Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Πρώτη Σερρών :Βιβλίο: ενότητα πρώτη: ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ αφιέρωμα στον αγαπητό φίλο και χωριανό μου για την καταπληκτική συγγραφική δουλειά ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘ. ΔΑΣΚΑΛΟΥΔΗ


  
ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ
Η ζωή της περιόδου 1962-1981  στην Πρώτη Σερρών
Έθιμα και Παιχνίδια, Παραμύθια
Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες
Λεξικό Πρωταίικης – Δημοτικής Γλώσσας
Λεξικό Δημοτικής – Πρωταίικης Γλώσσας







Σχόλιο του blog :Αγαπητοί μου φίλοι και φίλες
Καλημέρα σας , εύχομαι στον κάθε ένα και  στην κάθε μία από εσάς υγεία ευτυχία και ειρήνη.
Σήμερα σας παρουσιάζω τον αγαπημένο φίλο και συγχωριανού μου, Παναγιώτη Α. Δασκαλούδη συγγραφέα δύο εκπληκτικών βιβλίων με θέμα:
τα ήθη , τα  έθιμα , τις παραδόσεις και ντόπιο λαλιές του χωριού μας. 
Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό, μιας και η συγκέντρωση, η έρευνα και αξιολόγηση του υλικού, η ταξινόμηση και επεξεργασία του, απαιτεί υπομονή-επιμονή και κατάθεση ψυχής.
Οι αναγνώστες των βιβλίων, οι νεότεροι θα μάθουν και θα αποκτήσουν γέφυρα με το παρελθόν και την κουλτούρα μιας άλλης εποχής που έχει άμεση σχέση με την πολιτισμό  μας και οι μεγαλύτεροι θα θυμηθούν στιγμές χαράς και θλίψης, κομμάτια ζωής που έχουν περάσει και μένουν άσβεστα στην μνήμη της ψυχής τους. 
Αγαπητέ Παναγιώτη, θερμά συγχαρητήρια για το δημιουργικό σου εγχείρημα , μια καταγραφή ενός ολόκληρου πολιτισμού της αγαπημένης μας Πρώτης. 
Τα θερμά συγχαρητήρια μας για την προσπάθεια και ελπίζω οι φίλοι και οι φίλες αναγνώστες να το αναδείξουν πρώτο στην καρδιά τους και στην σκέψη τους.
Άποψη του blog μας είναι ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να βρίσκονται στην βιβλιοθήκη του Δήμου Πρώτης και γνωρίζω την ευαισθησία του Δήμου μας  για τα πολιτιστικά δρώμενα  τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μας και της περιοχής.
Σημαντικά και χρήσιμα ..εργαλεία για τα ήθη και τα έθιμα μας.
Έχει γράψει 2 βιβλία τα οποία  είναι
1) ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΜΑΡΤΙΟΣ 2010

2) ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΜΟΥΧΑΜΠΕΤΙΑ
Σήμερα σας παρουσιάζω το πρώτο.
Επειδή  ο όγκος του βιβλίου είναι αρκετά μεγάλος
 και η ανάρτηση στο blog είναι δύσκολη 
θα σας το παρουσιάσω σε ενότητες.

ο συντάκτης:Νούνης Π.Παύλος

                                     
  
 
Βιογραφικό σημείωμα.

 

Παναγιώτης Αθ. Δασκαλούδης
ΛΟΧΑΓΟΣ (ΠΒ) Ε.Α.

 
Γεννήθηκα  στις 19 Ιουνίου  του 1962  στην Πρώτη Σερρών. Πατέρας μου ο Αθανάσιος Δασκαλούδης του Δημητρίου από την Πρώτη, μητέρα   μου  η  Μαρία Μπρούντζου (και μετέπειτα Δασκαλούδη) από το Δραβίσκο και αδελφός μου ο Δημήτριος οκτώ (8)  χρόνια μεγαλύτερος από μένα γεννηθείς το 1954.  Από το χωριό μου δεν ξεμάκρυνα, γιατί  Παιδικό  Σταθμό, Νηπιαγωγείο,  Δημοτικό Σχολείο,  Γυμνάσιο και Λύκειο τελείωσα στον τόπο μου. Τον Αύγουστο  του 1981 μετά από μακροχρόνια αρρώστια  πέθανε  ο πατέρας  μου  σε νεαρή σχετικά ηλικία και το  ίδιο  έτος  αποφοίτησα  από  το  Λύκειο. Μετά από εισαγωγικές εξετάσεις πέτυχα στη Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών.
Αποφοίτησα από τη ΣΜΥ ως  Λοχίας Πυροβολικού.  Στη συνέχεια υπηρέτησα σε Μονάδες Εκστρατείας του Στρατού και σε Επιτελεία  σε   όλη  την  Ελλάδα,    παρακολουθώντας συγχρόνως τις μετεκπαιδεύσεις που μου πρόσφερε η υπηρεσία μου.
Μετά από χρονική διάρκεια 17 ετών στην υπηρεσία, το 1998 παντρεύτηκα  την συνάδελφο και ομοιόβαθμή μου Γεωργία Απανοζίδου του Ηλία από τη Δράμα και από το 1999 και μετά  μένω στη Δράμα.  Απέκτησα  μαζί  της  μία κόρη  τη Μαρία  το 2001 και μετά από έξι (6) χρόνια αποστρατεύτηκα ως Λοχαγός. Από τον Αύγουστο του 2007, είμαι πλέον συνταξιούχος.
ΠΡΩΤΑΙΪΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ
Η ζωή της περιόδου 1962-1981 στην Πρώτη Σερρών
Έθιμα και Παιχνίδια, Παραμύθια
Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες
Λεξικό Πρωταίικης – Δημοτικής Γλώσσας
Λεξικό Δημοτικής – Πρωταίικης Γλώσσας

ΕΚΔΟΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ 
IAΝΟΥΑΡΙΟΣ 2011   
ΔΡΑΜΑ
                
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΡΟΛΟΓΟΣ……………………………………………..1
                               ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ
Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ 1962 ΜΕΧΡΙ 1981
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1962 ΜΕΧΡΙ 1969………………………..
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1969 ΜΕΧΡΙ 1974……………………..…
ΠΕΡΙΟΔΟΣ 1974 ΜΕΧΡΙ 1981…………………..…..
ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ
ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΗΣ
ΕΘΙΜΑ ΓΕΝΝΗΣΗΣ……………………………………
ΕΘΙΜΑ ΒΑΦΤΙΣΗΣ……………………………………..
ΕΘΙΜΑ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ………………………………….
ΕΘΙΜΑ ΓΑΜΩΝ………………………………….……...
ΕΘΙΜΑ ΚΗΔΕΙΩΝ………………………………………
ΕΘΙΜΑ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ………………………….……
ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ  ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ
ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ …………………………………………..…
ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ……………………………………………
ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΕΣ ……………..…
                    

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΕΤΑΡΤΗ
ΛΕΞΙΚΑ
ΛΕΞΙΚΟ ΠΡΩΤΑΙΙΚΗΣ- ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ…..…
ΛΕΞΙΚΟ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ- ΠΡΩΤΑΙΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ……..
ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΕΜΠΤΗ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ…………………………………………….….
ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ …………………..….…

ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΚΤΗ
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ …………………………………



                            Οι Χωριανοί

Όλοι μας γνωριζόμαστε από ανήλικα παιδιά
με το μικρό του τ’ όνομα ένας τον άλλον κράζει.
Στα μυστικά μας δεν μπορεί να βάλλουμε κλειδιά
ξέρει καθένας τ’ αλλουνού τα μάτια να διαβάζει.

Γάμος; Αστράφτει από χαρά και γέλιο το χωριό
κι αντιλαλεί το νυφικό τραγούδι πέρα ως πέρα.
Θάνατος; Όλοι θλιβεροί. Κι απ’ το καμπαναριό
κατάμαυρο η καμπάνα μας βάφει και τον αγέρα. 

Χώρια απ’ τις έγνοιες της ζωής,τους χάρους τους πικρούς,
μές στις καρδιές μας έχουμε παντοτινόν Απρίλη,               
κι όσες τσουκνίδες βγαίνουνε μονάχες στους αγρούς,
εκεί ξεμοναχιάζονται πνιχτές στο χαμομήλι.  
                                     
                                                       Γεώργιος Αθάνας

(Aπό το Αναγνωστικό της Ε΄Δημοτικού έκδοσης 1964)


Αφιερωμένο στη μνήμη των γονέων μου
Μαρίας και Αθανασίου και όλων των 
Πρωταίων που έφυγαν από τη ζωή νωρίς.


Εκτύπωση - Βιβλιοδεσία - Διαχωρισμοί - Σελιδοποιήσεις
Τυπογραφείο «ΑΣΤΗΡ» Ηλίας Καλατζής
5ο Χιλόμετρο Δράμας – Καβάλας  (διασταύρωση Χωριστής)                     
Τηλέφωνο 25210 42022

Πρόλογος
Γεννήθηκα, μεγάλωσα και έζησα στην Πρώτη Σερρών από το 1962 μέχρι το 1981. Μετά το 1981 αν και  είχα φύγει λόγω επαγγέλματος από το χωριό μου δεν είχα ξεκόψει από αυτό ποτέ. Σ’ αυτό το συνεχόμενο κάλεσμα του τόπου μου, συντελούσε αρκετά και η χήρα μάννα  μου που ζούσε εκεί μόνη, αλλά πιστεύω  ακόμη περισσότερο ο δικός μας τρόπος ζωής και η τοπική μας διάλεκτος την οποία ποτέ δεν απαρνήθηκα οπουδήποτε και αν βρέθηκα. Παντοτινός μου επίσης πόθος και κρυφό μεράκι, αποτελούσε η συμμετοχή μου στη συνέχιση των εθίμων του χωριού  και γι’ αυτό παρευρισκόμουν πάντα, σε κάθε τέτοιου είδους εκδήλωση. Περισσότερο απ’ όλα όμως, ήταν αυτό το κάτι που εισέπραττα και η συναισθηματική ευχαρίστηση, όταν έστω και  για πολύ λίγο ερχόμουν (αρκετά τακτικά και μάλιστα από πολύ μακριά) και έμενα στο πατρικό σπίτι μου, ανταλλάσοντας ταυτόχρονα αυτές τις λίγες καλημέρες με τους  γείτονες συγχωριανούς μου. Και  πάλι μετά  από χρόνια, αν και  η μάνα  μου  το  2007   έφυγε από  τη ζωή  και  «ερήμωσε» το σπίτι μας, συνεχίζω και πάλι  να  βρίσκομαι   στον τόπο   μου  σχεδόν σε καθημερινή βάση, για να μαθαίνω και να ζω τα νέα του χωριού μου από κοντά.
      Με το αθώο πιστεύω γινάτι μου ως Πρωταίος, δεν άφησα να αδυνατίσουν αυτές οι μνήμες. Προσπάθησα  να συνεχίσω αυτή την παράδοση, ενάντια στις αμέτρητες εξελίξεις και στον διαφορετικό τρόπο ζωής, φυλάσσοντας και τηρώντας τα ήθη και τα έθιμα με το ξεχωριστό ντόπιο μας χρώμα.
     Διαβάζοντας  κάποια στιγμή το Βιβλίο του συγχωριανού μας  καθηγητή  και γείτονά μου  Ηρακλή Ευγενίδη  «Ιστορία της Πρώτης Σερρών», αποφάσισα και εγώ, ταπεινά να ασχοληθώ και να καταγράψω τις θύμησες από  την  παιδική  μου ζωή αλλά και  λέξεις, φράσεις,  έθιμα  και χωριανά  παραμύθια. Πιστεύω  πως  κάτι  θα μείνει, σαν έγγραφη παρακαταθήκη, όπως η μνήμη του πατέρα  προς το παιδί, ένα καταστάλαγμα πολλών  αναμνήσεων και όσοι  θα το διαβάσουν θα θυμηθούν  στιγμές  απ’  το παρελθόν που έζησαν. Ξαναζωντάνεψα κάποιες από τις περασμένες, γραφικές παιδικές αναμνήσεις μου, που χρόνια κρατούσα μέσα μου και τώρα τις παραδίδω. Δεν  έχω  αναφερθεί  καθόλου  σε  ιστορικά στοιχεία. Επίσης πολλά  μπορεί να παρέβλεψα, δεν έγινε όμως σκόπιμα.
Θεωρώ ότι είναι ωραίο αυτό  το  αγκάλιασμα  που  μας  τραβάει ολοένα στο παρελθόν. Ίσως μερικοί μπορεί να περιφρονούν τις παραδόσεις μας, λέγοντας ότι είναι εμπόδιο στην κοινωνική εξέλιξη. Αυτοί λοιπόν ας μας απομονώσουν και ας μας κατηγορήσουν.
Τέλος πιστεύω ότι έκανα μια μικρή κατάδυση μέσα στο άδυτο της χωριανής, της Πρωταίικης παράδοσης και εύχομαι και άλλοι χωριανοί  μας, μεγαλύτεροι και καταξιωμένοι επιστήμονες, να προθυμοποιηθούν και να προσπαθήσουν να  διαδώσουν  γραπτά κουβέντες χωριανές μας, δημιουργώντας μια συνέχεια και κάτι σαν συλλογική διαθήκη  τοπικής κληρονομιάς  για τους νεότερους που, δυστυχώς, χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν από το χωριό.    
                                        
                                            Παναγιώτης Δασκαλούδης Μάρτιος 2010
                                                     
                                                                   
ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ

Η ΖΩΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ 1962 - 1981



    Περίοδος 1962 μέχρι 1969

Είμαι από τη γενιά του 1962. Γεννήθηκα πριν 47 χρόνια στην Πρώτη Σερρών, σε ένα χωριό που τότε με τα δεδομένα της εποχής εκείνης μεσουρανούσε λόγω πληθυσμού και διακρινόταν μεταξύ άλλων χωριών της περιοχής του Παγγαίου. Χωριό με Κρατικό Παιδικό Σταθμό, Νηπιαγωγείο, Δημοτικό Σχολείο, Εξατάξιο Μικτό Γυμνάσιο, Κοινοτική Φιλαρμονική Μουσική, Ποδοσφαιρικό Όμιλο, Υγειονομικό Σταθμό, Αγροτικό Ιατρείο,  Αγροτικό Κτηνιατρείο και Σύστημα Προσκόπων.   
Από μικρά παιδιά, από τη βρεφική ηλικία και μέχρι που να γίνουμε πέντε (5) ετών, οι γονείς μας μας έπαιρναν στα χωράφια μιας και δεν υπήρχε κανείς στο σπίτι για να μας επιβλέπει. Ιδιαίτερα την Άνοιξη και τους καλοκαιρινούς μήνες που «έσφιγγε» η δουλειά τους, έστηναν την «τσέργα» (αυτοσχέδια σκηνή-τέντα) προκειμένου να προφυλασσόμαστε από τον ήλιο και όλη τη μέρα στο χωράφι παίζαμε με τα μυρμήγκια και τις ακρίδες. Ακόμη και σήμερα θυμάμαι μια συμμαθήτριά μου την Ελένη Π., στην τότε μικρή   ηλικία, που ήταν ανεβασμένη στο άλογο και πήγαινε με τους γονείς της στο χωράφι κρατώντας στην αγκαλιά και την κούκλα της, που μπορεί να ήταν ίσως και το μοναδικό της παιχνίδι. Οι πάνες μιας χρήσεως και τα σημερινά μωρομάντηλα ήταν τότε ανύπαρκτα, με το κωλόπανο και το βρακί στον κώλο, ο «τουρβάς» να είναι σχεδόν πάντα γεμάτος και άιντε… Μονάχα να μη χασομεράμε τους γονείς μας και να μην τους απασχολούμε από τη δουλειά  τους. Ήταν πιο σίγουροι και πιο ήσυχοι όταν μας είχαν μαζί τους.

 Μαθητές  Παιδικού Σταθμού και Δημοτικού 
Σχολείου Πρώτης από παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80
  Αρχείο Π. Δασκαλούδη   (1)


Στη συνέχεια, καθώς μεγαλώναμε, μας πηγαίνανε στον Παιδικό Σταθμό από το πρωί μέχρι και το απόγευμα. Οι περισσότεροι όμως δεν επιθυμούσαμε και  τόσο  την παραμονή  μας  εκεί, γιατί μπαίναμε σε διαφορετικά δεδομένα από αυτά των σπιτιών μας. Ζοριζόμασταν γιατί εφαρμοζόταν κάποια άλλη τακτική, δεν εκπληρωνόταν όλες οι επιθυμίες μας από τις δασκάλες μας, όπως από τις μάνες μας  και γι’ αυτό κάθε πρωί όταν ξυπνούσαμε το πρώτο μέλημά μας ήταν να ρωτήσουμε: «Έχει πιδικόν;», μήπως και μας πουν όχι και πετάξουμε από τη χαρά μας. Τουναντίον όμως τις περισσότερες ημέρες είχε, μιας και  δεν εφαρμοζόταν το πενθήμερο ωράριο εργασίας και εισπράτταμε σχεδόν πάντα αρνητική απάντηση λέγοντάς μας πως έχει και «άιντε ζτου γκιουτμέ γλήγουρα», δηλαδή άιντε στο κοπάδι γρήγορα. Θυμάμαι μέχρι και σήμερα τις δύο (2) δασκάλες μας την Αμαλίτσα και την  Χρυσούλα (νύμφη στο χωριό μας και σύζυγος του Ηρακλή Ευγενίδη), καθώς και το βοηθητικό προσωπικό που ήταν η Αμαλία Μπαλωτή, η Δέσποινα Μήλιου, η Θέμη Κουταλάκη και η Θωμαή Καλογερούδη, από τις οποίες οι τρεις (3) πρώτες είναι απόντες από τη ζωή. 

Μαθητές  Παιδικού Σταθμού και Δημοτικού Σχολείου
 Πρώτης από παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη   (2)
Απόγευμα, αφού σχολάγαμε από τον παιδικό και μετά στο σπίτι, ή μάλλον πιο πολύ στις αλάνες, στους μαχαλάδες,  θαυμάζοντας τις επιδόσεις των μεγαλυτέρων στην ηλικία σε παιχνίδια όπως «κρυφτό, γιανκούλδις, κουμπανιά,  τσιλίκι τσιουμάκι, ιλιφθιρία, τζιάμουν, σβέντσιουν, τζίζ, ζγκουργιάρκου τηλέφουνου» (το κάθε παιχνίδι και ο τρόπος που παίζεται παρατίθεται στη συνέχεια, αναλυτικά, σε ξεχωριστή ενότητα). Αυτά ήταν τα  μοναδικά μιας ενδιαφέροντα, μιας και απουσίαζε από όλα σχεδόν τα σπίτια του χωριού την εποχή εκείνη το ραδιόφωνο και  η τηλεόραση. Η ενημέρωσή μας για τα περισσότερα θέματα γινόταν μόνο από τους γονείς μας και τους δασκάλους μας, επειδή δεν υπήρχε και κάποια άλλη πηγή πληροφοριών (όπως ραδιόφωνο, τηλεόραση, εγκυκλοπαίδειες, υπολογιστές). Λέγαμε πως αυτό «έτσι του είπει δάσκαλους ή έτσι του είπι μπαμπάς ζουμ» και το δεχόμασταν δεδομένο και αξιοκρατικά σωστό. Ανύπαρκτη επίσης, ήταν η ενημέρωσή μας από τους γονείς μας σε ότι είχε σχέση με σεξουαλικό περιεχόμενο, γιατί το θεωρούσαν μεγάλη ντροπή. Ρωτούσαμε πως γεννιούνται τα παιδιά στη συγχωρεμένη γειτόνεισά μου «Παναγιώτου Σ.» και μας έλεγε πως «όταν κνήσει λάκους φέρνει κι μπιμπούδια κι όποιους προυλάβει να πάρει πείρει» (όταν ξεκινήσει το ρέμα να κατεβάζει νερό μετά από μεγάλη βροχή, μεταφέρει και μωρά κι όποιος προλάβει τα παίρνει). Όταν όμως μετά από μεγάλη βροχή έτυχε να δω το πρώτο κατέβασμα του νερού στο λάκο δίχως να έχει «μπιμπούδια», έτρεξα και της είπα, ότι μας έλεγε ψέματα και πως στο κατέβασμα του νερού δεν υπήρχε τίποτα. Τότε αυτή με μεγάλη μαεστρία μας απαντούσε, πως  «πιο πάν απού ντου μαχαλά μας, παραμόνειβαν κι άλνοι κι πρόλαβαν κι τα ζάπουσαν αφνοί τα μπιμπούδια γι’ αυτό δεν είδατει ίτς τίπουτα» (πριν από τον μαχαλά μας περίμεναν και άλλοι και πρόλαβαν και τα πήραν αυτοί τα μωρά, γι’ αυτό δεν είδατε απολύτως τίποτα). Πού να φανταστούμε την κανονική γέννηση των  ανθρώπων!  Επίσης το καιρικό φαινόμενο της αστραπής και της βροντής, θυμάμαι πως κάποιος γείτονάς μου, παπούς μεγάλης ηλικίας «Δανήλης Σ.», το ερμήνευε ως εξής: «Όταν Θηός θέλει να ανάψει του τσιγάρου τ τσακμακίζει του τσιακμάκι τ,  κι έτσι σιαματάς που γίνιτει απ του τσιακμάκσμα είνει η βρουντή κι η σπίθα που βγαίνει απού του τσιακμάκι είνει η αστραπή». Είχαν για το κάθε τι και μία δική τους απάντηση. Τα σημερινά βιομηχανοποιημένα παιχνίδια την τότε εποχή ήταν ανύπαρκτα, είχαμε όμως τα αυτοσχέδια «αραμπούδια» που ήταν κατασκευές  από τενεκεδάκια γάλακτος Νουνού και σύρμα από τις αχυρένιες μπάλες. Παίζαμε με αυτοσχέδια συρμάτινα όπλα, αλλά  νομίζω ότι το διασκεδάζαμε πολύ περισσότερο. Οι μπάλες ποδοσφαίρου επίσης ήταν πολύ ελάχιστες, ως συνήθως μικρές και πλαστικές και πάρα πολύ σπάνια να είχε κάποιος δερμάτινη. Αυτός δε που είχε τη δερμάτινη μπάλα, έλεγε πως έχει μπάλα «εξωτερικό» και ήταν το μεγαλύτερο για αυτόν καμάρι. Μας δένανε οι μεγαλύτεροι ένα σύρμα στη μέση που κατέληγε σε ένα αυτοσχέδιο συρμάτινο τιμόνι και λέγοντάς μας πως είμαστε αυτοκίνητα, κρατάγαμε το τιμόνι αυτό και τρέχαμε όσο πιο πολύ μπορούσαμε …σαν τα αυτοκίνητα.
Τα σημερινά σνακ, τα «ιχτιλ΄κια», γκοφρέτες σοκολάτες και κάθε είδους λιχουδιές  τότε ήταν ανύπαρκτα και το μόνο που μπορούσαμε να απολαύσουμε δεν ήταν άλλο από μία φέτα μπαγιάτικο, πολλών ημερών, σπιτικό ψωμί με ζάχαρη ή στην καλύτερη περίπτωση με ριγανόλαδο.  
 Φρούτα και ιδιαίτερα τα πορτοκάλια αγοράζονταν αν κάποιος το Χειμώνα αρρώσταινε και τις υπόλοιπες εποχές τρώγαμε ότι υπήρχε από δικιά μας παραγωγή (δαμάσκηνα και βερίκοκα από δικά μας δένδρα, σταφύλια και σύκα από  τα αμπέλια μας και καρπούζια – πεπόνια από το μποστάνι του χωραφιού).  

 σε Εθνική Εορτή Αρχές δεκαετίας 80 
Αρχείο Π. Δασκαλούδη

      Το μεγάλο ενδιαφέρον από όλους τους συνομιλίκους μου επικεντρωνόταν, προς το τέλος του Καλοκαιριού μέχρι και τις αρχές του Φθινοπώρου, στο να μαζέψουμε  και τα  «κάκαδα», που ήταν στρόγγυλοι καρποί δένδρων διαμέτρου μισού εκατοστού, καφέ  χρώματος, με ελαφριά γλυκιά γεύση. Τρώγαμε το ελάχιστο εξωτερικό του καρπού και στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας κάποιο καλάμι μήκους 15-25 εκατοστών «καλαμίδι», φυσούσαμε και εκσφενδονίζαμε μέσα από αυτό το εναπομείναν κουκούτσι του καρπού, απέναντι στους άλλους φίλους μας και το διασκεδάζαμε αφάνταστα. Γνώστης,  ακόμη  και   της  ημέρας  που  θα  ωρίμαζαν  τα «κάκαδα» στον μαχαλά του Καναρά, ο Καϊπης Χρήστος του Περικλή ο τιτλοφορούμενος ως «Τάκας».
     Κύριο επάγγελμα των περισσοτέρων η καπνο-παραγωγή. Δουλειά με πάρα πολύ κόπο και με μεγάλη αγανάκτηση, γιατί πάνω από όλα τα πάντα «κρεμότανε από τον Θεό», από τις καιρικές συνθήκες που θα ευνοούσαν η όχι, από το φύτεμα της πρώτης ρίζας του καπνού μέχρι το μάζεμα του τελευταίου φύλλου και μέχρι την τελική πώληση. Ξεκινούσαν οι εργασίες στις αρχές της Άνοιξης με τη σπορά του «χασλαμά» (φυτώρια), συνέχιζαν με τη μεταφύτευση των φυτών του καπνού στα χωράφια «σπαρμός», ακολουθούσε το σκάλισμα των χωραφιών «τσάπσμα» και το Καλοκαίρι μέχρι και αρχές Φθινοπώρου  ολοκληρωνόταν η διαδικασία με το μάζεμα των φύλλων από τις ρίζες «τσάκσμα ή σπάσμου». Ακολουθούσε το πέρασμα του καπνού φύλλο φύλλο σε βελόνες 40-50 εκατοστών κατά μέγεθος «μπούρλιασμα», το πέρασμα των φύλλων του καπνού από τις βελόνες σε σπάγκο «σ΄ρτζμα» φτιάχνοντας αρμαθιές «σαρίκια» μήκους 2-3 μέτρων και στη συνέχεια το άπλωμα τους στα τελάρα ή στις τέντες «σκέλες» για να αποξηρανθούν. Αποξηραμένος πλέον ο καπνός μαζευόταν ανά τέσσερα  (4) σαρίκια (αρμαθιές με ξερά φύλλα καπνού) διπλωμένα στη μέση και γινόταν ο «κιουντές» που μεταφερόταν και κρεμόταν στο ταβάνι του σπιτιού.
     Στη συνέχεια μετά, στην περίοδο του Φθινοπώρου και του Χειμώνα η δουλειά τους συνεχιζότανε με το «παστάλισμα». Κατεβάζανε τον καπνό «τους κιουντέδες» από τα ταβάνια, τον τοποθετούσαν σε υπόγειο «κουί» για να μαλακώσουν τα φύλλα, και όταν τα έβγαζαν από το υπόγειο συνέχιζαν την επεξεργασία των φύλλων του καπνού κατά μέγεθος και σε δύο ποιότητες («μαξούλι» η πρώτη ποιότητα και «ρουφούζι» η δεύτερη) σε μάτσα «παστάλια». Όλη αυτή η κοπιαστική διαδικασία    ολοκληρωνότανε πρώτα με το «δέσιμο» των «πασταλιών» μάτσο-μάτσο σε «ιστίφια» (μικρά δέματα 6-7 κιλών) και τα οποία στη συνέχεια ξαναεπεξεργάζονταν και πάλι, σε μεγαλύτερα δέματα (βάρους 12-15 κιλών).
από παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80 
                                                          Αρχείο Π. Δασκαλούδη (2)
 Πρόσκοποι και μαθητές Λυκείου Πρώτης από 
παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη

Τελειώνοντας όλες τις παραπάνω εργασίες του πασταλιάσματος και του δεσίματος του καπνού, ακολουθούσε στη συνέχεια, η επίσκεψη σε κάθε σπίτι, του αντιπρόσωπου του Εθνικού Οργανισμού Καπνού (εκτιμιτή). Εκεί μετά από επιτόπιο έλεγχο που γινόταν κατά δέμα της ποιότητας του καπνού, βαθμολογούνταν όλη η σοδειά της χρονιάς και με βάση αυτή την βαθμολογία, όταν ανοίγαν οι αγορές στην καπνοπούληση, οι έμποροι προσέφεραν και την αντίστοιχη τιμή αγοράς στον καθένα καπνοπαραγωγό. 
      Η περίοδος της ξεκούρασης διαρκούσε μόλις ένα μήνα. Άρχιζε όταν ολοκληρώνονταν το μάζεμα του καπνού «τσάκζμα» στα μέσα του Σεπτεμβρίου και τελείωνε με την έναρξη του «πασταλιάσματος» στα μέσα του Οκτωβρίου. Μόνο τότε ίσως μπορούσαν να πάνε διακοπές με τα ζώα, στήνοντας την αυτοσχέδια σκηνή τους στα λασπόλουτρα ή σε κάποια άλλα ιαματικά λουτρά και να κάνουν κάποια μπάνια μήπως και δουν κάποιο όφελος στις χρόνιες παθήσεις τους.
      Συνοπτικά από τις αρχές της Άνοιξης μέχρι τα μέσα του Σεπτεμβρίου και από τα μέσα του Οκτωβρίου μέχρι  τέλος του Γενάρη όλοι ήταν σε μία συνεχή εγρήγορση. Δεν ακούγαμε τίποτε άλλο από τους περισσότερους μεγάλους στην ηλικία, πέρα από το να λένε συνέχεια: «Κάντει τι θα κάντει μο απ ντου πράσνου διάβουλου να απαλαχτήτει» (κάνετε τι θα κάνετε,  φτάνει μόνο να απαλλαχθείτε από τον πράσινο διάβολο, δηλαδή από τον καπνό). Παρόλα αυτά όμως, η πλειοψηφία των Πρωταίων ασχολούνταν με την καλλιέργεια του καπνού γιατί τα ημιορεινά και άγονα εδάφη δεν έδιναν τη δυνατότητα να επιλέξουν καλλιέργεια διαφορετικού προϊόντος και στις δεκαετίες ’60-’70 απαριθμούνταν πάνω από τριακόσιες (300) δηλώσεις καλλιέργειας καπνού. Σήμερα όμως υπάρχει μία μόνο (1) δήλωση καλλιέργειας καπνού!!!      Και δυστυχώς οι λόγοι είναι άλλοι.
     Παρά τη σκληρή δουλειά στα χωράφια η οικονομική κατάσταση των περισσοτέρων ήταν από μέτρια έως οικτρή. Οι περισσότερες προμήθειες της οικογένειας γίνονταν «βερεσέ» από τον Συνεταιρισμό της Πρώτης. Συνήθως δεν περίσσευε δραχμή για μας δώσουν  χαρτζιλίκι για κάποια αγορά. Κρέας στο σπίτι αν έμπαινε μια φορά την εβδομάδα και εκείνο ήταν κιμάς έτσι ώστε  αναμιγμένος με αρκετό ψωμί να γίνεται «πολύ». Αυτά που κυριαρχούσαν συνήθως στα γεύματά μας, ήταν οι «γιουφκάδις» (χιλοπίτες) οι «παπούδις» (γυφτοφάσουλα) τα «φασούλια» κι ο τραχανάς. Αν υπήρχε κάποια κότα την έσφαζαν μόνο με αφορμή κάποια γιορτή. Αλλά και αυτό γινόταν ύστερα από πολύ σκέψη, μιας και αυτή προμήθευε στην οικογένεια το καθημερινό αυγό, απαραίτητο συμπλήρωμα της διατροφής των παιδιών. Ψωμί, ζυμωτό, σπιτίσιο, μεγάλης διάρκειας, χωρίς ημερομηνίες λήξης. Αν και στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ηλεκτροδοτήθηκαν όλα τα σπίτια στο χωριό, παρόλο αυτό, τα πλυντήρια και οι ηλεκτρικές κουζίνες ήταν ανύπαρκτα και ελάχιστοι, το πολύ πολύ, να χρησιμοποιούσαν τη πετρογκάζ με το υγραέριο. Λέγανε, πως ήταν ακριβή η αγορά αυτών των οικιακών συσκευών και γι’ αυτό οι περισσότερες νυκοκοιρές έπλεναν όλα τους τα ρούχα στο χέρι και βολευόταν στο μαγείρεμα με την «γκαζιέρα» (συσκευή που λειτουργούσε με φωτιστικό πετρέλαιο). Επίσης και οι τηλεφωνικές παροχές ήταν η πολυτέλεια στο χωριό και πολύ λίγοι έως ελάχιστοι είχαν τηλέφωνο. Τα έσοδα από την πώληση του καπνού έφθαναν ίσα ίσα για να ξοφλήσουν τα χρέη, με αποτέλεσμα «υπόλοιπον εις χείρας μηδέν», όπως αναγραφόταν και στα συμφωνητικά αγοραπωλησίας. Και όταν τους λέγαμε πως θέλαμε «να αγοράσουμει κι ένα ράδιου ή ένα πιτρουκγάζι» (ένα ραδιόφωνο ή μία συσκευή υγραερίου), μας έλεγαν πως «όταν θα πλουσιένουνει θα πάρουμει όχι ένα μο, αλλά δγιό» (όταν θα γίνουμε πλούσιοι θα πάρουμε όχι ένα μόνο, αλλά δύο). Γενονός ήταν όμως ότι δεν πλουσιέναμε ποτέ και η ζωή μας συνεχιζόταν στα ίδια δεδομένα. Πού να βρεθεί το χρήμα… Ευτυχώς που υπήρχε και κάποια κρατική πριμοδότηση στους καπνοπαραγωγούς και κάτι γινόταν.
    
 Πρόσκοποι και μαθητές Λυκείου Πρώτης από 

παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη

Χαρτζιλίκι είχαμε μόνο τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και στην Πανήγυρη. Βέβαια, αν πηγαίναμε σε κάποια βάπτιση,  εξοικονομούσαμε κάποιο μισόφραγκο, αλλά και αυτό το χαλάγαμε αγοράζοντας πέντε (5) καραμέλες ή ένα γλειφιτζούρι ή μια μαστίχα από τον μπαρμπα-Γιάννη, τον Καμπέρη, που καιροφυλακτούσε με τον πάγκο του έξω από την εκκλησία.


Περίοδος 1969 μέχρι 1974

    Είχαμε μεγαλώσει κάπως και με μεγάλη χαρά πηγαίναμε στο Δημοτικό Σχολείο. Δάσκαλός μας, ο Σάββας ο Καλογερούδης του Ιωάννη, ο οποίος βρήκε τον μπελά του για να μας μάθει τα πρώτα γράμματα, κοπιάζοντας πάρα πολύ και χρησιμοποιώντας μεθόδους  πρωτοπορειακές για την εποχή εκείνη, οι οποίες  αποδεικνύονταν όμως  πολύ αποτελεσματικές. Έγραφε μια λέξη στον πίνακα και όποιος μπορούσε να τη διαβάσει πήγαινε στην έδρα λέγοντάς την μυστικά στο αυτί του. Αν ήταν η σωστή λέξη, η αμοιβή ήταν μια καραμέλα, αν όμως όχι  ξανακαθόταν στο θρανίο δίχως την καραμέλα. Τι μαθήματα, τι παραμύθια, τι γέλια, τι εκδρομές, τι τραγούδια μαζί του!  Ήταν ο δεύτερος πατέρας για μας.  Ακόμη και σήμερα έρχονται στη μνήμη μου τα μαθήματα των Αναγνωστικών από την πρώτη μέχρι και την τελευταία τάξη του Δημοτικού Σχολείου, όπως «Τι θα ειπεί σκλαβιά» του Παύλου Νιρβάνα, «Ένας  γέρος ένα σύμβολο» του Κ. Ρωμαίου, «Ένα Ελληνόπουλο» του Τέλου Άγρα και «Φουρτουνιασμένη Θάλασσα» του Γεράσιμου Άννινου από το Αναγνωστικό της Δ΄ Δημητικού. Επίσης, «Ένας Λαός και ένας Βασιλιάς» του Παύλου Νιρβάνα και «Αι πέντε αισθήσεις» του Χαρ. Άννινου από το Αναγνωστικό της Ε΄ Δημητικού. Τέλος, αξέχαστο μου είναι και το ξακουστό ποίημα «Παιδί μου ώρα σου καλή» του Γεωργίου Βυζιηνού από το Αναγνωστικό της ΣΤ΄ Δημοτικού, το οποίο μελοποιήθηκε από το Γιάννη Σπανό και ερμηνεύτηκε στη συνέχεια από τον Γιάννη Πουλόπουλο. Κείμενα και ποιήματα στα οποία  πάντα γινότανε αναφορές για θεσμούς και αξίες και αντλούνταν μέσα από αυτά παραδείγματα και διδάγματα. Τέλος θυμάμαι πως για να γίνει πιο κατανοητή η διαίρεση στα κέρματα, στην Α΄ Δημοτικού μας έλεγε ότι η δραχμή δεν χωρίζεται στα δύο αλλά σε δύο πενηντάλεπτα και τότε εγώ του έδινα διαφορετική λύση, λέγοντάς του «Κύριη μη ντη τζμπίδα μπουρούμει να κόψουμει  του  φράγγου».  Τόσο  μας  κυβερνούσε. 
    Μέχρι και την Πέμπτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου είχαμε τον ίδιο δάσκαλο σε όλα τα μαθήματα (εκτός της Φυσικής Πειραματικής που τη δίδαξε ο Ιωάννης Γεωργάκας). Συνολικά ήμασταν 45 με 50 μαθητές στην τάξη. Ένα από τα τραγούδια που μας έμαθε στην ώρα της τότε Ωδικής ήταν και «το Ευζωνάκι», τραγούδι με ξεχωριστή διάλεκτο και προφορά που έλεγε:
Εν δγιο, εν δγιο                                                                
φουστανέλα, τσαρούχι, φούντα, φέσι                             
καμάρι, λιβιντιά, πιριφάνεια                                                  
κι μύτς τσαρουχιών μι κουρφές (δις).                                         
Ιγώ είμει γω, βζουνάκι γουργό                                              
σ’ όλου ντου κόσμου τιμημένα                                     
ποιος ντινικές, ποιος κουραμπιές                                
μπουρεί να βγει μπρουστά σι μένα.                                  
Εν δγιο, εν δγιο                                                           
φουστανέλα, τσαρούχι, φούντα, φέσι                                   
καμάρι, λιβιντιά, πιριφάνια                                                    
κι μυτς τσαρουχιών μι κουρφές (δις).                                     
Πίνου νιρό, τρώου ψουμί ξηρό                                         
φτιρά έχουν τα δγιο μ τσαρουχάκια μ                                 
μι λεν Μητρούση, μα στου γιουρούσι                                
αλοί σ αυτόν π’ θα πέσει στα νχάκια μ.                              
Εν δγιό, εν δγιο                                                           
φουστανέλα, τσαρούχι, φούντα, φέσι                                       
καμάρι, λιβιντιά. πιριφάνεια                                                               
κι μύτς τσαρουχιών μι κουρφές (δις).                                                                 
Σα ζλάπι πηδάου, σα φίδι λιγάου                                 
στου διάβαμ λες κι ου κόσμους κνιέτει                              
τέλους μι μνιαμ γυρουβουλιάμ                                          
Ιλλάδα μας ξαναγιννιέτει.                                                      
Εν δγιο, εν δγιο                                                              
φουστανέλα, τσαρούχι, φούντα, φέσι                                    
καμάρι, λιβιντιά, πιριφάνεια                                                     
κι μύτς τσαρουχιών μι κουρφές (δις). 

Οι ξυλιές με την βέργα πήγαιναν και ερχόταν, αν δεν ήξερες απ’ έξω την πατριδογνωσία και την αριθμητική ή αν δεν έγραφες σωστά την ορθογραφία. Θυμάμαι ξάστερα μέχρι και σήμερα την  επιγραφή που ήταν γραμμένη πάνω στη βέργα με μπλε κεφαλαία γράμματα «Η πηγή της σοφίας». Δεν ξέρω αν αυτές οι μέθοδοι διδασκαλίας ήταν οι σωστές αλλά αυτό που μπορούμε να παραδεχθούμε οι περισσότεροί μας και το οποίο δεν αμφισβητείται, είναι πως αυτά που διδαχθήκαμε στο Δημοτικό Σχολείο, έμειναν χαραγμένα βαθειά στη μνήμη μας μέχρι και σήμερα.  
     Στην Πέμπτη τάξη με την επίβλεψη και το συντονισμό του δασκάλου Τσικρικώνη Κωνσταντίνου από την Τούμπα Σερρών, μια μεγάλη ομάδα παιδιών από τις δύο τελευταίες τάξεις του Σχολείου, οργάνωσε και την χορωδία του σχολείου μας. Εκτός από τα τραγούδια, ψέλναμε τροπάρια και απολυτίκια, παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα των προσπαθειών μας και στις  εκκλησίες.
 
Έχουν μείνει στη μνήμη μου οι συμμαθητές του Δημοτικού 
Σχολείου της  Πέμπτης τάξης κατά το έτος 1972-73 και οι οποίοι ήταν:  
Αλατζόγλου Δήμητρα του Στέργιου                      
Αμαξόπουλος Κωνσταντίνος του Φωτίου                   
Αστρίνης  Μιχαήλ του Γεωργίου                              
Αστρίνη Φωτεινή του Γεωργίου                                             
Βαράνος Αλκιβιάδης του Στεφάνου                                   
Γεωργούλα Σουλτάνα του Βασιλείου                          
Γεωργούλας Πασχάλης του Αθανασίου                    
Γκάντζος Δημήτριος του Αγγέλου                     
Δασκαλούδης Παναγιώτης του Αθανασίου                     
Δόλγερα Ειρήνη του Λαζάρου                                     
Δόντσιου Παναγιώτα του Αποστόλου                                 
Κόντα Βασιλική του Αγγέλου                                                  
Κόντας Απόστολος του Δημητρίου                                     
Κωστούδας Θεόδωρος του Κωνσταντίνου                        
Λαδιάς Σωτήριος του Παναγιώτη                                 
Λαδιάς Σωτήριος του Πασχάλη                                            
Λιόρτζα Μαρία του Γεωργίου                                            
Λιόρτζας Δημήτριος του Γεωργίου                                    
Μπουρλέτσικας Πασχάλης του Βασιλείου                              
Μυλωνά Μαρία του Σωτηρίου                                             
Νανάση Κωνσταντινή του Δημητρίου                                     
Νανάσης Στέφανος του Αθανασίου                                      
Νουβάκης Απόστολος του Γεωργίου                               
Νουβάκης Γεώργιος του Χρήστου                                
Νούνη Αδριανή του Δημητρίου                                                       
Νούνης Αθανάσιος του Πασχάλη                                        
Νούνης Κωνσταντίνος του Αποστόλου                                              
Ορφανίδης Κωνσταντίνος του Νικολάου                                  
Παπαδόπουλος Γρηγόριος του Κωνσταντίνου 
Παπατζιάμος Βασίλειος του Πασχάλη                              
Παπατζιάμου Ελένη του Τάκη                                          
Πλαϊτάκης Γεώργιος του Βασιλείου                                       
Πλιάκης Ηλίας του Βασιλείου                                              
Σέμκος Αριστείδης του Βασιλείου                                         
Σέμκου Ασημίνα του Γεωργίου                                       
Σεριστατίδου Χρυσούλα του Χαραλάμπους                                                 
Τάσιος Φώτιος του Γεωργίου                                                    
Τζίκος Κωνσταντίνος του Νικολάου                                    
Τρυφίδης Κρυστάλλης του Κωνσταντίνου                                    
Τσιτσώνης Αλκιβιάδης του Δημητρίου                                 
Τσίφκας Θεμιστοκλής του Φωτίου                                  
Τσιφούτης Πασχάλης του Χρήστου                                   
Χατζηδίμπας Άγγελος του Βασιλείου και                       
Χατζήπαπας Σωτήριος του Παναγιώτη                            

Συνολικά σαράντα τέσσερα (44) άτομα, από τα οποία σήμερα τα δύο (2) τελευταία, (Χατζηδίμπας Άγγελος και Χατζήπαπας Σωτήριος) δεν είναι στη ζωή.
Στην Έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου μας δάσκαλός μας ήταν ο Ιωάννης Γεωργάκας. Μ’ αυτόν αποφοιτήσαμε από το Δημοτικό Σχολείο. Συμπληρωματικές ώρες διδασκαλίας γινόταν και από την Ευφροσύνη Τερζόγλου (Θρησκευτικά και Ανθρωπολογία),  την Κυριακή Καρκαλέτση (Καλλιγραφία και Ευαγγέλιο) και τον Δημήτριο Χαρισιάδη (Γεωγραφία). Στην παραπάνω χρονική περίοδο αξίζει να σημειωθεί ότι στο Δημοτικό Σχολείο υπήρξε επιγραφή «Α΄ και Β΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΩΤΗΣ» και συνολικά ο αριθμός των μαθητών ξεπερνούσε τους τριακόσιους (300), ενώ σήμερα το Δημοτικό Σχολείο δεν είναι καν εξαθέσιο και ο αριθμός των μαθητών ελάχιστος. 

Ο ελεύθερος χρόνος καταναλωνόταν στο παιχνίδι,   στις γειτονιές «Καναράς, Τούμπαλας και Νουνάθκα» οι γειτονιές μου και  σε ενδιαφέροντα τα οποία απέχουν αρκετά από τη σημερινή μας καθημερινότητα. «Πόλιμους, σπλιάγκεις, καμπόιδεις, τζιτζιλιά, μπάλα, γκαρκούδια, φουλούδεις απού πλούδια», επιδρομές σε δαμασκηνιές για να μαζέψουμε άγουρα πράσινα δαμάσκηνα, (δεν ξεχνώ τη δαμασκηνιά του Νικολάκη του Κακαριά στο χασλαμαλίκι δίπλα στο σπίτι της Νούνη Χαρίτσας), το καλοκαίρι ξεβράκωτοι για μπάνιο στις στέρνες του Παπαποστόλη, στα Τσιακ΄λια και στο Ζούβακα, καλύβες στο λάκκο, σεργιάνι στους λάκκους και στα σκουπίδια  για να μαζέψουμε αλουμίνια από αεροζόλ, προκειμένου να τα πουλήσουμε στο Γανωτσή μπας και πάρουμε καμιά δραχμή.     

Τα βράδια συγκέντρωση στο  μεσοχώρι για να παίξουμε «κουμπανιά» με όλα τα παιδιά του χωριού, ένα είδος ομαδικού κυνηγητού. Τρέχαμε και κρυβόμασταν στο παλιό μισογκρεμισμένο χάνι (καφενείο Νικολάου Πέτσιου) και στα δύο μισοχαλασμένα παλιόσπιτα που βρίσκονταν πίσω από τη φιλαρμονική μουσική, «τα σπίτια των ανέμων» όπως μερικοί τα αποκαλούσαν.
     
Πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων το μόνο  ενδιαφέρον μας ήταν πότε θα κλείσουν τα σχολεία. Και μόλις την προπαραμονή έκλειναν λέγαμε:  «θα πιτάξου ντη τσιάντα στου κουί κι θα ντη φάν οι μπουτκοί» (μετάφραση: θα πετάξω την τσάντα στο υπόγειο και θα την φάνε τα ποντίκια). Την επόμενη βέβαια μέρα που ήταν παραμονή των Χρισουγέννων, από το πρωί όλα τα παιδιά ξεχυνόμασταν στις γειτονιές του χωριού λέγοντας τα κάλλαντα και ιδιαίτερα όταν μαθαίναμε πως το μπαξίσι σε κάποιο σπίτι ήταν μεγαλύτερο, τότε δεν υπήρχε περίπτωση να μη περάσουμε και να μη πούμε τα κάλλαντα και σ’ αυτό. 

Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ξαναλέγαμε και πάλι κάλλαντα και την πρώτη ημέρα του έτους κάναμε την «χαρβασίλα», όπου οι νυκοκοιρές  αντί για λεφτά, έδιναν στον καθένα μας ότι είχαν από φρούτα και γλυκά, μέχρι και ψωμί. Συνολικά τα περισσότερα από τα έσοδά μας από τα κάλλαντα των εορτών, τα δίναμε στο σινεμά του Γεωργίου Ευαγγελινού (Κοιλούδα), προκειμένου να δούμε κάποιο έργο «καμπόϋκου», «πρακτουρικό» (Τζέιμς Μπόντ) και μετέπειτα τα καράτε  ή κάποια κωμωδία της εποχής (οι τσόντες ήταν μεταγενέστερες). 

Επίσης την περίοδο του χειμώνα  και μέχρι την Καθαρά Δευτέρα τα ενδιαφέροντά μας επικεντρωνόταν προπάντων στο  κλέψιμο των «κλαδιών»  και μετά στο  κόψιμό τους, προκειμένου να συγκεντρωθούν όσο το δυνατόν περισσότερα για να φτιαχτεί  η ξακουστή «ντερβένα»  (τεράστια κωνική θημωνιά από δεμάτια πουρναριών κυκλικής διαμέτρου 10-15 μέτρων και ύψους πάνω των 5 μέτρων που καιγόταν την Κυριακή των Αποκριών και παραμονή της καθαρής Δευτέρας). Ο μαχαλάς του «Καναρά»   κρατούσε πάντα τα πρωτεία της μεγαλύτερης  ντερβένας  από  τα περασμένα χρόνια, όπως μας είχαν διηγηθεί και οι μεγαλύτεροι μας. Τα βράδια, μήνες πριν από το κάψιμο της ντερβένας, μαζευόμασταν όλοι οι μαχαλιώτες γύρω γύρω σε μια φωτιά αναμμένη στο λάκκο (στο ρέμα), λιώνοντας πλαστικά μπουκάλια και φτιάχνοντας «καλούπια». Πόσοι και πόσοι κάηκαν με τις στάλες του λιωμένου πλαστικού μπουκαλιού της χλωρίνης. Και στη συνέχεια η αποστολή του κλεψίματος των κλαδιών πρώτα από του Γκόγκα (Κων/νου Ναλμπάντη)   και μετά από κάποιο άλλο σπίτι ή από κάποιον άλλο μαχαλά. Μονάχα από τον μαχαλά του «Καναρά»  συνολικά τα παιδιά που ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και  μέχρι ηλικίας 18-20 χρονών, ξεπερνούσαν συνολικά τα εννενήντα πέντε (95)  και ήταν: 
Τζίκος Γιώργος και Ντίνος του Γιαννακό                
Τζίκος Κώστας και Μάκης του Νίκου                       
Τζίκος Γιώργος και Μαρία του Πασχαλό                   
Νούνης Λάκης και Χρήστος του Πασχάλη            
Νούνης Σάκης και Νούλα του Αποστόλη            
Νούνης Δημήτρης και Βασούλα του Γεωργίου          
Νούνης Χρήστος και Ευαγγελία του Δημητράκη             
Γεράκη Χαρίκλεια και  Βασιλική  του Βασίλη                 
Νούνης Σάκης και Βαγγελίτσα του Κώτσιου          
Λιόρτζας Τάκης και Μαρία του Γιώργου                 
Πλιάκης Ηλίας και Βαγγελίτσα  του Βασίλη                               
Δρούγγος Σωτήριος και Τζένη  (ανίψια του Μίχου και της Κατίνας Παπαγγέλου)                                    
Αγοραστός Κωστάκης, 
Φωτεινή και Γιούλη του Βαγγέλη                                                
Λιόρτζα Μαρία και Δήμητρα του Κώστα              
Ταβανίδης Δημήτριος (Εγγονός της Σιάφους Νούνη)                             
Νούνης Φώνης και Βασιλάκος του Χρυσόστομη   
Νούνης Βασίλης και Τάκης  του Μήτσιου                   
Σαμαμίδας Θοδωράκης, 
Γιώτης και Σουλτάνα του Γιάννη                                                                              
Νούνη Αγγελικούλα και Βασούλα του Πάντσιου                                                      
Κωστούδας Θοδωράκης και Τασούλα  του Κώστα                                              
Πασχαλούση Λίτσα, 
Κούλα  και Τούλα του Μιλτιάδη                                                                 
Πασχαλούσης Τάκης και Ευθυμούλα  του Βασίλη  
Καριός Φώνης και Αλέκος του Γιώργη                
Σαμαράς Νικολάκης και Σούλα του Γιάννη              
Σαμαράς Βαγγελάκος και Βαγγελίτσα  του Βασίλη             
Μπαράνος Κωστάκης και Βαγγελίτσα του Γιάννη           
Κόντα Βασούλα και Θανασούλα του Αγγελάκη                  
Δασκαλούδης Δημητράκης και Γιώτης του Θανάση                       
Πολυστεριάδης Αγγελάκος και Βαγγελίτσα του Θωμά                                                     
Σιουσιουλίνης Αποστόλης και Τζούλα του Γιώργη 
Σφέτκος Στέλιος και  Μαρία  του Κώτσιου         
Πραβίτας Βασίλης, 
Ουρανίτσα και Χρύσα του Πασχάλη                                                                  
Πασχούδης Πούλιος και Μυρσίνα του Βασίλη 
Παπαδοπούλου  Θανάσω, 
Τσιάνα και Τασούλα του Σωτήρη                                                                    
Παπουτσής Σταύρος και Αγγελική  του Πασχάλη 
Νούνη Μαρίνα και Έφη του Αλέκου                        
Σέμκος Μιλτιάδης και Λίτσα του Νάσιου              
Πανταζή Χρυσούλα και Βαγγέλης του Θόδωρη                    
Νταλιάνης Χρυσόστομος (Ανηψιός της Θεονίτσας Τζίκου)                                                  
Γεράκη Λίτσα του Αριστείδη                                        
Παπαγγέλου Ζαφείρης του Αλέξη                                  
Κούτσικας Γιάννης του Θανάση                          
Γεράκης Λάκης του Τάκου                                        
Νούνη Χρυσούλα του Νάσιου                                                           
Αθιανού  Σουλτάνα του Παναγιώτη                                  
Νούνη Αδριανή του  Τάκη                                                                                                 
Πασχαλούσης Γιώτης  του  Ανέστη                                   
Τασέλη Μαρίνα του Κόλια                                                                                                     
Κυμπάρης Λάκης του Κώστα                                     
Κασάπη Ευθαλία (ανηψιά της Κατίνας Κυμπάρη) 
Αντωνίου Τασούλης του Νίκου                                      
και Λάζος Κώστας  του Ηλία.

Σήμερα στην ίδια περίπου ηλικία,  στον ίδιο μαχαλά του «Καναρά» υπάρχουν συνολικά μόνο τέσσερα (4) παιδιά, δύο (2) του Τζίκου Κωνσταντίνου του Νικολάου και δύο (2) του Κωστούδα Θεοδώρου του Κωνσταντίνου.  Αξιοσημείωτο επίσης αναφοράς είναι  ότι τη χρονική περίοδο αυτή  υπήρχαν  επτά  (7) μαχαλάδες στο χωριό  που έφτιαχναν «ντερβένα»: Καναράς, Τζιουμπανίνα, Μπρίνος, Συνοικισμός,  Αϊνικόλας, Αϊγιώργης και Αλώνια και σήμερα αν και οι μαχαλάδες είναι οι ίδιοι, λόγω δραματικής μείωσης της νεολαίας, φτιάχνεται μία και μοναδική στη Τζιουμπανίνα, στο «μετόχι».

Την άνοιξη περιμέναμε πότε θα σχολάσουμε για τις διακοπές του Πάσχα και πότε θα έρθει και το «παναήρι», γιορτή του Αγίου Γεωργίου, Πολιούχου της Πρώτης, όπου πλήθος πιστών από τα γύρω χωριά συνέρρεαν για να προσκυνήσουν την Εικόνα του. Συνήθως γιορταζότανε τη δεύτερη ημέρα του Πάσχα ή την Κυριακή του Θωμά, επειδή η 23 Απριλίου συνέπιπτε τις περισσότερες φορές στο διάστημα της Μεγάλης και της Διακαινησίμου Εβδομάδας και σπάνια την ημέρα της γιορτής του.  Ο εορτασμός κρατούσε τρεις ημέρες (παραμονή, η ημέρα της γιορτής και η επόμενη). Κάθε χρόνο, ερχόταν τις ημέρες αυτές οργανοπαίκτες από την Τζουμαγιά (πρωτοστατούσε τις περισσότερες φορές ο Μήτσος ο Χίντζος, ο πρωτομάστορας στο ζουρνά) και στον προαύλιο χώρο της εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου γινόταν μεγάλοι χοροί, στους οποίους συμμετείχε πλήθος κόσμου. Συνήθως τις δύο πρώτες ημέρες, παραμονή και ημέρα της γιορτής, δεν χόρευαν και τόσο οι χωριανοί, παραχωρώντας την προτεραιότητα στους επισκέπτες, αλλά την τελευταία μέρα, αν όχι όλοι, οι περισσότεροι που ξέδιναν στο χορό  ήταν Πρωταίοι. Εδώ ήταν και η ευκαιρία να μας δώσουν κάποιο φράγκο, προκειμένου να πάρουμε σουβλάκι από τον Αναστάση και να ανεβούμε στις κούνιες, «στα αλουγούδια κι ζ βάρκεις».
     
Επίσης, την περίοδο της άνοιξης, άρχιζε η σαλιγκαροεπιδρομή στα χωράφια. Όταν ψιχάλιζε  ήμασταν γεμάτοι χαρά, γιατί το βράδυ θα πηγαίναμε με την γκαζόλαμπα (με το φανάρι) στα χωράφια «για να μαζέψουμει σιαλιάκοι» (σαλιγκάρια), όχι για να τα μαγειρέψουμε και να τα φάμε αλλά  να τα πουλήσουμε  και  να  εξοικονομήσουμε  κάποιο χαρτζιλίκι.

Προς το τέλος του σχολικού έτους όλοι μας υποχρεωτικά συμμετείχαμε και στις Γυμναστικές Επιδείξεις. Μία δραστηριότητα, όπου, όλοι οι μαθητές ξεχωριστά κατά τάξη,  παρουσιάζαμε στον προαύλιο χώρο  του σχολείου, ρυθμική γυμναστική οι μικρότεροι,  ασκήσεις Σουηδικής Γυμναστικής οι μεγαλύτεροι της Ε΄ και ΣΤ΄ τάξης, ενώ οι κοπέλες των δύο τελευταίων τάξεων χόρευαν τους τοπικούς χορούς. Επίσης διεξάγονταν και αγώνες στίβου (τρέξιμο, άλμα εις μήκος και εις ύψος, σφαιροβολία κλπ) και στο τέλος ακολουθούσε η βράβευση των καλλιτέρων αθλητών. Η ημέρα που γινόταν οι παραπάνω δραστηριότητες συνήθως ήταν η 21η  Μαΐου. Θυμάμαι το τραγούδι που είχαμε μάθει για να παρουσιαστούμε στις Γυμναστικές Επιδείξεις ως τμήμα της Α΄ Δημοτικού, που είχε τίτλο «Ο Γεωργός» και έλεγε:
Το χωράφι το σκληρό θα οργώσω πάλι                             
το αγόρι το γλυκό τραγουδά με χάρη.                                  
Πέφτει ο σπόρος μέσ’ στη γη στο αφράτο χώμα               
θα φυτρώσει μιαν αυγή ένα ωραίο γιόμα.                          
Νάτο τώρα λαμπερό το σιτάρι στον αγρό                                
να κι ο κάμπος τώρα πια μ’ άλλη φορεσιά.                            
Τι ωραία τι καλά τα δρεπάνια λαμπερά                        
τραγουδώντας τραλαλά φτιάχνουν θημωνιά.                 
Φύσα αγέρι απαλό φύσα Αλωνάρη                              
λίχνισέ  το χαρωπά το σκληρό σιτάρι.                                
Η μυλόπετρα βαριά τ’ άλεσμα θα αρχίσει                          
το αλεύρι θα φανεί για γλυκό ψωμί.                               
Τώρα αναπαυόμαστε τρισευτυχισμένοι                              
η δουλειά τελείωσε άλλο πια δε μένει.

Τα καλοκαίρια βέβαια ήταν αναπόφευκτη και η «εκδρομή»     στα    χωράφια    για   να  βοηθήσουμε,  όσο μπορούσαμε τους γονείς μας  (αν και τους χασομεράγαμε περισσότερο). Θάλασσα και  μπάνια δεν υπήρχαν. Αυτά μπορούσαν να τα απολαύσουν πολύ λίγοι έως ελάχιστοι προνομιούχοι, αυτοί που οι γονείς τους δεν ήταν  καπνοπαραγωγοί και ασχολούνταν με κάποιο άλλο επάγγελμα. Έτσι περνούσαν τα χρόνια μας, χρόνια δύσκολα, δίχως ανέσεις, φτωχικά, πλούσια όμως σε συναισθήματα και αξίες.

.....Συνέχεια....


Επιμέλεια ανάρτηση από: Νούνης Π.Παύλος

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg