 
Φέγγους, το ξημέρωμα.
Φιβγιό, η φυγή.
Φιλί, το κομμάτι από φρούτο (πεπόνι ή καρπούζι).
Φιλίζγια, οι παραφυάδες στις ρίζες του καπνού.
Φιλεύου, τραπεζώνω κάποιον, τον ταΐζω.
Φιλντισένιου,  (φιλ ελέφαντας και ντισ το δόντι) από ελεφαντόδοντο.
Φιντάνι, το μικρό φυτό.
Φιντάνμπουιλής, ο κοντοστούπης.
Φιρανλαντώ, φυραίνω λιγοστεύω.
Φιρανλίθκου, αυτό που με το τον καιρό δημιουργεί φύρα.
Φιραμάδα, η χαραμάδα.
Φισέκι, του φυσίγγιο.
Φίτσει, έφτυσε.
Φκιασίδι, καλλυντικό που γινόταν με την προσθήκη υδραργύρου.
Φκέλι , εργαλείο σκαψίματος.
Φλήκουμα, το κούμπωμα.
Φλιόγκαρους, παιχνίδι κοριτσίστικο όπου με το ένα πόδι και με κουτσό μεταπηδούσαν, μεταφέροντας με το ίδιο πόδι ταυτόχρονα μια πλατιά πέτρα, στη σειρά σε τέσσερα (4) τεταρτημόρια ενός μεγάλου κύκλου και σε δύο  (2) τετράγωνα που ήταν χαραγμένα στο έδαφος, δίχως να πατηθούν τα όρια των χαραγμένων γραμμών.
Φουκ τακ, πολύ γρήγορα, το άψε σβήσε.
Φουρκάλι, η σκούπα.
Φουρκαλώ, σκουπίζω, μεταφορικά τρώω και δεν αφήνω τίποτα.
Φουρλάτσμα , το έντονο κάπνισμα.
Φουρούνοι, οι φούρνοι.
Φουρούσι, το χοντρό ξύλο που προεξείχε του τοίχου στο τέλος του κλίτους της στέγης.
Φουρτιό, το φορτίο το οποίο το μετρούσαν αναλόγως του είδους των υλικών. «Ένα φουρτιό κουπριά» ήταν δύο γεμάτα κοφίνια και «ένα φουρτιό ξύλα» ήταν οκτώ δεμάτια ξύλα. 
Φουρφούρι, η φτερωτή του ανεμιστήρα.
Φουσκώνου, καμαρώνω τον εαυτό μου.
Φραμένου, το περιφραγμένο.
Φτιργά, τα φτερά.
Φτώ, φτύνω.
Φυσκές, το εξάρτημα που έμπαινε στο ποτιστήρι ή στο λάστιχο του ποτίσματος για να δημιουργεί δέσμη βροχής (Κάτι ανάλογο με το σημερινό τηλέφωνο του ντουζ).
Χαβάνι, ξύλινο υπόθεμα κοπής καπνού για την παρασκευή χειροποίητων τσιγάρων.
Χαβάς, η σκέψη που δεν αλλάζει (εγώ ντου μιλώ κι αυτός ντου χαβά τ) στην κυριολεξία καιρός, ατμόσφαιρα.
Χαβούζα, ομαδική πισίνα.
Χαγιάτι, ο χώρος στο ισόγειο μιας κατοικίας κάτι σαν πολύ μεγάλο χωλ, στην κυριολεξία τα πρόθυρα μιας οικίας.
Χαήρι, η προκοπή.
Χαηρλίθκου, το καλό νέο, συνήθως τα αρραβωνιάσματα.
Χαϊβανάτου, ο ολιγογράμματος  λαός.
Χαϊβάνι, το ζώο.
Χαλαζουχτυπμένους, ο διανοητικά καθυστερημένος.
Χαλέτι, εργαλείο.
Χαλές, το αποχωρητήριο.
Χαλιατζούρα, το τελείως χάλια αντικείμενο.
Χάλιους, ο χάλια άνθρωπος.
Χαλκάς, ο κρίκος, το δακτύλιο.
Χαμάλς, ο αχθοφόρος.
Χαμόι, το μονώροφο σπίτι.
Χαμπέρι, η πληροφορία, η είδης, το νέο.
Χαντούμς, ο ανίκανος σεξουαλικά.
Χαϊνταμάκς , ο λιγόμυαλος.
Χαϊρσ΄ζκου , αυτό που είναι δίχως χαΐρι, το  ανεπρόκοπο.
Χαμάλς, ο φορτοεκφορτωτής.
Χαμλά, κάτω.
Χαμούτι, εξάρτημα που χρησιμοποιούνταν στο ζώο (γαϊδούρι ή άλογο) για τη ζεύξη τους στη διαδικασία του οργώματος.
Χαραμζαντές, ο άχρηστος, ο ανεπρόκοπος.
Χαρβασίλα, Τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς όπου έδιναν αντί για λεφτά ότι υπήρχε από φρούτα, καρύδια, ξερά σύκα, κάστανα, μέχρι και ψωμί.  
Χαρμάνι, αναφερόταν περισσότερο ο όρος στο μίγμα άμμου με ασβέστη και τσιμέντο.
Χαρότσα, η επιδέξια γυναίκα στο νοικοκύρεμα.
Χάσκα, αποκριάτικο παιχνίδι όπου ο πατέρας έδενε σε μια κλωστή κομμάτι από χαλβά και στη συνέχεια αφού το έδενε σε κάποιο ξύλο ή καλάμι, το κουνούσε κυκλικά μπροστά από τα στόματα των παιδιών και όποιος ήταν τυχερός και μπορούσε να το πιάσει με το στόμα, το έτρωγε.
Χασ΄λι, το χωράφι που είναι σπαρμένο με πράσινο κριθάρι.
Χασλαμάς, φυτώριο καπνού.
Χασλάντισμα , διαδικασία κατά την οποία στην καπνοφυτεία με σπαρτική μηχανή , συμπληρωνόταν τα τυχόν κενά διαστήματα  που προέκυπταν αναμεταξύ των φυτών του καπνού, με αντίστοιχα φυτά τοποθετώντας τα με το δάχτυλο στο κενό διάστημα στο χώμα.
Χατζής, ο επισκέπτης των Αγίων Τόπων.
Χάφτιους,  αυτός που τα «χάφτει», ο μπουνταλάς.
Χάχρια, το τελείως άγονο και πετρώδες χώμα.
Χαψιά, η ποσότητα του φαγητού που μπορεί να χωρέσει μονομιάς στο στόμα.
Χίμπους, είδος μικρού γερακιού, το κιρκινέζι.
Χινέτκους, αυτός που έχει μεγάλο μίσος, ο κακός.
Χλάκους, ασπρόχωμα.
Χλαπατσιάρς, αυτός που έχει αρρώστια της χλαπάτσας, μεταφορικά αυτός που φτερνίζεται πάρα πολύ ο σαλιάρης.
Χλιάρα, η κουτάλα, μεταφορικά η πολυλογού.
Χλιάρι, το κουτάλι.
Χλιάρξει, έφαγε κουταλιές φαγητό, μεταφορικά είπε λόγια.
Χνι, το μεγάφωνο.
Χουζμέτι, η εξυπηρέτηση.
Χουζουρλής, ο ξεκούραστος, ο ξένοιαστος.
Χουιλής, ο ιδιότροπος.
Χουλέρα, η χολέρα, μεταφορικά ο κακόβουλος άνθρωπος.
Χουμπούλς, ο αδιάφορος, ο ξένοιαστος.
Χουσλάτσμα , το ενδιαφέρον για σεξ.
Χουχλάκου, η γεματούλα, η αφράτη γυναίκα.
Χρήσμα, το κομμάτι από τον σουβά.
Χρίτσα, το πασαλειμμένο εσώρουχο με κόπρανα.
Χτάζου, βλέπω.
Χτικιάρκους, ο υπερβολικά αδύνατος, ο καχεκτικός, ο φυματικός.
Χώσκους, ευχάριστος.
Ψουρούκι, πρόχειρο φαγητό με σβώλους από αλεύρι.
Ψχουχάρτι, το βιβλιαράκι που ήταν γραμμένα όλα τα ονόματα των συγγενών πεθαμένων και το πήγαιναν στην εκκλησία μαζί με κόλλυβα τα ψυχοσάββατα. 
Ωσδωνακεί, είναι η πρόταση ως εδώ να εκεί, σε μία λέξη, τη λέγανε όταν ήθελαν να πουν, γρήγορα, τάχιστα. 
Από το στήσιμο της ντερβένας του Καναρά αρχές δεκαετίας 80 
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (1) 

Πολλά ρήματα στο δεύτερο ενικό πρόσωπο της Προστακτικής η κατάληξή τους είναι σε  «ούς».  Παραδείγματα: «Πλυθούς» αντί πλύσου, «χτινστούς» αντί χτενίσου, «τσακστούς» αντί τσακίσου, «ντυθούς» αντί ντύσου, «ξουρστούς» αντί ξυρίσου, «κουριφτούς» αντί κουρέψου, «ζουρστούς» αντί ζορίσου, «ξυθούς» αντί ξύσου, «ταραχτούς» αντί ταράξου «κρυφτούς» αντί κρύψου «κοιταχτούς» αντί κοιτάξου και άλλα πολλά.
 
    Από το στήσιμο της ντερβένας του Καναρά και η ντερβένα
 του Αγίου Γεωργίου αρχές δεκαετίας 80   
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (2) 

Επίσης στην Πρωταίικη διάλεκτο όλα τα υποκοριστικά των ουσιαστικών τελειώνουν σε «….ούδι»  αντί του κανονικού της Ελληνικής γλώσσας που τελειώνει σε «….άκι». Παραδείγματα: «Πιδούδι» αντί παιδάκι, «κουτούδι» αντί κουτάκι, «κουρτσούδι» αντί κοριτσάκι και άλλα πολλά. Το ίδιο  γλωσσικό ιδίωμα εκτός από την περιοχή του Παγγαίου, υπάρχει και στα Νταρνακοχώρια των Σερρών, στα χωριά της Χαλκιδικής, καθώς επίσης και του Έβρου στη περιοχή του Σουφλίου.
     Πολλές λέξεις επίσης είναι ίδιες στην Ελληνική και στην Τουρκική γλώσσα οι οποίες χρησιμοποιούνται και σήμερα και ομιλούνται ταυτόχρονα και στους δύο λαούς.  Παράδειγμα οι λέξεις tomates, patates, fasoulia, mpizelia, lemoni, makarna, maidanos της Τουρκικής γλώσσας είναι η ίδιες με τις Ελληνικές ντομάτες, πατάτες, φασόλια, μπιζέλια, λεμόνι, μακαρόνια και μαϊντανός.  Στην Πρωταίικη δε διάλεκτο υπάρχουν αρκετές περισσότερες  από τις παραπάνω , που μπορεί όμως το νόημά τους να έχει και μεταφορική σημασία. Παράδειγμα: Zaif στην κυριολεξία σημαίνει αδύνατος και «ζαήφκους» στα Πρωταίικα σημαίνει ο μεγάλος σε ύψος και ο γεροδεμένος. 

 ........Συνεχεια........ 


Επιμέλεια ανάρτηση από: Νούνης Π.Παύλος

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg