Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Πρώτη Σερρών :Βιβλίο ενότητα δεύτερη: ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ αφιέρωμα στον αγαπητό αφιέρωμα στον αγαπητό φίλο και χωριανό μου για την καταπληκτική συγγραφική δουλειά ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘ. ΔΑΣΚΑΛΟΥΔΗ







ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ



Παναγιώτης Αθ. Δασκαλούδης
ΛΟΧΑΓΟΣ (ΠΒ) Ε.Α.


Σχόλιο του blog :Αγαπητοί μου φίλοι και φίλες
Καλησπέρα σας , εύχομαι στον κάθε ένα και  στην κάθε μία από εσάς υγεία ευτυχία και ειρήνη.
Σήμερα σας παρουσιάζω τον αγαπημένο φίλο και συγχωριανού μου, Παναγιώτη Α. Δασκαλούδη συγγραφέα δύο εκπληκτικών βιβλίων με θέμα:
τα ήθη , τα  έθιμα , τις παραδόσεις και ντόπιο λαλιές του χωριού μας. 
Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό, μιας και η συγκέντρωση, η έρευνα και αξιολόγηση του υλικού, η ταξινόμηση και επεξεργασία του, απαιτεί υπομονή-επιμονή και κατάθεση ψυχής.
Οι αναγνώστες των βιβλίων, οι νεότεροι θα μάθουν και θα αποκτήσουν γέφυρα με το παρελθόν και την κουλτούρα μιας άλλης εποχής που έχει άμεση σχέση με την πολιτισμό  μας και οι μεγαλύτεροι θα θυμηθούν στιγμές χαράς και θλίψης, κομμάτια ζωής που έχουν περάσει και μένουν άσβεστα στην μνήμη της ψυχής τους. 
Αγαπητέ Παναγιώτη, θερμά συγχαρητήρια για το δημιουργικό σου εγχείρημα , μια καταγραφή ενός ολόκληρου πολιτισμού της αγαπημένης μας Πρώτης. 
Τα θερμά συγχαρητήρια μας για την προσπάθεια και ελπίζω οι φίλοι και οι φίλες αναγνώστες να το αναδείξουν πρώτο στην καρδιά τους και στην σκέψη τους.
Άποψη του blog μας είναι ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να βρίσκονται στην βιβλιοθήκη του Δήμου Πρώτης και γνωρίζω την ευαισθησία του Δήμου μας  για τα πολιτιστικά δρώμενα  τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μας και της περιοχής.
Σημαντικά και χρήσιμα ..εργαλεία για τα ήθη και τα έθιμα μας.
Έχει γράψει 2 βιβλία τα οποία  είναι
1) ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΜΑΡΤΙΟΣ 2010
2) ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΜΟΥΧΑΜΠΕΤΙΑ
Σήμερα σας παρουσιάζω το πρώτο.
Επειδή  ο όγκος του βιβλίου είναι αρκετά μεγάλος
 και η ανάρτηση στο blog είναι δύσκολη 
θα σας το παρουσιάσω σε ενότητες.

Νούνης Π.Παύλος



Ενότητα δεύτερη

Περίοδος 1974 μέχρι 1981.

Μεγαλώσαμε ήδη και οι περισσότεροι αποφοιτήσαντες από το Δημοτικό Σχολείο, αφού περάσαμε τις εισαγωγικές εξετάσεις  μπήκαμε και στο Γυμνάσιο. Δύο τμήματα Α1 και Α2. Καινούργιοι συμμαθητές από τα γύρω χωριά της Βιτάστας, Ηλιοκώμης, Κορμίστας, Μπάφρας και Αγγίστας. Καινούργιοι  επίσης καθηγητές αντί για δασκάλους, μαθήματα διαφορετικά  και δυσκολότερα. Καθηγητές μας η Παναγιώτα Παρασκευοπούλου στα Φιλολογικά, ο Δημήτρης  Ζούνης στη Γυμναστική και ο Κων/νος Φιλιάδης στα Θρησκευτικά (επί διάρκειας έξι ετών), η Αθηνά Γκίνη στα Αγγλικά, ο Κων/νος Ξανθόπουλος στη Φυσική και ο αείμνηστος και ξακουστός από το συγγραφικό του έργο, γαμπρός στο χωριό μας, που εδώ και ένα χρόνο δεν είναι πια στη ζωή, Παρασκευάς Φράγγος στα Μαθηματικά. Αξίζει πιστεύω να πω ότι η  διδασκαλία  των Μαθηματικών από τον παραπάνω καθηγητή μας, γινόταν με τέτοιο τρόπο που παρακινούσε το ενδιαφέρον ακόμη και των αδιάφορων μαθητών. Η μέθοδός του ήταν πετυχημένη. Αυτό τουλάχιστον αποδείκνυαν οι διακρίσεις μας στα Μαθηματικά, αν και η ύλη που διδασκόμασταν ήταν πολύ πιο δύσκολη από αυτή του βιβλίου μας. Μ’ αυτόν μάθαμε το Πυθαγόρειο Θεώρημα, την Ευκλείδειο Γεωμετρία, τα Πολυώνυμα στην Άλγεβρα  και τόσα άλλα που ακόμη και σήμερα, τα περισσότερα, έχουν μείνει ανεξίτηλα στη μνήμη μας.             
    
Αποφοιτήσαμε από το τότε τριτάξιο Γυμνάσιο και προετοιμαστήκαμε με μεράκι και θέληση προκειμένου να δώσουμε εισαγωγικές εξετάσεις για το Λύκειο.
      
Aν και ο ελεύθερός μας χρόνος τώρα πια λιγόστευε και τα μαθήματα απαιτούσαν περισσότερο χρόνο μελέτης, παρόλα αυτά δεν έλειπαν οι βόλτες στον «Κλιτσιάκο» τους καλοκαιρινούς μήνες και η διασκέδασή μας στην καινούργια, τότε, καφετέρια του Βασιλείου Σέμκου αλλά και στην παλαιότερη του Απόστολου Λαμπριάκου (Καφέ Τόλης), στα «μπαλάκια» (ποδοσφαιράκια)  στο παλιό καφενείο του Κατσάνου τα οποία στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στο κτίριο του παλαιού κινηματογράφου. Για τις ανάγκες της εποχής όμως στη συνέχεια το κτίριο αυτό ανακαινίσθηκε και λειτούργησε σαν DISKO,  αναγκάζοντας τα «μπαλάκια» να μετακομίσουν για άλλη μια φορά σε άλλη περιοχή και με νέα διεύθυνση υπό του «Σούλη» (Αναστάσιος Σωτηράς).  

 Mαθήτριες  Γυμνασίου και Λυκείου Πρώτης από
 παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές  80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (1)
  



 Mαθήτριες  Γυμνασίου και Λυκείου Πρώτης από
 παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές  80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (2)
Επίσης τη χρονιά του 1975 είχε λειτουργήσει και ο πρώτος ραδιοφωνικός «πειρατικός» σταθμός από τον Κων/νο Λάζο του Ηλία. Πρωτοτυπία και μεγάλο γεγονός για το χωριό, αλλά και για την ευρύτερη περιοχή, με αποτέλεσμα τα ραδιόφωνά μας να είναι πάντα συντονισμένα στο «Ραδιοστούντιο Παγγαίο» όπως τιτλοφορούνταν, για να ακούμε όλα τα τραγούδια που είχαν κυκλοφορήσει μέχρι τότε, κάνοντας αφιερώσεις  μικροί και μεγάλοι. Στη συνέχεια βέβαια προστέθηκε  ακόμη ένας σταθμός, η «Ραδιοφωνία του 431» του Χρήστου Καλλίνη. Συνέχισε να εκπέμπει για πολλά χρόνια παρουσιάζοντας αφιερώματα σε λαϊκούς κυρίως τραγουδιστές και ιδιαίτερα στο έργο του Στέλιου Καζαντζίδη  και του Στράτου Διονυσίου.         
 Mαθήτριες  Γυμνασίου και Λυκείου Πρώτης από
 παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές  80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (3)

Τα τελευταία χρόνια 1977-80 συχνάζαμε πιο πολύ στο Καφεζαχαροπλαστείο του Γιώρτσιου Αναστασίου, στη θρυλική Βαγγελιώ, σύζυγός του από το Καροπλαίσιο Καρδίτσας. Και τι παλαβομάρες δεν έγιναν στο μαγαζί εκείνο, τι λαϊκά τραγούδια και αν δεν ακούσαμε, από Καζαντζίδη μέχρι και ζουρνάδες, (ιδιαίτερη αδυναμία του συζύγου της Αναστασίου καθώς και του πατέρα του Γεωργίου)  και τι παιχνίδια και αν δεν παίξαμε από σκάκι, τάβλι, ντάμα μέχρι και βεζίρη.
 
 Mαθήτριες  Γυμνασίου και Λυκείου Πρώτης από
 παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές  80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (4)
Φυσικά δεν έλειπε από το σκηνικό και το «τσιγαροπωλείο» της παρέας, κολλητά στο Καφεζαχαροπλαστείο, το μαγαζάκι – περίπτερο της νεολαίας, του Γεωργίου Μπαφέρα ο επονομαζόμενος και  «ροξ» ή «παπλιάκι» ( η μετάφρασή του στη καθαρεύουσα είναι η βάλανος του πέους και στη δημοτική πουτ...κέφαλο). Μαγαζί – περίπτερο όπου μέσα  σ’ αυτό υπήρχαν αραδιασμένες πέντε έξι καρέκλες και άλλες τόσες αναποδογυρισμένες κάσες από αναψυκτικά (αυτοσχέδια καθίσματα) για να καθόμαστε. Συσκεύαζε τα φιστίκια σε μικρές σακούλες έχοντας και μία μικρή πλάστιγγα για να ζυγίζει και το γραμμάριο, προκειμένου να πωληθούν λιανικώς, αν θυμάμαι καλά προς 2 δραχμές το σακουλάκι.  Κι αν δεν περάσανε από κει γενεές και γενεές, αγοράζοντας  χύμα τσιγάρα (μία (1) δραχμή το ένα από τα Καρέλια κασετίνα) και ακούγοντας από αυτόν ότι πιο παλιό «μουχαμπέτι»  που είχε σχέση με το σεξ. Κι  όταν τον χαιρετούσες αποκαλώντας τον «παπλιάκι», σου έλεγε «να φας τ’ αρχ….. του»  και όταν τον αποκαλούσες  «ροξ» σου απαντούσε: «Να ζτου μπλόξει» ( μετάφραση: να στον ….. φυτέψει).  Παιδιά δεν είχε. Πείραζε όλους τους νέους αλλά δεχόταν και όλα τα πειράγματα  καλοπροαίρετα και ίσως γι αυτό ήταν πάντα στο επίκεντρο των γεγονότων, γεμάτος ενέργεια και δεν γέρναγε.  Μετά όμως  από λίγα χρόνια, όταν συνταξιοδοτήθηκε, μην αντέχοντας τη μοναξιά,  την έλλειψη των καθημερινών πειραγμάτων και την κοινωνική επαφή με τους νέους, γέρασε, αρρώστησε και τώρα πια μας έχει αφήσει.                                                                                            
 Mαθήτριες  Γυμνασίου και Λυκείου Πρώτης από
 παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές  80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (5)
                                                                                                                                                            
Οι εκκλησίες από παλαιά ήταν όσες είναι και σήμερα, τέσσερις (4), της Αγίας Παρασκευής, της Αγίας Βαρβάρας, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Νικολάου. Από τις παραπάνω λειτουργούσε και λειτουργεί μόνο η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, επειδή στο χωριό υπήρχε και υπάρχει μόνο μία ενορία. Οι λειτουργίες, τα μυστήρια και οι τελετές τελούνταν πάντα στην εκκλησία αυτή. Πολιούχος του χωριού όμως είναι ο Άγιος Γεώργιος με το Αγίασμά του, όπου  εκεί σύμφωνα με ομολογίες των παλιών γερόντων βρέθηκε από μια γιαγιά η Εικόνα του, σε βάθος δέκα (10) και πλέον μέτρων, η οποία σήμερα βρίσκεται στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και περιφέρεται στο χωριό την ημέρα της γιορτής του και της Πανήγυρής του.
 Mαθήτριες  Γυμνασίου και Λυκείου Πρώτης από
 παρελάσεις σε Εθνικές Εορτές αρχές  80  
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (6)
       
Τα παλαιά χρόνια υπήρχαν δύο (2) εφημέριοι στο χωριό, ενώ σήμερα ένας  (1). Από αυτούς θυμάμαι τον Παπακώστα Κουβράκη, τον Παπαγιάννη Νευροκοπλή, τον Παπανικόδημο Σαρίγκολη, τον Παπαγιάννη Παγώνη και τον Παπαναστάση Μαυρίκα. Τα καθήκοντα του νεοκόρου (καντηλαναύτη), τα πρώτα χρόνια είχε ο Αναστάσιος Λιόρτζας, του οποίου θυμάμαι μέχρι και σήμερα τη μελωδική ψαλμωδία του που ακουγόταν μόνο δυό φορές το χρόνο, στη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ απαγγέλοντας το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου….» και στην Δευτερανάσταση όταν τον ακούγαμε με μεγάλη προσοχή να απαγγέλει από την αριστερή άκρη του γυναικονήτη, το Αναστάσιμο Ευαγγέλιο στην Τουρκική. Μετέπειτα και για πολλά χρόνια αργότερα, συνέχισε στα καθήκοντα αυτά ο Παναγιώτης Γκάντζος (Κατσιάγγελης). Αφιλοκερδώς, πάντα συμπαραστάτης και βοηθός τους στα καθήκοντά τους σε κάθε Λειτουργία Μυστήριο και Τελετή, ήταν ο  Δημήτριος Ξόνογλου (Δημητρός Τσιουγγάρης). Όλοι αυτοί οι παραπάνω, τις παραμονές και τις ημέρες των μεγάλων εορτών, χτύπαγαν πρώτα το σήμαντρο και στη συνέχεια τις καμπάνες. Φεύγοντας όμως κι αυτοί από τη ζωή, ο ήχος του σήμαντρου σταμάτησε πια να ακούγεται και οι καμπάνες πλέον χτυπούν κι αυτές με μηχανικούς τρόπους.
     
Συγκοινωνιακά το χωριό συνδέονταν με υπεραστικά λεωφορεία  με  τις  Σέρρες,  τη Δράμα,  την  Καβάλα  και τη Θεσσαλονίκη. Οι περισσότεροι κάτοικοι εξυπηρετούνταν με τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ λόγω ελλείψεως ΙΧ αυτοκινήτων και για το λόγο αυτό υπήρχαν καθημερινά πέντε (5) δρομολόγια για Σέρρες, επτά (7) δρομολόγια για Θεσσαλονίκη, δύο (2) δρομολόγια για Καβάλα και δύο (2) για Δράμα. Οι περισσότερες αναγκαίες εμπορικές συναλλαγές και υγειονομικές εξυπηρετήσεις γινόταν συνήθως στη Δράμα και όχι στις Σέρρες ή στη Θεσσαλονίκη, επειδή είναι το πλησιέστερο αστικό κέντρο.  Σήμερα λόγω της αύξησης των ΙΧ μέσων μεταφοράς και της σημαντικής μείωσης του πληθυσμού, πολύ  λιγότερα είναι και τα δρομολόγια των λεωφορείων, καθώς επίσης λόγω σημαντικών βελτιώσεων του οδικού δικτύου, δεν είναι λίγοι αυτοί που για τις εμπορικές τους συναλλαγές προτιμούν την πόλη της Θεσσαλονίκης.

Τα καταστήματα, τότε, ήταν πολύ  περισσότερα από τα σημερινά, μιας και ο πληθυσμός ήταν μεγαλύτερος και γι’ αυτό οι περισσότερες αγοραπωλησίες, αν όχι όλες, γινόταν στο ίδιο το χωριό και όχι στη Δράμα, στις Σέρρες ή στη Θεσσαλονίκη. Υπήρχε κάθε είδους κατάστημα για ό,τι κι αν επιθυμούσες. Μπακάλικα – Παντοπωλεία  ήταν  συνολικά δεκαέξι (16). Δώδεκα (12)  κάπως κεντρικά, του Ιωάννη Ζαρκινού στο μεσοχώρι και στη συνέχεια στην αγορά  του Χρήστου Τσιφούτη, του Μόσχου Παπαμόσχου, του Τρύφωνα Μυλωνά, του Κωνσταντίνου Λαζάρου, του Ηλία Βέλλιου, του Αλέξανδρου Νάνου, του Αθανασίου Δόντσιου, του Αθανασίου Αλεξανδρή, του Μεθοδίου Τσαλίκη, του Χρήστου Δίγκα του  Αχιλλέα Κουκούτσικα, δύο (2)  συνοικιακά του Κωνσταντίνου Βαρύτη και του Αναστασίου Τσιουτσιούλη στην Τζιουμπανίνα,   καθώς   επίσης  και   άλλα    δύο   (2),  του Δημητρίου Σακόλη και του Γεωργίου Σιουσιουλίνη στον Καναρά.  Φούρνος υπήρχε ένας (1) του Δημητρίου και Αλέξη Μυλωνά και τρία (3) Πρατήρια μεταπώλησης ψωμιού του Χρήστου Τσιομπάνη, του Ηρακλή Σέρτη  και για λίγο διάστημα το πρατήριο του Γεωργίου Σιουσιουλίνη.  Καφενεία-Ουζερί και Ταβέρνες  εννέα (9) , από  πολύ παλαιά του Νικολάου Πέτσιου, δύο του Συνεταιρισμού και πιο νεότερα  του Βασιλείου Πλαϊτάκη, του Αθανασίου Μάλλιου, του Στέργιου Κοσλίδη, του Αθανασίου Πλαϊτάκη, του Ιωάννη Μαρτίνη, του Χρήστου Καλλίνη και ένα (1) συνοικιακό στη περιοχή του σκατόλακα του Βασιλείου Ταβλαρίδη. Σιδεράδικα τρία (3) του Αλέξανδρου Κερκίρη,  του Δήμου Τσιώτα (Καϊπης) και του Κων/νου Κασάπη, Λευκοσιδηρουργεία δύο (2) των Θωμά Χατζηβάσιου και Δημητρίου Μάλλιου και του Δημητρίου Ξόνογλου. Κουρεία  τέσσερα (4) του  Λάμπρη Λουλούση και Παναγιώτη Ξόνογλου, του Ιωάννη Κουκούδη (Γιουβάννη), του Αθανασίου Μπαλωτή και του Παναγιώτη Πάγκου. Ραφεία πέντε (5) του Δημητρίου Νασιούδη, του Λεωνίδα  Σιαψιάλη, του Αθανασίου Ραμπότα του Βασιλείου Χαριζάνη  και του Χρήστου Πάγκου.  Μανάβικα τρία (3) του Χρήστου Τσιφούτη, του Γεωργίου Πραβίτα που ήταν και ιχθυοπωλείο και του Αθανασίου Βαράνου. Βιβλιοχαρτοπωλεία τρία (3) του Ιωάννη Καλογερούδη (και πρακτορείο εφημερίδων), του Αποστόλου Κουβράκη (Τσιώλης, που ήταν και περίπτερο) και των αδελφών Δημητρίου και Δρόσου Μέμτσα (μαζί με ψιλικά, είδη νεωτερισμών - ένδυσης και παιχνίδια).  Ζαχαροπλαστείο ένα (1) του Κωνσταντίνου Τσαπκίνη. Υποδηματοποιεία δύο (2) του Τηλέμαχου Παπαγγέλου και του Κωνσταντίνου Γιαννούση.  Ξυλουργεία  τρία (3) του Ιωάννη Πανταζή, του Κωνσταντίνου Γάλλου και του Δημητρίου  Καραμάνη.  Κρεοπωλεία τρία (3) του Σωτηρίου Λέκκα, του Γεωργίου Γεωργούλα και του Πασχάλη Κουκουβέτσιου. Περίπτερα επτά (7) της Μαρίκας Γιώρτσιου,  (Μαρικούδα) που ήταν το κέντρο διερχομένων και το «Πρακτορείο Ρώυτερ» του χωριού, του Αθανασίου Γωβέτα, του Πασχάλη Κοσμά, του Πασχάλη Τζίκου, του Απόστολου Κουβράκη (Τσιώλης), του Γεωργίου Μπαφέρα και του Σωτηρίου  Μυλωνά. Υαλοπωλεία δύο (2) του Θεόφιλου Μυλωνά και του Βασιλείου Αμπατζή,  Κατάστημα Ηλεκτρικών Ειδών ένα (1) του Λαζάρου Δόλγερα, Υφασματοπωλείο ένα (1) του Θεολόγη Νούνη, Σαγματοποιεία (Σαμαράδικα) δύο (2) των Ευαγγέλου και Παντελή Ντίνα και του Γεωργίου Γιώρτσιου,  Κοσμηματοπωλείο ένα (1) με χρυσά, φο μπιζού, κολόνιες και είδη νεωτερισμών (υφάσματα και ρούχα) του Αθανασίου Ζαμπέρη. Βενζινάδικα τέσσερα (4) του Αθιανού Κόβε, του Απόστολου Σιουσιουλίνη, των Χρήστου Νούνη και Μιχάλη Κλειδαριά και των αδελφών Ιωάννη, Δημητρίου και Στέφου Κόντα. Γαλακτοπωλεία δύο (2) του Αναστασίου Γιώρτσιου και των αδελφών Δημητρίου και Θεοφίλου Κουκουβέτσιου και δύο (2) Φαρμακεία του Βασιλείου Τσιουτσιούλη και της Ντίνας Πούλιου-Τσιουτσιούλη.
Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Πολιούχου της Πρώτης με το Αγίασμά του.

Αγοραία  (σημερινά ταξί) υπήρχαν τρία (3), του Βασιλείου Λαδιά, του Αναστασίου Δίγκα και του Αθανασίου Νανάση που αντικαταστάθηκε λόγω μετανάστευσής του στη Θεσσαλονίκη από τον Στέργιο Ζαλίδα (πρώην κάτοικος Βιτάστας και πάντα γελαστός μέχρι και σήμερα), ο οποίος λόγω του νεαρού της ηλικίας του πρωτοστατούσε στα δρομολόγια των νεαρών παλληκαριών, που τα ερωτικά ενδιαφέροντά τους βρισκόταν στα διπλανά χωριά της Μπάφρας, Βιτάστας, Αγγίστας και Ροδολείβους. Θυμάμαι τον περίεργο ήχο της κόρνας του αυτοκινήτου του που όταν την πάταγες για να τον καλέσεις για κάποιο δρομολόγιο, άκουγες τη μελωδία από τα «παιδιά του Πειραιά», τραγούδι του Μάνου Χατζηδάκη με την Μελίνα Μερκούρη: «…..να είχα και ένα και δύο  και  τρία  και  τέσσερα  παιδιά….». Δεν  ξέρω αν ήταν τυχαία, σημαδιακή ή Θεόσταλτη η επιλογή της μελωδίας αυτής, αλλά στη συνέχεια και ο ίδιος απέκτησε και ένα και δύο και τρία και τέσσερα παιδιά.

Οι ιδιοκτήτες Φορτηγών Δημοσίας Χρήσεως ήταν πέντε (5), ο Δημήτριος Μπατής, ο Ευάγγελος Αγοραστός (Τασέλης), ο Γεώργιος Μαλανδρής, ο Δημήτριος Μπαφέρας και Κωνσταντίνος Σιούλας, οι οποίοι σήμερα όλοι τους είναι απόντες από τη ζωή. Οι ιδιοκτήτες μικρών Φορτηγών Δημοσίας Χρήσεως (τρίκυκλων) πέντε (5), ο σωματικά υπερμεγέθης Λίτος Κωνσταντίνος (που όταν βρισκόταν μέσα στο τρίκυκλο, λόγω του μεγάλου βάρους από τη μεριά του οδηγού πάντα έγερνε), ο Βασίλειος Παλάτσιος, ο Περικλής Μπογιάννης, ο Κωνσταντίνος Λαζάρου και ο Κωνσταντίνος Δαγκλής, από τους οποίους οι τρεις (3)  πρώτοι είναι και αυτοί απόντες από τη ζωή. Οι ιδιοκτήτες Λεωφορείων ήταν δύο (2), τα αδέλφια Αχιλλέας και Βασίλειος Κατζάρας.
       
Στη συνέχεια στη δεκαετία του 80 προστέθηκαν ακόμη μερικά καταστήματα (καφετέριες, ταβέρνες, οικιακού εξοπλισμού, ηλεκτρικών - ηλεκτρολογικών ειδών) καθώς και ένα (1) κατάστημα ΟΤΕ και ένα (1) Αγροτικής Τράπεζας. Το γενικό σύνολό  τους ξεπερνούσε τα ογδόντα (80), ενώ σήμερα όλα κι όλα είναι μόλις είκοσι (20).   
     
Παράλειψη θα ήταν αν δεν αναφερόταν και το Πρατήριο του Γεωργικού Πιστωτικού Συνεταιρισμού Πρώτης, που υπήρχε από πολύ παλαιά και όπως λέγανε και οι μεγάλοι, στο παρελθόν ο Συνεταιρισμός της Πρώτης ήταν δεύτερος πανελλαδικά σε ότι αφορούσε στην οργάνωσή του (αποθήκες, καταστήματα, πρατήρια, μηχανήματα όπως τρακτέρ, αλωνιστική μηχανή και φορτηγό). Από εκεί γινόταν τα περισσότερα ψώνια με πίστωση όλη τη χρονιά και η αποπληρωμή ολοκληρωνόταν με την πούληση του καπνού, αν βέβαια τα λεφτά επαρκούσαν και δεν έμεινε κάποιος «ανοιχτός» για την επόμενη χρονιά. Στηριχθήκαν και βοηθήθηκαν πάρα πολλές οικογένειες από το συνεταιρισμό. Συμπαραστάθηκε σε δύσκολες στιγμές σε πολλούς χωριανούς, σε προβλήματα υγείας, αλλά και σε αγορές που ήταν οπωσδήποτε άμεσες και αναγκαίες προκειμένου να συνεχίσουν τη δουλειά τους (όπως πίστωση για την αγορά λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, για την  αντικατάσταση ή και την αγορά ζώου κ.α.).

Από οικονομικής πλευράς οι καπνοπαραγωγοί άρχισαν να  παίρνουν  λίγο λίγο  τα επάνω τους,  αφού  η τιμή στο προϊόν τους ανέβαινε. Θυμάμαι πως στις αρχές της δεκαετίας του ’70 κατορθώσαμε επιτέλους μετά την καπνοπούληση να πιάσουμε λεφτά στα χέρια μας, τα οποία περισσέψανε εφόσον εξοφλήθηκαν όλα τα χρέη από τον καπνέμπορο και άρχισε να εξυψώνεται το ηθικό και να κινείται κάτι.
      
Περίοδος της εφηβείας και δεν έλειπαν τα πρώτα ερωτικά, περίεργα για μας σκιρτήματα καθώς πηγαίναμε  στα γειτονικά χωριά (Μπάφρα και Ροδολείβος) και ψάχναμε τις «ωραίες γκόμενες». Μετά καταλήγαμε, εάν ήμασταν στη Μπάφρα, στο σινεμά για να δούμε καμιά τσόντα της εποχής ή εάν ήμασταν στο Ροδολείβος, επιστρέφαμε στην Πρώτη, για να πάμε να φάμε τα αυτοσχέδια σάντουιτς από το καφενείο του Μάλλιου Αθανασίου, που έφτιαχνε η γυναίκα του η ηρωική Πασχαλίτσα, η οποία, δυστυχώς, στερούνταν ακοής και επειδή ήταν και η μόνη μαστόρισσα στα εσωτερικά του καφενείου, μέσα στη κουζίνα, ανάγκαζε το σύζυγό της να φωνάζει όσο πιο δυνατά μπορούσε  τις παραγγελίες, «για να μη μπιρδέψει  …του τάσι μι ντου πατσιά…», όπως έλεγε και ο ίδιος. Σήμερα και οι δύο είναι φευγάτοι από τη ζωή…

Και περνούσαν οι μέρες, οι μήνες και τα χρόνια και η ζωή συνεχιζόταν. Αυξήσαμε  στο σύνολό τους τα ομαδικά παιχνίδια προσθέτοντας και το παιχνίδι «Το λουρί της Μάνας» και τον «Κουτσό Λύκο», παιχνίδια που χρόνια πριν δεν παίξαμε σχεδόν καθόλου. Φυσικά δεν ξεχνούσαμε ποτέ το ιερά μας καθήκοντα να μαζέψουμε  κλαδιά για  την  πολυπόθητη ντερβένα   μας  και τα καλοκαίρια να πηγαίνουμε στις κακαδιές (συνήθως του Γεράκη) και να μαζεύουμε κάκαδα.      
      
Συνεχίσαμε στο Λύκειο αφού πετύχαμε στις εισαγωγικές εξετάσεις και τότε τα πράγματα από πλευράς μαθημάτων άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο δύσκολα. Περισσότερο διάβασμα, λιγότερος ελεύθερος χρόνος, υποχρεώσεις περισσότερες. Θυμάμαι τους τελευταίους μας καθηγητές, τον Βασίλειο Χατζηθεοδωρίδη στα Φιλολογικά, η τιμή και το καμάρι της Νέας Μπάφρας Σερρών, τον αυστηρότατο Λυκειάρχη Παναγιώτη Παπαδόπουλο στη Φυσική  και στη Χημεία  ο οποίος ήταν ενάντια στις εκδρομές, όπως το δήλωνε δημόσια ο ίδιος, καθώς επίσης και πάλι στα Μαθηματικά το συγχωρεμένο  Παρασκευά Φράγγο. Άριστος μαθητής δεν υπήρξα. Παρόλα αυτά όμως αγωνίσθηκα και κοπίασα για να τελειώσω το Λύκειο με αμέτρητα άγχη και διάβασμα. Το  μόνο που μου έμεινε να θυμάμαι πιο έντονα, αν και δεν ήμουν στη πρακτική κατεύθυνση αλλά στην κλασσική, ήταν το μεγάλο μου ενδιαφέρον για το μάθημα των Μαθηματικών, λόγω ιδιαίτερης εκτίμησης προς τον καθηγητή μου. Θυμάμαι επίσης την αντίδραση  του τότε Λυκειάρχη απέναντι στον καθηγητή των Μαθηματικών για τις πολύ υψηλές βαθμολογίες που με είχε δώσει στα μαθήματα της Άλγεβρας - Τριγωνομετρίας και Γεωμετρίας, γιατί πίστευε  ότι ήμουν ανάξιος της βαθμολογίας αυτής, μιας και δεν απέδιδα τόσο καλά στη Φυσική και στη Χημεία που δίδασκε αυτός.
      
Τέλος αξέχαστη θα μου μείνει και η εκδρομή που πήγαμε για δύο μόνο μέρες (λόγω της μεγάλης  απεργίας  των  εκπαιδευτικών)  ως  τελειόφοιτοι Λυκείου, στο Βόλο και το Πήλιο. Αποφοιτήσαμε συνολικά 23 άτομα  και ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. Τους περισσότερους από τους συμμαθητές μου δεν τους ξαναείδα και δεν τους συνάντησα ποτέ από τότε, γιατί έτσι τα έφεραν οι συγκυρίες. Εύχομαι να είναι καλά και ο θεός να δίνει σ’ αυτούς και στις οικογένειές τους υγεία και χαρά. 

Δύο από τους καθηγητές μας συνέχιζα μέχρι και και σήμερα να τους συναντώ. Με ιδιαίτερη χαρά πάντα καλημερίζω στη Δράμα τον Βασίλειο Χατζηθεοδωρίδη, «Χατζή» όπως τον λέγαμε, όταν συναντώ μέχρι και σήμερα και άλλο τόσο χαίρομαι όταν, με τη διπλάσια καλοσύνη ανταποδίδει τη καλημέρα του. Εδώ θα ’θελα να κοντοσταθώ λίγο και να αναφερθώ στο σήμερα, στη συνάντησή μου με τον Παρασκευά Φράγγο στα μέσα του Σεπτεμβρίου του 2008 έξω από το σπίτι του, στο χωριό μας, όπου με μεγάλη χαρά μ’ αγκάλιασε και με φίλησε, λέγοντας με καμάρι στη γειτόνισσά του Ζώνη Χαρίση: «Κοίτα ρε Ζώνη τους χθεσινούς μαθητές μας…». Αυτό για μένα, ήταν η τελευταία  βαθμολογία που εκείνη τη στιγμή είχα πάρει από τον καθηγητή μου και πιστεύω πως ίσως ήταν η ωραιότερη απ’ όλες και ξεπερνούσε το «Άριστα». Την μεθεπόμενη όμως μέρα πέθανε, φεύγοντας από τη ζωή πάρα πολύ νωρίς, παίρνοντας μαζί του μόνο δυο μέτρα γης, ενώ πιστεύω ότι του άξιζε να χαίρεται στη ζωή  του παλάτια. Προσωπικά, σήμερα, η απουσία του μου αφήνει μεγάλο κενό, γιατί ίσως δεν πρόλαβα να ανταποδώσω όπως έπρεπε την ευγνωμοσύνη που όφειλα απέναντί του. Πάνω από όλα υπήρξε άνθρωπος που γνώριζε από φτώχεια, ανέχεια και κακομοιριά και ήταν από αυτούς που με το παραπάνω με βοήθησε, πρώτα σαν άνθρωπος και μετά σαν καθηγητής σε δύσκολες στιγμές μου.  Ελαφρύ να είναι  το χώμα που τον σκεπάζει….
      
Από το 1926 είχε ιδρυθεί και ο Ποδοσφαιρικός Σύλλογος στο χωριό , η περιβόητη ομάδα μας «Άρης».  Κάποια χρονιά στις αρχές της δεκαετίας του ’80 είχε διακριθεί  και  είχε ανέβει  στην  πιο  πάνω  κατηγορία από αυτή που επί σειρά ετών ήταν.  Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσίαζε το ντέρμπυ της εποχής που παίζαμε με τον Εθνικό Ροδολείβους και γι’ αυτό ή εμείς ή οι αντίπαλοι οπαδοί μεταφερόμασταν όλοι από το ένα χωριό στο άλλο. Τα συνθήματα ήταν τα γνωστά:  «Σαν κατεβεί, σαν κατεβεί στο στάδιο, η ασπρόμαυρη φανέλα, όλους τους πιάνει ο πυρετός και τους Πρωταίους τρέλα»  ή ….. «η κίτρινη φανέλα» ….. «κι  του Ρδουλίβους τρέλα», αντίστοιχα και «Σα Σα Σαλιαροί» …. , όπως κατονομάζαμε τους κατοίκους του χωριού αυτού.
 
Στην περίοδο του 1925 επίσης είχε ιδρυθεί και ο Σύλλογος Φιλομούσων «Η Πρόοδος». Από εκεί, πέρασαν πάρα πολλοί  χωριανοί νεαρής ηλικίας, που με τη βοήθεια των μουσικών δασκάλων ασχολήθηκαν  με την εκμάθηση κάποιου οργάνου, καθώς και με θεωρητικά της μουσικής. Αυτά τα νεαρά παιδιά,  συγκροτούσαν την μπάντα του χωριού και πρωτοστατούσαν πάντα με την παρουσία τους σε κάθε τοπική εκδήλωση (στα πανυγήρια στις περιφορές των  Εικόνων και του Επιταφίου, στην Ανάσταση, στα κάλαντα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, στη κατάδυση του Τιμίου Σταυρού, στις παρελάσεις, στις λαμπαδοφορίες στις Εθνικές γιορτές, στη παρουσίαση των τοπικών χορών και σε άλλα πολλά). Στην εποχή μας, οι δάσκαλοι στη φιλαρμονική του χωριού ήταν ο Κωνσταντίνος Βελίκης, ο Σταύρος Αραμπατζόγλου και ο  Θεμιστοκλής Φάκας. Θυμάμαι μέχρι και τώρα το «Εωθηνόν», που ήταν κάποιος σκοπός σε ρυθμό εμβατήριου, ο οποίος παιζόταν σε όλες τις γειτονιές σε κάθε Εθνική Εορτή, πολύ νωρίς, τις πρώτες πρωινές ώρες και αντηχούσε σε όλο το χωριό. Σήμερα και πάλι λόγω της ύπαρξης ελάχιστων παιδιών νεαρής ηλικίας, όταν απαιτηθεί η συγκρότηση της μπάντας, η συμμετοχή και των μεσήλικων είναι αναγκαία, καθώς επίσης και ο σκοπός του «Εωθηνού», δεν γνωρίζω αν συνεχίζει να ακούγεται και σήμερα στις Εθνικές Εορτές.   
     
Επίσης, πιστεύω πως πρέπει να ειπωθούν και δυο τρία  λόγια για το Σύστημα (ομάδα) των  Προσκόπων  του χωριού, με Αρχηγούς μας τον Γιώργο Μυλωνά σημερινό οδοντίατρο στη Θεσσαλονίκη και τον Αλέξανδρο  Τζιτζινό, όπου εκεί, πολλά παιδιά πήγαιναν και περνούσαν δημιουργικά το χρόνο τους με χειροτεχνίας, με προσκοπικά τραγούδια, με εκδρομές στο βουνό (Απαγορευμένο, Σουλιναρούδι και Αγία Ανάληψη), με επιτραπέζια παιχνίδια (Ντάμα Σκάκι Γκρινιάρη και άλλα).  Ομόρφαιναν  παράλληλα και την παρέλαση στις Εθνικές Εορτές, παρελαύνοντας πάντα με κάποια πρωτοτυπία (με καλυμμένο τρακτέρ με πάπριακο (φτέρες) ή με τα λυκόπουλα καβάλα στο γαϊδούρι και στο κάρο).

Τα παραπάνω που περιέγραψα είναι όλα βιώματα, τα οποία βέβαια είναι μερικά, από αυτά που έμειναν χαραγμένα στη μνήμη μου και αποτελούν ένα μικρό μέρος  από τη ζωή μου. Ενδεχομένως να υπάρχουν και τόσα άλλα, που μάλλον θα υπάρχουν, τα οποία μπορεί να μου διαφεύγουν και δεν τα έχω αναφέρει. Δεν εξιστόρησα τίποτα πριν από τη  γέννησή μου και μετά από την αναχώρησή μου από τον τόπο μου, γιατί δεν υπήρξα παρών, καθώς επίσης δεν αναφέρθηκα σε αστεία γεγονότα και βιώματα που διαδραματίσθηκαν από Πρωταίους κατοίκους, επειδή ίσως κάποιοι θα θίγονταν, νομίζοντας πως τα σχόλια αυτά υποβαθμίζουν προσωπικότητες.
      
Γενικά, επικεντρώθηκα πιο πολύ στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, στα παιδικά  και μαθητικά μας χρόνια, που λίγο ή πολύ τα νοσταλγούν οι περισσότεροι, πιστεύοντας πως αυτή η χρονική περίοδος ήταν και είναι η καλλίτερη στη ζωή που ζήσαμε, με δύσκολες αλλά ωραίες και αγνές συνθήκες, με αγάπη, συμπόνια, με περισσότερη αλληλοκατανόηση από σήμερα, αν και έχουμε  τώρα πια  πολύ περισσότερες ανέσεις και αγαθά. Δεν αναφέρθηκα καθόλου σε  ιστορικά και πληθυσμιακά στοιχεία του χωριού.
      
Γράφοντας επίσης δυο τρεις λέξεις στη ντόπια  προφορά, αναλύοντας  τα τότε παιδικά παιχνίδια, εξιστορώντας παραμύθια και έθιμα, προλήψεις και δεισιδαιμονίες,  ξεσκάλισα μνήμες και γεγονότα καλά και άσχημα, πολλά  από τα οποία έχουν σημαδέψει τα μεθεπόμενα χρόνια μας. Μνήμες και γεγονότα  που θέλουμε να μη χαθούν, να υπάρχουν, γιατί πιστεύω πως πρέπει να τα θυμούμαστε και ότι τα έχουμε ανάγκη τόσο πολύ, όσο απαραίτητη είναι για τον οργανισμό η ανάσα μας.   

Τελικά, σήμερα, συγκρίνοντας το παρελθόν με το παρόν, διαπιστώνω μετά από όλες αυτές τις σκέψεις και τις αναδρομές  ακόμη μια φορά, πως το καλύβι, έχει τόπο για τόση ευτυχία  όση  έχει  και  το  ανάκτορο. 



ΕΝΟΤΗΤΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΕΘΙΜΑ ΠΡΩΤΗΣ

Στη γέννηση του παιδιού.


Προτού γεννηθεί το παιδί, όταν η έγκυος γυναίκα έφτανε στις μέρες της, καλούσαν την μαμή για να φροντίσει τη γυναίκα που θα γεννούσε.  Αυτή δεν ήταν κάποια σπουδαγμένη πάνω στο αντικείμενο του τοκετού, αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα, που είχε παρευρεθεί σε πολλές γέννες. Είχε πλέον την εμπειρία και ακολουθούσε κάποια συνηθισμένη γι’ αυτήν διαδικασία. Παρευρισκότανε στην ώρα του τοκετού και πρωτοστατούσε βοηθώντας με τον τρόπο της ανάλογα.  
     Ο τοκετός γινόταν στο σπίτι και τα μεταγενέστερα χρόνια στο νοσοκομείο του χωριού. Την επόμενη του τοκετού έφερναν στη λεχώνα «λαλαγγίτες» (είδος λουκουμάδων με ζάχαρη) καθώς επίσης  όλοι οι γνωστοί και συγγενείς επισκεπτόταν τη λεχώνα και το νεογέννητο στο σπίτι ή στο νοσοκομείο του χωριού, φέρνοντας μαζί τους και κάποιο δώρο. Μετά από λίγες ημέρες η λεχώνα μαζί με το παιδί μετακόμιζε από το νοσοκομείο στο σπίτι και δεχόταν επισκέψεις εκεί μέχρι το ηλιοβασίλεμα.
     Από τη μέρα της γέννησης και για σαράντα (40) ημέρες η λεχώνα απαγορευόταν να βγει από το σπίτι της και μετά τη σαρακοστή μέρα πήγαινε στην εκκλησία μαζί με το νεογέννητο για να διαβαστούν και οι δύο από τον ιερέα  του χωριού. Ο ιερέας έπαιρνε το παιδί το άφηνε μπροστά στην ωραία πύλη στο μέρος της εικόνας της Παναγίας αν ήταν κορίτσι και αν ήταν αγόρι το έπαιρνε μέσα στο ιερό. Διάβαζε τις ευχές  και μετά η μητέρα κάνοντας τρεις μετάνοιες στην Παναγία, έπαιρνε το παιδί  από  τον   ιερέα   και  πήγαινε   στο   σπίτι  της.
    Μετά επανερχόταν στην καθημερινότητα συμμετέχοντας σε όλες τις αγροτικές εργασίες και κάνοντας παράλληλα και το νοικοκυριό.  


Στα βαφτίσια

    Τα «βαφτίσια» γινότανε πάντα ημέρα Κυριακή και μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας. Στη βάπτιση του παιδιού παλαιά το όνομά του ήταν μυστικό και εξαρτιόταν η ονομασία του παιδιού από τον ανάδοχο, (νονό) του. Στη συνέχεια όμως επικράτησε αυτό που συνηθίζεται και σήμερα, δηλαδή στο πρώτο παιδί ανεξαρτήτως φύλλου να  δίνουν το όνομα κάποιου από τους γονείς του γαμπρού. Για το λόγο αυτό, συμβουλευόταν ο νονός πάντοτε τους γονείς και αναφωνούσε  αυτό το όνομα στην εκκλησία. Οι γονείς όμως μέχρι και την τελευταία ώρα είχαν κάποια  επιφύλαξη, μήπως και διαφοροποιηθεί η θέληση του νονού και ακουστεί διαφορετικό όνομα από αυτό που είχαν προσυμφωνήσει.
    Στο μυστήριο της βάπτισης ο πατέρας δεν παρευρισκόταν στην εκκλησία, παρέμεινε πάντα στο σπίτι. Στην εκκλησία πήγαινε η μητέρα με το παιδί και τους συγγενείς. Μόλις ο νονός αναφωνούσε και ανακοίνωνε το όνομα του παιδιού, τα υπόλοιπα παιδιά πήγαιναν τρέχοντας στο σπίτι όπου βρισκόταν ο πατέρας, για να πουν πως « .… του είπαν του μπιμπούδι». Ο πατέρας όφειλε τότε να δώσει στον πρώτο που ανακοίνωσε το όνομα το μεγαλύτερο «μπαξίσι» και στα υπόλοιπα  από  κάτι  μικρότερο.  Στην εποχή του ’60 με ’70 ο πρώτος έπαιρνε τάληρο και οι υπόλοιποι από μισή ή το πολύ μία δραχμή. Παράλληλα όμως και στην εκκλησία ο νονός, μοίραζε και αυτός λεφτά στα παρευρισκόμενα παιδιά και για να γίνει και λίγο πιο διασκεδαστικό και ευχάριστο, έριχνε τα κέρματα στο δάπεδο κάτω «πλακουτούρα» και όποιος προλάβαινε μάζευε από κάτω τα λεφτά που είχαν ρίξει.
    Γλέντια και πανηγύρια μετά τη βάπτιση δεν γινόταν. Το πολύ ένα γεύμα όλοι μαζί γονείς και κουμπάροι στο σπίτι των γονέων και μετά οι ευχές «να μας ζήσει». Δώρα από τον νονό προς το παιδί (σταυρουδάκια, ρούχα  κλπ ) δεν συνηθιζόταν να απαιτούνται από τους γονείς, μιας και ο νονός είχε την εξέχουσα θέση και ήταν το τιμώμενο πρόσωπο τη στιγμή εκείνη. Έφτανε για τους γονείς μόνο το όνομα.
     Επίσης τότε λόγω έλλειψης ενημέρωσης τα περισσότερα παιδιά αγνοούσαμε την ταυτόχρονη τέλεση του μυστηρίου του χρίσματος μαζί με το  μυστήριο του βαπτίσματος, νομίζοντας ότι στη διαδικασία του χρίσματος ο ιερέας άλειφε έτσι απλά μύρο με το βουρτσάκι στο παιδί, για να μην αρρωσταίνει και να μοσχοβολά σε όλη τη ζωή του.
    Μετά από ένα χρόνο περίπου που το παιδί άρχιζε να περπατάει, οι μητέρες έφτιαχναν «πουγάτσια» (ένα είδος λαδόψωμου)  και τη μοιράζανε στα μικρά παιδιά, λέγοντάς τα μόλις έπαιρναν το αντίστοιχο κομμάτι, να τρέχουν με μεγάλη ταχύτητα για να τρέχει έτσι και ο μπέμπης ή η μπέμπα.


Στους αρραβώνες

    Προτού γίνουν τα αρραβωνιάσματα, οι δύο ενδιαφερό-μενοι υπήρχε περίπτωση να μην γνωρίζονται καν. Την τύχη των παιδιών πολύ πολύ παλιά κανόνιζαν οι γονείς τους. Αυτοί αναμεταξύ τους συζητούσαν και αν αποφάσιζαν και συμφωνούσαν, τότε γίνονταν η δουλειά ήθελαν δεν ήθελαν τα παιδιά. Τώρα στη συνέχεια το πώς γινόταν το νοικοκυριό και υπήρχε συνεννόηση αναμεταξύ των παιδιών ένας θεός ήξερε. Η αλήθεια είναι πως αυτά τα πράγματα έτσι γινόταν.
    Στη συνέχεια και μετά την παρέλευση πολλών ετών άρχισε ο θεσμός του συνοικεσίου να ξεφτίζει και το κριτήριο για την επιλογή του συντρόφου ήταν ο έρωτας. Ο άνδρας κυρίως που ενδιαφερόταν για κάποια κοπέλα κανόνιζε με κάποιους γνωστούς και φίλους (προξενητές) να φτάσουν στα αυτιά του κοριτσιού οι πόθοι και τα ενδιαφέροντά του.  Και αν από εκεί και μετά υπήρχε συναίνεση, τότε άρχιζαν και οι επισκέψεις έξω από τα σπίτια της αγαπημένης πλέον, για να τραγουδήσουν και την περιβόητη καντάδα, ιδιαίτερα δε στα νυχτέρια όπου πολλές κοπέλες συγκεντρωνόταν σε ένα σπίτι μαζί με τα εργόχειρά τους. Εκεί περιμένανε και αυτές τις ανάλογες κινήσεις των αγοριών, να εκδηλώσουν τα ενδιαφέροντά τους σ΄αυτές και αμφότεροι επίσης μετά, να αλληλοκοιταχθούν στη βόλτα, στην πιάτσα και να ανταλλάξουν ματιές και νεύματα.
    Τελικά αν το ενδιαφέρον ήταν αμοιβαίο και οι γονείς, έμμεσα,  ενέκριναν  την επιλογή του παιδιού τους, τότε γινότανε η επίσκεψη  της οικογένειας του αγοριού στο σπίτι των γονέων του κοριτσιού και συζητούσαν αναμεταξύ τους για το αν συμφωνούν «να δώσουν την κόρη τους για νύφη» στο παιδί τους, καθώς και το είδος της προίκας (λεφτά, νοικοκυριό, κτήματα) που θα δινόταν για να γίνει και το προικοσύμφωνο. Αν η απάντηση ήταν θετική τότε λέγανε «δόθηκε ο λόγος»,  ορίζονταν οι ημερομηνίες των αρραβώνων και τα παιδιά ήταν πλέον «λογοδοσμένα». Αν όμως υπήρχε αρνητική απάντηση, φτού και πάλι από την αρχή με διαφορετικά πρόσωπα.
    Η τελετή των αρραβώνων, αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, γινότανε πάντα στο σπίτι του κοριτσιού, με τη συμμετοχή αμφοτέρων των συμπεθέρων των συγγενών πρώτου βαθμού συγγενείας και ελάχιστων φίλων ή γειτόνων. Παρών ήταν και ο κουμπάρος που  κάποια στιγμή σε εικόνισμα πάνω, σταύρωνε τρεις φορές τις βέρες και τις περνούσε στα δάχτυλα των παιδιών. Ακολουθούσε φαγοπότι και πολλές φορές γινόταν και γλέντι που κρατούσε ώρες.
    Παρόλα αυτά όμως αν και η σχέση είχε επισημοποιηθεί, το μελλοντικό αντρόγυνο δεν έμεινε μαζί και εξακολουθούσε να παραμένει ο καθένας στο σπίτι των γονιών του, αναζητώντας την ευκαιρία πότε θα μπορέσουν να κοιταχθούν, να μιλήσουν, να χαρούν.
    Προγαμιαίες και ολοκληρωμένες σεξουαλικά σχέσεις δεν υπήρχαν, γιατί θεωρούσαν τον αρραβώνα δοκιμή. Και όλα αυτά, γιατί αν «ατιμαζόταν» η νύφη, τότε αυτό ήταν μεγάλη προσβολή και ανάμεναν τη στιγμή που θα γινόταν ο γάμος και τότε… όλα καλά. Η χρονική διάρκεια του αρραβώνα δεν ορίζονταν. Το αφήνανε στη κρίση των ιδίων των παιδιών.  Αυτά θα αποφάσιζαν πότε θα παντρευτούν ώσπου μια μέρα, προτείνανε εντέλει κάποια στιγμή, τις ημερομηνίες του γάμου στους γονείς.


Στους γάμους.

Εφόσον είχε ζήσει το μελλοντικό αντρόγυνο για κάποιο χρονικό διάστημα αρραβωνιασμένο, αποφάσιζε να παντρευτεί και πρότεινε τις ημερομηνίες του γάμου στους γονείς των, γιατί για την ημερομηνία του γάμου έπρεπε να συμφωνήσουν και τα συμπεθεριά.   
     
Το κάλεσμα των φίλων και των συγγενών το αναλάμβαναν συγγενικά πρόσωπα. Από διηγήσεις παλαιών ακούσαμε πως το κάλεσμα γινότανε με το ούζο, όπου κάποιο προσφιλές πρόσωπο περιφερόταν στα σπίτια, κέρναγε από ένα ποτηράκι και ανακοίνωνε την ημερομηνία του γάμου. «Στις …. του μήνα ου …. θα έχει χαρά, παντρεύει του πιδί τ».  Αργότερα το κέρασμα αυτό αντικαταστάθηκε από τα προσκλητήρια. Στέλνονταν αρκετές ημέρες νωρίτερα, έτσι ώστε να κανονίσουν οι καλεσμένοι τις υποχρεώσεις τους για να μπορέσουν να παρευρεθούν στη χαρά. 

Λίγες μέρες πριν το γάμο στο σπίτι της νύφης γινόταν έκθεση της προίκας  «έστρουναν ντη προίκα» και  δεχόταν επισκέψεις από φίλες, φίλους, γείτονες και τους συγγενείς.

Η ημέρα που θα γινόταν οι στέψεις πάντα ήταν ημέρα Κυριακή και ποτέ στη διάρκεια της σαρακοστής. Μέρες πιο μπροστά οι καλεσμένοι ξεκινούσαν να φέρνουν τα δώρα για το αντρόγυνο. Αυτοί που ήταν από μακρινούς τόπους μη μπορώντας να παρευρεθούν στο μυστήριο, έφερναν τα δώρα τους και μετά τις στέψεις.

Την προπαραμονή οι μητέρες των παιδιών (του γαμπρού και της νύφης)  προσκαλούσαν  τις γειτόνισσες  να  έρθουν  για  βοήθεια, προκειμένου να φτιάξουν πίτες και σαρμάδες, για να σερβιριστούν τη μέρα του γλεντιού. Επίσης μια από τις πιο κολλητές φίλες της νύφης, αναλάμβανε να παρασκευάσει  το πρωτόψωμο για το ανδρόγυνο (το πρώτο ψωμί που θα τρώγανε σαν παντρεμένοι). 
    Το Σαββατόβραδο ήταν το αποκορύφωμα των επισκέψεων και της παράδοσης των δώρων, μιας και ήταν η τελευταία  ημέρα πριν από τη χαρά  και  το γλέντι κρατούσε μέχρι πρωίας. Τοπικοί οργανοπαίκτες κατέ-φθαναν (πολλές φορές πρωτοστατούσε ο Αντώνιος Βαής  με το βιολί του και αρκετές φορές οι Ντουμπουρντούκηδες από την Κορμίστα), προσφερόταν  σε όλους τους καλεσμένους πλούσια φαγητά (ως συνήθως η πίτα και οι σαρμάδες δεν έλλειπαν από κανένα γάμο) από τους «περαστηκάμενους» (τους σερβιτόρους)  και ο χορός καλά κρατούσε. Την ίδια ημέρα το βράδυ ο κουμπάρος με κάποιους συγγενείς πήγαιναν στο σπίτι της νύφης το «νυφικό». Η υποδοχή τύχαινε ανάλογη προς τους κουμπάρους, προσφέροντάς τους ότι καλλίτερο είχαν από φαγητά και πιοτά.
Την άλλη μέρα το πρωί με αρχηγό τον  κουμπάρο, μεγάλη ομάδα νεαρών παιδιών πήγαιναν   στο  σπίτι της νύφης και έπαιρναν την προίκα για να την πάνε στο σπίτι του γαμπρού. Τα βαριά αντικείμενα, μεταφερόταν με αυτοκίνητα (ή τρακτέρ)  και τα ελαφρά με τα χέρια. (Παρευρέθηκα προσωπικά σε «μετακόμιση» της προίκας στο σπίτι του γαμπρού, όπου η ντουλάπα των ρούχων δεν χώραγε από τον πρώτο όροφο και μεταφέρθηκε στον δεύτερο με σχοινιά τραβώντας και ανεβάζοντάς την από το μπαλκόνι).
     
Το απόγευμα της Κυριακής καλούσαν στο σπίτι   του γαμπρού τον κουρέα,                                                                                                                               
για να ξυρίσει τον γαμπρό, με τη συνοδεία λαϊκών οργάνων και τραγουδώντας το ανάλογο τραγούδι για την περίπτωση αυτή. Οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι τότε βγάζανε λεφτά και τα αφήνανε σε μια πετσέτα που ήταν στα πόδια του γαμπρού, μπαξίσι για τον μπαρμπέρη, μιας και έτσι υπέβαλλε το έθιμο.
       
Στη συνέχεια η μάνα του γαμπρού θυμιάτιζε τα ρούχα του, σακάκι, πουκάμισο, παντελόνι και γραβάτα, ντύνονταν ο γαμπρός και ήταν πλέον έτοιμος μαζί με τον κουμπάρο να ξεκινήσουν πομπή  για το σπίτι της νύφης.  Την ίδια ώρα στο σπίτι της νύφης, γινόταν το στόλισμά της το ντύσιμο και το χτένισμά της. Όταν έφθανε η ώρα η νύφη να φορέσει και τα παπούτσια της, οι ελεύθερες κοπέλες έγραφαν σ’ αυτά τα ονόματά τους, επειδή όπως λέγανε, μετά τις στέψεις όποιο όνομα σβηστεί, αυτή θα παντρευτεί πιο γρήγορα. Όλα αυτά τελείωναν λίγο πριν φθάσει στο σπίτι η πομπή του κουμπάρου με τον γαμπρό.
      
Με την άφιξη της πομπής ο κουμπάρος πήγαινε να πάρει τη νύφη και εκεί παιζόταν τα παζάρια από τις φίλες της νύφης, οι οποίες ζητούσαν κάποιο χρηματικό ποσό σαν αντάλλαγμα και όταν τελικά συμφωνούσαν, όλα ήταν έτοιμα για να ξεκινήσουν μαζί πλέον για την εκκλησιά.
 Η νύφη λίγο πριν το ξεκίνημα, ασπαζόταν τους γονείς της, τους συγγενείς της και τις φίλες. Στη συνέχεια έκανε τρεις μετάνοιες  και το σταυρό της και έβγαινε από το δωμάτιο. Στην έξοδο λίγο μετά την πόρτα του σπιτιού τοποθετούσαν ένα ποτήρι με κρασί, για να το κλωτσήσει με το δεξί πόδι η νύφη, να σπάσει το ποτήρι και να χυθεί το κρασί, για γούρι.
    Όλοι μαζί  πλέον σε μία πομπή κατευθυνότανε προς την εκκλησία, δίχως όμως να είναι δίπλα δίπλα  ο γαμπρός με τη νύφη. Στη διαδρομή τυχόν παρευρισκόμενοι στο δρόμο έριχναν στο γαμπρό και στη νύφη το ρύζι λέγοντάς τους και τις ανάλογες ευχές         «να    ζήσετε   και    με   πολλούς    απογόνους». Τυχόν ταυτόχρονα την ίδια ημερομηνία γινόταν και άλλος γάμος, δεν θα έπρεπε να ανταμωθούν οι δύο νύφες κατά τη διάρκεια της πομπής και αν συνέβαινε αυτό δεν κοίταζε ποτέ η μία την άλλη στο πρόσωπο.
     Φθάνοντας στην εκκλησία, ο παπάς έπαιρνε το γαμπρό και τη νύφη από το χέρι, τους έβαζε στο ναό και ακολουθούσε το μυστήριο. Τελειώνοντας τις στέψεις, όλοι οι παρευρισκόμενοι περνούσαν μπροστά από το αντρόγυνο για να ευχηθούν «να χαιρετήσουν τα στέφανα» και να κολλήσουν κάποιο χαρτονόμισμα  στο γαμπρό ή στη νύφη.
     Μόλις τέλειωνε και αυτή η διαδικασία, οι φίλοι του γαμπρού  ή οι φίλες της νύφης σήκωναν τον κουμπάρο ή την κουμπάρα στα χέρια για να τάξει κάτι σ’ αυτούς και μόλις ακουγόταν το τάξιμο, τους άφηναν ελεύθερους.
     Μετά πομπή και πάλι πήγαιναν, νύφη και γαμπρός μαζί πλέον, στο καινούργιο σπίτι και εκεί πριν μπουν μέσα θα έπρεπε να πατήσουν σίδερο, να μπουν με το δεξί και για το σκοπό αυτό τοποθετούσαν το γυνί από το αλέτρι , μιας και ήταν σιδερένιο. Επίσης με τον ερχομό της νύφης στο σπίτι της έδιναν να κρατήσει στην αγκαλιά της μικρό παιδί, για να αποκτήσουν απογόνους. Λέγανε δήθεν αν θα κράταγε αγόρι το πρώτο της παιδί θα ήταν αγόρι και το ανάλογο  αν θα κράταγε κορίτσι.
     Το γλέντι συνεχιζόταν με τους συγγενείς και τους κουμπάρους όχι όμως με τόση ένταση όση το Σαββατόβραδο. Κάποια στιγμή σχόλαγε και ο κάθε ένας πήγαινε στο σπίτι του. Μετά την πάροδο μιας εβδομάδας, το αντρόγυνο πήγαινε επίσκεψη στο σπίτι των κουμπάρων καθώς  και στο  πατρικό σπίτι της νύφης, όπου έτρωγαν και έπιναν όλοι μαζί.
     Σήμερα πολλά από τα παραπάνω τηρούνται ακόμη, πολλά όμως παραμελήθηκαν και αντικαταστήθηκαν  με καινούργια. Για παράδειγμα,  η τέλεση του μυστηρίου ποτέ δεν γινόταν Σάββατο και πάντα Κυριακή ή μεγάλη γιορτή, ενώ σήμερα το πλείστον των γάμων γίνονται ημέρα Σάββατο. Επίσης τα γλέντια γίνονταν πάντα πριν από τις στέψεις στα σπίτια και στις αυλές των μελλονύμφων, ενώ σήμερα γίνονται μετά το τέλος του μυστηρίου και ως συνήθως σε κάποιο κέντρο διασκέδασης.
     Δεν μπορούμε όμως να αμφισβητήσουμε και να πούμε πως δεν είναι αληθινό, ότι  με τις προδιαγραφές των εκείνων χρόνων, δίχως να υπάρχουν οι έρωτες και οι από κοντά γνωριμίες των ανθρώπων, φτιαχτήκαν οικογένειες και στέριωσαν, δημιουργήθηκαν νοικοκυριά, μεγάλωσαν παιδιά που προκόψανε και διαπρέψανε,  με πολλά βάσανα και στεναχώριες και με ανέσεις πολύ λιγότερες των σημερινών.  


Στις Κηδείες.

Όταν καταλαβαίνανε οι συγγενείς ότι κάποιου οι ώρες αρχίζουν να λιγοστεύουν, μαζευόταν στο σπίτι του ετοιμοθάνατου και τον φυλάγανε μέχρι να τελειώσει. Τα παιδιά ζητούσαν την ευχή  από τον γονέα, για να ευτυχήσουν στη ζωή τους και να είναι πάντα σύμφωνα  και αγαπημένα.
    
Με το που τελείωνε ο άνθρωπος, οι συγγενείς τον άλλαζαν με καινούργια καθαρά ρούχα και παπούτσια. Πολλές φορές μάλιστα αυτά τα ρούχα ήταν έτοιμα από πολύ πιο πριν για αυτή την αράδα όπως συνήθιζαν να λένε. Επιπλέον δε  μερικές φορές, υπήρχαν προ καιρού και τα σαβάνα έτοιμα, ιδίως στις περιπτώσεις που κάποιοι   είχαν επισκεφθεί  τους Αγίους Τόπους όπου υποχρεωτικά παίρνανε τα σάβανά τους από εκεί.
     Ο νεκρός μεταφερόταν ως συνήθως στο καλλίτερο δωμάτιο και εκεί τον ξενυχτούσαν οι συγγενείς και οι γείτονες μέχρι την άλλη μέρα που γινόταν η εκφορά στην εκκλησία και μετά στο νεκροταφείο. Στη διάρκεια της παραμονής στο σπίτι του, μετέβαιναν όλοι οι γνωστοί, συγγενείς, γείτονες  και φίλοι, για να ανάψουν κερί και να θυμιάσουν τον νεκρό. Συνήθιζαν δε να τοποθετούν στο φέρετρο και κάποιο νόμισμα, γιατί αυτό λέγανε πως ήταν «τα ναύλα» για να περάσει η ψυχή από τα εγκόσμια στον παράδεισο και έπρεπε να πληρωθούν. Επίσης κατά τη διάρκεια της παραμονής του νεκρού στο σπίτι διαβαζόταν και το Ψαλτήρι από τους συγγενείς της οικογένειας, που θεωρούσαν σαν μέσο κάθαρσης του δρόμου, που διένυε η ψυχή στο τελευταίο της ταξίδι από τα εγκόσμια στα επουράνια. Πολύ παλαιά το έργο αυτό επί σειρά ετών είχε αναλάβει ο Μίλιος Σωτήριος όπου παρευρισκόταν σε κάθε κηδεία και διάβαζε το Ψαλτήρι. Από τότε όμως που πέθανε κανείς δεν υπήρξε άξιος συνεχιστής του και το διάβασμα γινόταν από τους οικείους.
     Πολλές φορές και ιδιαίτερα όταν πέθαινε νεαρής ηλικίας άτομο, γυναίκες ως συνήθως τραγουδούσαν και τα μοιρολόγια, τραγούδια αφιερωμένα στο αδικοχαμένο άτομο. Παρευρέθηκα σε τέτοια περίπτωση και θυμάμαι μερικά λόγια που τραγουδήθηκαν από τον άντρα της συγχωρεμένης συζύγου του με πόνο ψυχής  έλεγε:  
                                                                                                   
 Περιπλεγμένη λεμονιά, περιπλεγμένη λεμονιά                                                                                  μεσ’στ’άνθη στολισμένη                                                                                         
 η ώρα που σ’ αγάπησα, η ώρα που σ’ αγάπησα              
ήταν ευλογημένη                                                              
και τώρα που χωρίζουμε  και τώρα που χωρίζουμε                                                                          
είναι καταραμένη….                                                                                                                     
     Την ημέρα της κηδείας επίσης από όσα είχαμε ακούσει, τα ζώα (άλογα και γαϊδούρια) είχαν διαφορετική συμπεριφορά επειδή χανόταν ο νοικοκύρης, το σκυλί ούρλιαζε «ουρλιούνταν» και τα βόδια δάκρυζαν. Ο καθρέφτης ήταν πάντα καλυμμένος με πανί γατί τη μέρα εκείνη δεν καθρεφτιζόταν και δεν χτενιζότανε.
     Την ώρα της εκφοράς ερχόταν ο ιερέας στο σπίτι μαζί με το ψάλτη και με ένα μικρό παιδί που κρατούσε το σταυρό και αν υπήρχαν και άλλα παιδιά κρατούσαν τα εξαπτέρυγα. Επάνω στο σταυρό και στα εξαπτέρυγα έδεναν κάποιο μαντήλι με λεφτά και τα παιδιά που τα κουβαλούσαν μετά το τέλος της τελετής τα παίρνανε ως ανταμοιβή για τον κόπο τους. Το μαντήλι όμως για να χρησιμοποιηθεί θα έπρεπε να παραμείνει πρώτα  τρείς (3) μέρες δεμένο σε στύλο.
     Παρούσα σε πολλές τέτοιες τελετές ήταν και η Φιλαρμονική Μουσική της Πρώτης η οποία με πένθιμα εμβατήρια συνόδευε τον νεκρό από το σπίτι μέχρι και τα κοιμητήρια.
     Ακολουθούσε η εκφορά του νεκρού από το σπίτι προς την εκκλησία και μετά κάποιες από τις γειτόνισσες αναλάμβαναν το σκούπισμα του σπιτιού. Φθάνοντας προς στην εκκλησία ο πένθιμος κτύπος της καμπάνας γινόταν πιο συχνός, μπαίνανε στην εκκλησία και άρχιζε η νεκρώσιμη ακολουθία. Στο τέλος της ακολουθίας οι συγγενείς πρώτου βαθμού αφού έκαναν τρεις μετάνοιες σε ένδειξη τιμής και σεβασμού προς τον νεκρό τον ασπαζόταν και  ακολουθούσαν οι γνωστοί και φίλοι.
     Στη συνέχεια μεταφέρανε το νεκρό στο κοιμητήριο,   γινόταν εκεί  η  επιτάφιος ακολουθία, η ταφή , μοιραζότανε      λίγο βρασμένο σιτάρι και μια ελιά με ελάχιστο ψωμί και μετά επιστρέφανε στο σπίτι.
     Εκεί ο ιερέας διάβαζε κάποιες ευχές, «την παρηγοριά» που λέγανε, και έδιναν σε όλους τους  παρευρισκόμενους  από ένα κομματάκι ψωμί βουτηγμένο σε κρασί. Προσφερότανε καφές μέχρι και φαγητό χωρίς κρέας σε όλους τους παρευρισκομένους και μετά όλοι περνούσαν μπροστά από τους συγγενείς, δίνανε τις συλλυπητήριες ευχές τους και αποχωρούσαν.
     Την επόμενη ημέρα ξαναπήγαιναν στο μνήμα όπου διάβαζαν το Tρισάγιο, λόγω παρέλευσης τριών ημερών από την ημερομηνία θανάτου. Το καντήλι στο μνήμα θα έπρεπε για σαράντα (40) ημέρες να είναι αναμμένο συνέχεια και γι’ αυτό επισκεπτόταν το μνήμα πρωί και βράδυ. Ακολουθούσε νηστεία από κρέας διάρκειας σαράντα (40) ημερών από όλη την οικογένεια και μετά το σαρανταήμερο μνημόσυνο, οι συγγενείς μεταλαβαίνανε τη Θεία Κοινωνία.
     Σήμερα αρκετά από τα παραπάνω τηρούνται ακόμη, κάποια όμως έχουν απλοποιηθεί. Παράδειγμα η μεταφορά του νεκρού γινόταν με τα χέρια ενώ σήμερα γίνεται με νεκροφόρα. Σε πολλές περιπτώσεις δεν γίνεται η εκφορά από το σπίτι στην εκκλησία αλλά μεταφέρουν το νεκρό απευθείας στην εκκλησία, καθώς επίσης το Ψαλτήρι που διαβαζόταν πριν, σήμερα δεν ξέρω αν ακόμη διαβάζεται και αν συνεχίζεται να τηρείται αυτή η συνήθεια.


Μνημόσυνα

    Το πρώτο μνημόσυνο που τελούνταν μετά την κηδεία, ήταν τα «τριήμερα» όπου τρεις (3) ημέρες μετά το θάνατο κάποιου   ή   την   επομένη   της  ταφής,  οι  συγγενείς  και γνωστοί (κυρίως γυναίκες) μεταβαίνανε στα μνήματα και εκεί στο τάφο του πρόσφατα εκλιπόντος ο ιερέας τελούσε τρισάγιο και διάβαζε τις ανάλογες ευχές για καλό παράδεισο και αιωνία μνήμη. Μαζί τους είχαν και ένα πιάτο με κόλλυβα και μετά το τέλος των ευχών μοιράζανε στους παρευρισκομένους από λίγα, για να συγχωρέσουν τον μακαρίτη. Η ίδια διαδικασία επαναλαμβανόταν μετά την παρέλευση εννέα (9) ημερών, στα «εννιάμερα».
      Στη συνέχεια και προτού την παρέλευση των σαράντα (40) ημερών τελούσαν το σαρανταήμερο μνημόσυνο το οποίο ως συνήθως γίνονταν ημέρα Κυριακή. Από το Σάββατο το βράδυ μετέβαιναν και πάλι συγγενείς και γνωστοί στα μνήματα, τελούνταν στον τάφο τρισάγιο  από τον ιερέα, μοιραζόταν κάποια μικρή ποσότητα από κόλλυβα και την επομένη ημέρα Κυριακή, προς το τέλος της Θείας Λειτουργίας  τελούνταν και η επιμνημόσυνη ακολουθία στην εκκλησία. Στη συνέχεια μοιραζόταν κόλλυβα σε όλους τους παρευρισκομένους στην εκκλησία καθώς και ένα κομμάτι ψωμιού που το ονομάζανε «λουκμούδι», για συγχώρεση. Μετά όλοι πήγαιναν στο σπίτι του μακαρίτη και εκεί σερβίρανε σε όλους από καφέ μέχρι και φαγητό.
Ανάλογο ήταν και το μνημόσυνο που τελούνταν μετά την παρέλευση ενός (1) έτους και στη συνέχεια  τριών (3) ετών κατά την εκταφή και την ανακομιδή των οστών.
Η ίδια περίπου διαδικασία τηρείται και σήμερα μόνο που ο καφές και το φαγητό προσφέρονται σε αίθουσα δεξιώσεων του χωριού δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου ή σε κάποιο από τα  καφενεία του χωριού και η ημέρα τέλεσης του μνημόσυνου αντί Κυριακής μπορεί να γίνει και ημέρα Σάββατο.

........Συνεχεια........ 

Επιμέλεια ανάρτηση από: Νούνης Π.Παύλος

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg