Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Πρώτη Σερρών :Βιβλίο ενότητα τρίτη: ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ αφιέρωμα στον αγαπητό φίλο και χωριανό μου για την καταπληκτική συγγραφική δουλειά ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΘ. ΔΑΣΚΑΛΟΥΔΗ




ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ
Παναγιώτης Αθ. Δασκαλούδης

ΛΟΧΑΓΟΣ (ΠΒ) Ε.Α.


Σχόλιο του blog :Αγαπητοί μου φίλοι και φίλες
Καλησπέρα σας , εύχομαι στον κάθε ένα και  στην κάθε μία από εσάς υγεία ευτυχία και ειρήνη.
Σήμερα σας παρουσιάζω τον αγαπημένο φίλο και συγχωριανού μου, Παναγιώτη Α. Δασκαλούδη συγγραφέα δύο εκπληκτικών βιβλίων με θέμα:
τα ήθη , τα  έθιμα , τις παραδόσεις και ντόπιο λαλιές του χωριού μας. 
Είναι ένα έργο πολύ σημαντικό, μιας και η συγκέντρωση, η έρευνα και αξιολόγηση του υλικού, η ταξινόμηση και επεξεργασία του, απαιτεί υπομονή-επιμονή και κατάθεση ψυχής.
Οι αναγνώστες των βιβλίων, οι νεότεροι θα μάθουν και θα αποκτήσουν γέφυρα με το παρελθόν και την κουλτούρα μιας άλλης εποχής που έχει άμεση σχέση με την πολιτισμό  μας και οι μεγαλύτεροι θα θυμηθούν στιγμές χαράς και θλίψης, κομμάτια ζωής που έχουν περάσει και μένουν άσβεστα στην μνήμη της ψυχής τους. 
Αγαπητέ Παναγιώτη, θερμά συγχαρητήρια για το δημιουργικό σου εγχείρημα , μια καταγραφή ενός ολόκληρου πολιτισμού της αγαπημένης μας Πρώτης. 
Τα θερμά συγχαρητήρια μας για την προσπάθεια και ελπίζω οι φίλοι και οι φίλες αναγνώστες να το αναδείξουν πρώτο στην καρδιά τους και στην σκέψη τους.
Άποψη του blog μας είναι ότι αυτά τα βιβλία πρέπει να βρίσκονται στην βιβλιοθήκη του Δήμου Πρώτης και γνωρίζω την ευαισθησία του Δήμου μας  για τα πολιτιστικά δρώμενα  τα ήθη και τα έθιμα του χωριού μας και της περιοχής.
Σημαντικά και χρήσιμα ..εργαλεία για τα ήθη και τα έθιμα μας.
Έχει γράψει 2 βιβλία τα οποία  είναι
1) ΠΡΩΤΑΙΙΚΟΙ ΑΝΤΙΛΑΛΟΙ ΜΑΡΤΙΟΣ 2010
2) ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΜΑΣ ΜΟΥΧΑΜΠΕΤΙΑ
Σήμερα σας παρουσιάζω το πρώτο.
Επειδή  ο όγκος του βιβλίου είναι αρκετά μεγάλος
 και η ανάρτηση στο blog είναι δύσκολη 
θα σας το παρουσιάσω σε ενότητες.

Νούνης Π.Παύλος

ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΡΙΤΗ

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ
ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΣΗΔΑΙΜΟΝΙΕΣ

Παιχνίδια.

Κουτσός λύκος.


Σε μια μεγάλη ομάδα παιδιών, ως συνήθως αγοριών, με κλήρωση επιλεγόταν αυτός που θα έκανε τον κουτσό λύκο και οριοθετούνταν η φωλιά του η οποία κάλυπτε έκταση ενός (1) τετραγωνικού μέτρου περίπου. Στο μέρος αυτό μόνο μπορούσε ο κουτσός λύκος να πατήσει με τα δύο του πόδια, ενώ έξω από τη φωλιά θα έπρεπε να πατάει στο ένα μόνο πόδι και με κουτσό να προσπαθήσει να πιάσει κάποιον. Εν τω μεταξύ οι υπόλοιποι της ομάδας προσπαθούσαν να χτυπήσουν τον κουτσό λύκο κλωτσιές και αυτός με τη σειρά του να τους αποφύγει. Παράλληλα όμως αυτός προσπαθούσε να γραπώσει κάποιον, ο οποίος στη συνέχεια θα έκανε τον κουτσό λύκο. Στην περίπτωση που τον έπιανε άρχιζε να τον κλωτσά και ο καινούργιος υποψήφιος κουτσός λύκος έτρεχε να μπει μέσα στη φωλιά του για να μη τις φάει και από άλλους, γιατί μόνο στη φωλιά δεν επιτρεπότανε οι κλωτσιές. Επίσης στην περίπτωση που πατούσε ο κουτσός λύκος έξω από τη φωλιά του με τα δύο πόδια, οι κλωτσιές έπεφταν από τους άλλους σωρηδόν και έτρεχε να μπει στη φωλιά του για να τις αποφύγει…  


Τρούδι.

     Παιζόταν από δύο άτομα αγόρια ή κορίτσια, τα οποία  χαράζανε στο τσιμέντο ως συνήθως με κεραμίδα ένα τετράγωνο    με     τις     διαμέσους    των    γωνιών  και τις μεσοκαθέτους των πλευρών του και τοποθετούσαν τρία πιόνια εναλλάξ ο κάθε παίκτης. Τα πιόνια δεν ήταν τίποτα άλλο από μικρά κομμάτια ξύλου και μικρές πέτρες. Προσπαθούσαν όμως οι παίκτες τοποθετώντας με τέτοιο τρόπο τα πιόνια, να μην αφήσει ο ένας τον άλλο να τοποθετήσει στη σειρά σε μία ευθεία διαγώνια ή κάθετη  τρία όμοια πιόνια, γιατί θα θεωρούνταν νίκη. Τελικά με διαφορετικές κινήσεις, με τη σειρά και εναλλάξ, του ενός και του άλλου παίκτη κάποτε δημιουργούνταν η ευθεία με τα τρία πιόνια και έλεγαν «έγινει τρούδι» και τελείωνε το παιχνίδι. Σήμερα το ονομάζουμε τρίλιζα.


Ζγκουργιάρκου τηλέφωνου.

     Παιζόταν με πολλούς παίκτες αγόρια και κορίτσια οι οποίοι καθότανε στη σειρά. Ο πρώτος της σειράς με δική του επιλογή αποφάσιζε να πει μια λέξη σιγανά στο αυτί του επόμενου. Αυτός στη συνέχεια ψιθύριζε τη λέξη στον επόμενο, αυτός στον μεθεπόμενο μέχρι που έφταναν στον τελευταίο. Η ουσία του παιχνιδιού ήταν να μεταβιβαστεί ατόφια, όπως πρωτοείπε τη λέξη ο πρώτος παίκτης, και να ακουστεί από τον τελευταίο δυνατά η ίδια αρχική λέξη. Τις περισσότερες φορές όμως, επειδή αυτή μεταφερόταν από αυτί σε αυτί πολύ σιγά και ψιθυριστά, έφτανε στον τελευταίο παίκτη διαφορετική και αλλοιωμένη και τότε ξανά και πάλι από την αρχή μέχρι που να ανακοινωθεί η λέξη η ίδια από τον τελευταίο παίκτη και να αντικατασταθεί τελικά  ο πρώτος από τον τελευταίο. Ο πρώην πρώτος παίκτης γινόταν τώρα δεύτερος στη σειρά, ο προτελευταίος τελευταίος και το παιχνίδι συνεχιζόταν…    


Το λουρί της μάνας.

     Παιζόταν με πολλούς παίκτες ως συνήθως με αγόρια και με κλήρωση επιλεγόταν «η μάνα». Αυτός που έκανε τη  «μάνα» κρατούσε στα χέρια του ένα λουρί και επέλεγε από μόνος του μία λέξη της οποίας έλεγε μόνο το πρώτο και το τελευταίο γράμμα. Για παράδειγμα έλεγε ότι η λέξη αρχίζει από π.. και τελειώνει σε ..ι υπονοώντας τη λέξη «παντελόνι». Όλοι οι παίκτες προσπαθούσαν να βρουν τη λέξη αυτή λέγοντας οποιαδήποτε άρχιζε από π… και τελείωνε σε …ι μέχρι κάποιος να μαντέψει την κανονική. Όταν τελικά βρισκόταν από κάποιον η λέξη, η «μάνα» έλεγε δυνατά «ναι» και αυτός που εύρισκε τη λέξη έπαιρνε το λουρί και όποιον έβρισκε μπροστά του τον χτύπαγε αλύπητα. Όλοι οι παίκτες εκτός από τη «μάνα»  έπρεπε να τρέξουν μακριά για να αποφύγουν τις ξυλιές,  αλλά όταν όμως η «μάνα» φώναζε δυνατά «το λουρί της μάνας», αυτός που είχε το λουρί έπρεπε να τρέξει από όλους πιο γρήγορα και να το παραδώσει στη «μάνα». Στη διαδρομή αυτή είχε το δικαίωμα ο κάθε παίκτης να τρέξει κατά πάνω του και να τον χτυπήσει στην πλάτη. Οι συμπαίκτες σταματούσαν το χτύπημα, όταν αυτός κατάφερνε και παρέδιδε το περιζήτητο λουρί στη «μάνα». Στη συνέχεια τη «μάνα» έκανε αυτός που βρήκε προηγουμένως τη λέξη και το παιχνίδι συνεχιζότανε…  


Βεζίρης.

     Παιχνίδι που παιζόταν με πολλά άτομα και με ένα ζάρι το οποίο ήταν ένα κόκκαλο από τετράποδο ζώο (κατσίκα αγελάδα κλπ) το λεγόμενο κότσι. Ο παίκτης έριχνε το κόκκαλο και ανάλογα με τη θέση που έπαιρνε αυτό καθορίζονταν και ο ρόλος του στο παιχνίδι. Οι θέσεις του κόκκαλου ήταν τέσσερις (4). Η κυρτή μικρή πλαϊνή ονομαζόταν Βασιλιάς, η κοίλη μικρή Βεζίρης, η κυρτή μεγάλη Ψωμάς και η κοίλη μεγάλη Κλέφτης, που ήταν και ο πιο άτυχος. Ο Βασιλιάς διέταζε, ο Βεζίρης εκτελούσε (χτυπούσε με το λουρί όσες ξυλιές θα διέταζε ο Βασιλιάς να δώσει στον «τυχερό» κλέφτη), ο Ψωμάς έμενε ανέπαφος (κάτι σαν πάσο) και συνέχιζε ο επόμενος παίχτης και τέλος ο Κλέφτης ήταν αυτός που δεχόταν να φάει τις ξυλιές  που διέταζε ο Βασιλιάς, από τον Βεζίρη με το λουρί. Σε περίπτωση που Βεζίρης και Βασιλιάς συνέπιπτε να είναι το ίδιο άτομο, δεν θα έπρεπε να μιλήσει καθόλου και αποφάσιζε και εκτελούσε σιωπηλά την τιμωρία του «τυχερού» Κλέφτη.


Τσιανταλίνα μανταλίνα.

     Το παιχνίδι αυτό παιζότανε μόνο από αγόρια τα οποία χωριζότανε   σε   δύο   ομάδες.  Ένα αγόρι από την ομάδα στεκόταν όρθιο και οι υπόλοιποι έσκυβαν και έβαζαν το κεφάλι τους στα σκέλια του άλλου έτσι ώστε να σχηματισθεί μία ενιαία γραμμή που να φαίνονται μόνο σκυμμένες πλάτες.  Όταν έπαιρναν τελικά την στάση αυτή, τότε από την απέναντι ομάδα ένας ένας έτρεχε και πηδούσε στις πλάτες και όπου βρεθεί βρέθηκε. Μόλις πήδαγε και ο τελευταίος,  ο πρώτος ρωτούσε και έλεγε: «Τσιανταλίνα μανταλίνα κι ζτου κώλους μια σουλήνα πόσα είνει αυτά;» και έδειχνε κάποια δάχτυλα των χεριών του. Αν ο πρώτος από κάτω το μάντευε, μόνο τότε αναστρεφόταν οι όροι και άλλαζαν θέσεις οι ομάδες. Το ίδιο συνέβαινε και στην περίπτωση που κάποιος από αυτούς που ήταν καβάλα στις πλάτες των άλλων, πατούσε δίχως βέβαια να θέλει στη γη.


Κουμπανιά.

     Παιχνίδι ομαδικού κυνηγητού που παιζόταν με αγόρια και κορίτσια. Μαζεύονταν όλοι και για να βγουν αυτοί που θα «φυλάνε» προχωρούσαν σε λεκτικό κλήρο και έλεγαν: «Κουμπανιά, ποιος φουνάζει Μαριγώ, κασάτου παγουτό, τσιπ το» και ταυτόχρονα κουνούσαν το ένα τους χέρι πάνω κάτω μέχρι που τελείωνε το «τραγούδι» και ακινητοποιούσαν τεντωμένο το χέρι με την παλάμη ανοιχτή προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Αυτοί που ήταν οι λιγότεροι με την ίδια θέση της παλάμης εξέρχονταν της ομάδας, επαναλαμβανότανε ξανά η διαδικασία μέχρι να μείνουν τέσσερα ή τρία άτομα, τα οποία στη συνέχεια θα κυνηγούσαν τους υπόλοιπους. Ορίζονταν η φωλιά έκτασης ενός (1)  μέχρι δύο (2) τετραγωνικών μέτρων και συνήθως σε γωνία σπιτιού και άρχιζε το κυνηγητό. Όποιον έπιαναν το έβαζαν μέσα στη φωλιά και ένας θα έπρεπε να φυλάει τους πιασμένους, γιατί μπορούσε κάποιος από τους άλλους να πλησιάσει τη φωλιά και να τους ελευθερώσει ακουμπώντας τους στο χέρι. Αυτό το κυνηγητό συνεχιζόταν και διαρκούσε μέχρι να πιαστεί και ο τελευταίος και μετά ξανά από την αρχή «Κουμπανιά …» όλη η ομάδα και το παιχνίδι καλά κρατούσε.


Φλιόγκαρος.

     Κοριτσίστικο παιχνίδι, όπου στο τσιμέντο ή στο χώμα χαράζανε κύκλο διαμέτρου περίπου δύο (2) μέτρων και τον χωρίζανε σε (4) τέσσερα τεταρτημόρια. Στη συνέχεια προσθέτανε από κάτω από τον κύκλο και δύο (2) ή τρία (3) τετράγωνα πλευράς όχι μεγαλύτερης του ενός (1) μέτρου, και με το ένα μόνο πόδι κάνοντας «κουτσό», προσπαθούσαν να πηδήξουν από το ένα κουτάκι-τεταρτημόριο στο άλλο δίχως να πατήσουν γραμμές, μεταφέροντας ταυτόχρονα με το πόδι τους μια πλατιά μικρών διαστάσεων πέτρα την «μάδα». Ούτε  και αυτή έπρεπε να σταματήσει επάνω σε κάποια γραμμή. Εάν το πόδι ή η «μάδα» εφάπτονταν κάποιας γραμμής τότε η παίκτρια έχανε και νικήτρια ήταν αυτή που περνούσε όλα τα κουτάκια – τεταρτημόρια, δίχως να πατήσει κάποια γραμμή, ούτε αυτή ούτε η «μάδα».    

 
 Η Φιλαρμονική της Πρώτης από  παρελάσεις  σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80 
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (1)

Γιανκούλδις.

     Παιχνίδι σαν το ομαδικό κρυφτό, κυρίως αγοριών. Παιζόταν με δύο ομάδες. Κάθε ομάδα είχε τον αρχηγό της και με κλήρο  αποφάσιζαν  ποια  ομάδα θα κρυφτεί πρώτη ενώ η άλλη θα προσπαθούσε να τους βρει. Ο αρχηγός όμως της πρώτης ομάδας θα έπρεπε να κρυφτεί πάρα πολύ καλά, γιατί ακόμη και αν έβρισκαν όλα τα μέλη της ομάδας που ήταν κρυμμένα, αν δεν έβρισκαν τον αρχηγό δεν κέρδιζαν τη νίκη. Αν όμως έβρισκαν πρώτα τον αρχηγό, όφειλαν και οι υπόλοιποι να φανερωθούν γιατί έτσι ήταν ο όρος του παιχνιδιού. Μετά από αυτό οι ρόλοι των δύο ομάδων άλλαζαν. Σε περίπτωση που δεν μπορούσαν να βρουν τον αρχηγό αυτός φανερώνονταν από μόνος του και συνεχιζόταν ξανά το παιχνίδι δίχως την αλλαγή των ρόλων των δύο ομάδων.


Μηλάκια.

     Ομαδικό παιχνίδι που παίζονταν από αγόρια και κορίτσια με μπάλα. Χωριζόταν οι παίκτες σε δύο ομάδες και με κλήρο αποφασίζανε ποιοι θα είναι «μέσα» και ποιοι θα είναι «έξω». Σε μία γραμμή παρατάσσονταν οι μισοί παίκτες της «έξω» ομάδας και μετά σε μία απόσταση έξι (6)-επτά (7) μέτρων απέναντι ακριβώς οι άλλοι μισοί. Στη μέση παρεμβάλλονταν όλοι οι παίκτες της «μέσα» ομάδας. Πετούσαν τη μπάλα από τη μία άκρη στη άλλη με σκαστές μπαλιές και όποιον ακούμπαγε η μπάλα καιγότανε. Σε περίπτωση που κάποιος τύχαινε να πιάσει την μπάλα στον αέρα προτού χτυπήσει κάτω, έπαιρνε ένα «μηλάκι», δηλαδή μια ζωή επιπλέον. Το παιχνίδι συνεχιζότανε μέχρι να καεί  ο προτελευταίος  παίκτης. Ο τελευταίος  που ονομαζότανε «πουλάκι» έπρεπε να καεί με δέκα (10) ριξιές της μπάλας. Αν δεν καιγότανε, οι ρόλοι του παιχνιδιού δεν αλλάζανε και το παιχνίδι συνεχιζόταν… 


Πιντόφλα.

     Παιζότανε κυρίως από κορίτσια. Τα «πιντόφλα» δεν ήταν τίποτε άλλο από μικρές πέτρες (χαλίκια) που το σύνολό τους ήταν περίπου δέκα (10) τα οποία στρώνονταν καταγής. Η κάθε παίκτρια πετούσε ένα (1) «πιντόφλο» ψηλά στον αέρα και προτού αυτό πέσει στο έδαφος έπρεπε να προλάβει να πάρει άλλο ένα από κάτω αλλά και να πιάσει αυτό που είχε ήδη πετάξει. Στο χέρι υπήρχαν πλέον δύο (2) «πιντόφλα» τα οποία άφηνε στην άκρη και συνεχιζόταν το παιχνίδι μέχρι να τελειώσουν όλα τα «πιντόφλα». Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής η παίκτρια  έπαιρνε όλα τα «πιντόφλα» στις χούφτες της, τα πέταγε λίγο προς τα πάνω σε χαμηλό ύψος ίσα ίσα που προλάβαινε και γυρνούσε τις παλάμες από την άλλη μεριά λέγοντας «τσιορ τσιοπ». Τα «πιντόφλα» θα έπρεπε να είναι όλα τώρα επάνω στις παλάμες και δεν θα έπρεπε να πέσει κανένα κάτω. Νικήτρια ήταν αυτή που είχε τα περισσότερα «πιντόφλα» στα χέρια.  


Σβέντσιους.

     Ομαδικό παιχνίδι που παιζόταν κυρίως από αγόρια. Βασική προϋπόθεση για τη διεξαγωγή του παιχνιδιού ήταν η ύπαρξη αλάνας. Σε κυκλική περίπου τροχιά χαραζόταν στο έδαφος οι φωλιές του κάθε ενός παίκτη που ήταν  μικροί κύκλοι διαμέτρου πενήντα  (50) εκατοστών. Ο κάθε παίκτης είχε μία μεγάλη  χοντρή βέργα «τσιουμάκα» και γινόταν κλήρωση ποιος θα ήταν αυτός που θα φύλαγε, ο οποίος θα είχε και ένα τενεκεδάκι από γάλα Νουνού. Στη συνέχεια οι παίκτες καταλάμβαναν τις θέσεις τους και αυτός που φύλαγε βρισκόταν στη μέση της αλάνας μαζί με το τενεκεδάκι. Ο παίχτης που φύλαγε πλησίαζε κάποιον παίκτη χτυπώντας ταυτόχρονα χαλαρά με την «τσιουμάκα» του το τενεκεδάκι. Ο παίκτης που βρισκόταν στη φωλιά του προσπαθούσε από τη μια να απομακρύνει το τενεκεδάκι απ’ αυτόν, από την άλλη όμως φρόντιζε να  ακουμπάει η «τσιουμάκα» του μέσα στη φωλιά του. Ο παίκτης με το τενεκεδάκι στόχο είχε να ακουμπήσει τη δικιά του «τσιουμάκα» μέσα στη φωλιά του συμπαίκτη του, όταν ο συμπαίκτης δεν ακούμπαγε στη φωλιά τη δική του «τσιουμάκα», τότε που προσπαθούσε να χτηπήσει το τενεκεδάκι και να το απομακρύνει από κοντά του. Όταν όμως το τενεκεδάκι έτρωγε μια για γερή «τσιουμακιά» από κάποιον παίκτη και πήγαινε μακριά, έπρεπε ο παίκτης που φύλαγε να πάει να το φέρει πάλι προς το κέντρο με τη δικιά του «τσιουμάκα». Τελικά αντιστρέφονταν οι ρόλοι μεταξύ  δύο παιχτών, αν κατάφερνε αυτός που φύλαγε να ακουμπήσει την «τσιουμάκα» του στη  φωλιά κάποιου άλλου συμπαίκτη του .


Τζίζι.

     Παιζόταν με αγόρια κυρίως αλλά και με κορίτσια. Με κλήρωση έβγαινε αυτός που θα φυλούσε και έβαζε το ένα χέρι κάτω από τη μασχάλη του άλλου χεριού έτσι ώστε η παλάμη να είναι ανοιχτή προς το μέρος των πλευρών. Με το άλλο χέρι κάλυπτε την πλευρά του προσώπου του για να μη υπάρχει πλήρης ορατότητα και έπαιρνε θέση. Από τους υπόλοιπους  παίκτες χτυπούσε ένας  δυνατά στη τεντωμένη παλάμη και μόλις γύριζε αυτός που φύλαγε έπρεπε να βρει ποιος τον κτύπησε. Αν δεν τον έβρισκε η διαδικασία συνεχιζόταν μέχρι να βρεθεί αυτός που χτύπησε την παλάμη και τότε οι ρόλοι άλλαζαν και το παιχνίδι συνεχιζόταν…


Ιλιφθιρία  (Ελευθερία)- Τζιάμους (Τζαμί).

     Ομαδικό παιχνίδι όπου συμμετείχαν αγόρια και κορίτσια. Παιζότανε σε αλάνα και με κλήρωση έβγαινε αυτός που θα φυλούσε. Σε κάποιο σημείο της αλάνας αυτός που φυλούσε χάραζε μία ευθεία γραμμή. Στο κέντρο τοποθετούσε ένα τενεκεδάκι γάλακτος Νουνού και καθότανε στην άκρη της γραμμής. Στην απέναντι μεριά και σε απόσταση επτά (7) με οκτώ (8) μέτρων χαράζανε τη δεύτερη γραμμή και παρατασσόταν όλοι οι υπόλοιποι παίκτες σε ένα ζυγό. Ο καθένας είχε μια «μάδα» (πλατιά πέτρα διαμέτρου 10 εκατοστών) και έριχνε τη «μάδα» του με σκοπό να χτυπήσει το τενεκεδάκι. Αν τελικά κάποιος παίχτης χτυπούσε το τενεκεδάκι, τότε έπρεπε αυτός που φύλαγε να τρέξει να ξανατοποθετήσει το τενεκεδάκι στη θέση του και ταυτόχρονα να γραπώσει κάποιον από τους παίκτες. Αυτοί όφειλαν τρέχοντας να πάνε να πάρουν τις «μάδες» τους στο σημείο όπου είχαν πέσει και  να επιστρέψουν στο αρχικό όριο της γραμμής τους. Αν δεν προλάβαινε να πιάσει  κανένα,  επειδή  το  τενεκεδάκι  ίσως είχε πάει πολύ μακριά, η διαδικασία συνεχιζόταν. Αν όμως έπιανε κάποιον παίχτη οι ρόλοι αντιστρεφόταν.  Φωνάζανε  «κινούργιους παπάς μι κόκκινα τα γένια» χτυπώντας ελαφρά το τενεκεδάκι με τη «μάδα»  και το παιχνίδι συνεχιζόταν… Παρόμοιο ήταν και ο «Τζιάμους» (τζαμί) όπου αντί για τενεκεδάκι, μικρές κεραμιδένιες πέτρες τοποθετημένες η μία πάνω στη άλλη σχημάτιζαν υποτίθεται κάποιο τζαμί. Επίσης η διαφορά μεταξύ των δύο παιχνιδιών ήταν ότι στην «ιλιφθιρία» οι παίκτες πετούσαν «μάδες», ενώ στον «τζιάμουν» έριχναν μπάλα.


Τσιλίκι τσιουμάκι.

     Παιζόταν από δύο άτομα. Τα σύνεργα ήταν πολύ απλά. Το «τσιουμάκι» και το «τσιλίκι». Το τσιουμάκι ήταν μια βέργα μήκους περίπου ενός (1) μέτρου, χοντρή περίπου μέχρι δύο (2) εκατοστά και το τσιλίκι ένα ξύλο μήκους περίπου μέχρι είκοσι (20) εκατοστά, χοντρό περίπου μέχρι ένα (1) εκατοστό. Οριοθετούνταν ο «τούρλους» η βάση που καθόταν αυτός που θα βάραγε το τσιλίκι και το παιχνίδι άρχιζε. Αυτός που κράταγε τη βέργα, το «τσιουμάκι», πέταγε στον αέρα το μικρό ξύλο, το «τσιλίκι» και με τη μεγάλη βέργα χτύπαγε το μικρό ξύλο «του τσιαλντούσει», προκειμένου να πάει αυτό όσο πιο μακριά γινόταν. Ο άλλος παίκτης όφειλε να πάει εκεί που είχε πέσει το «τσιλίκι» και στη συνέχεια με  τα  χέρια να  προσπαθήσει να το ρίξει στην περιοχή της βάσης «ζτου τούρλου». Αν το «τσιλίκι» έπεφτε κοντά στη βάση και σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από το μήκος της βέργας, τότε αντιστρέφονταν οι ρόλοι. Αν όμως δεν έπεφτε κοντά, τότε αυτός που βάραγε «τσιαλντούσει», ξαναχτύπαγε το «τσιλίκι» από το σημείο που είχε πέσει και η απόσταση πολλές φορές μεγάλωνε. Αν πάλι ο δεύτερος παίκτης έπιανε στον αέρα το «τσιλίκι» που είχε «τσιαλτήσει» ο πρώτος παίκτης, τότε αυτόματα αντιστρέφονταν οι ρόλοι. Επίσης αν αυτός που «τσιαλντούσει» αστοχούσε για τρείς (3) φορές να χτυπήσει το «τσιλίκι» με το «τσιουμάκι», τότε και πάλι αντιστρεφόταν οι όροι.


Η Φιλαρμονική της Πρώτης από  παρελάσεις  σε Εθνικές Εορτές αρχές δεκαετίας 80 
Αρχείο Π. Δασκαλούδη (2)  


Παραμύθια.


Του καζάνι σ Χότζια.

     Μια φουρά κι έναν κιρό η Χότζιας πήγει ζτου γείτουνα να δανειστεί του καζάνι τ.
-Αμαν ρε γείτουνα μπουρείς να μι δώεις για λίγου του καζάνις;
-Να στου δώσου ρε γείτουνα ντουν είπει.
Η Χότζιας πήρει του καζάνι έκανει ντη δλειά τ κι μητά πήγει ζτου γείτουνα του καζάνι μι ένα ντιτζιρούδι μαζί.
-Γείτουνα πάρει του καζάνι μαζί μι αυτό.
-Τι είναι πάλι αυτό ρε Χότζια μ;
-Α δε ξέρς;  Του πιδί απ΄του καζάνι. Χτες γένσει του καζάνι αυτό του πράμα.
-Τι λές ρε Χότζια μ μπράβου.
     Η γείτουνας κατάλαβει ότι Χότζιας ήθηλει να ντουν ευχαριστήσει κι πήρει μαζί μι του καζάνι κι του ντιτζιρούδι.
     Μητά απού ένα μήνα ξαναπήγει Χότζιας ζτου γείτουνα κι ντουν είπει να ντου ξαναδώσει του καζάνι. Η γείτουνας μι μιγάλι χαρά έχουντας ουμούτι  ότι θα ντουν έφιρνει Χότζιας μαζί μι του καζάνι πάλι ντιτζιρούδι, ξανάδουσει του καζάνι. Πέρασει κιρός αλλά χότζιας άφανους. Μιτά απού λίγου κιρό, είδει γείτουνας ντου Χότζια κι ντου ρώτσει:
-Πούνει του καζάνι ρε Χότζια γιατί δε του φιρεις;
-Αχ γείτουνα μ τι να σι πώ, του καζάνι μας άφσει, σχουρέθκει…
-Τι είνει αυτό που λές ρε Χότζια μ;
-Τι να σι πώ του καζάνι ψώφσει.
-Μη κουρουιδεύς ρε Χότζα πιθαίνουν πουτέ τα καζάνια;
-Αμ πιθαίνουν γείτουναμ πιθαίνουν….. κι αν θέλς πάμει κι ζτου δικαστή μαζί να δγιούμει τι θα μας πει κι αυτός.
     Σαν πήγαν ζτου δικαστή ντου ρώτσει η Χότζιας:
-Πέμει δικαστή μ, αυτά που γιννάν πιθαίνουν κιόλας για όχι;
-Πιθαίνουν είπι δικαστής πιθαίνουν….
-Του καζάνι ντ γείτουνα είχει γιννήσει ένα ντιτζιρούδι και του πήρει γείτουνας για να του μιγαλώσει… Λέου ψέματα ρε γείτουνα, όταν γέννσει του καζάνι δε πήρεις του ντιτζιρούδι, δε του παραδέχισει;
     Η γείτουνας αναγκάσκει να του παραδιχθεί κι η δικαστής δικαίουσει ντου Χότζια λέγουντας ότι του καζάνι ψώφσει.


Η  νύφη που έκλανει πουλύ.

     Μια φουρά κι έναν κιρό ήταν μια νύφη που έκλανει πουλύ, κι ντη πήγαν σι έναν διαγουνισμό, ποιος θα κάνει χίλις (1000)  πουρδές, για να πάρει του βραβείου.
     Σαν έφτασαν ικεί που γίνουνταν διαγουνισμός ήταν κι άλλις νύφις κι ξικίνσαν μι ντη σειρά να κλάνουν. Πάει μια νύφη άρχισει να κλάνει, έκανι κατό, διακόσις πιντακόσις μιτά σταμάτσει. Πάει άλλη νύφη άρχισι να κλάνει  έκανει κατό,  διακόσις, πιντακόσις ιξακόσις μιτά σταμάτσει κι αυτήνα. Πάει κι η θκιά μας νύφη άρχισει να κλάνει κι μπίτζμα δεν είχει. Κατό διακόσις, τριακόσις, τιτρακόσις,  ουχτακόσις ινιακόσις, η νύφη άρχισι να ζουρίζιτει.
-Ντέ μπρε νύφη κάνει κόμα καμπόσεις να πάρουμει του βραβείου ντην ήληγαν κι η νύφη όλου κι πιο πουλύ σφίγγουνταν κι οι πουρδές ανέβναν μέχρι που έφτασαν στις ιννιακόσις ιννηνήντα  ιννιά .
-Ντε μπρε νύφη ακόμα μία πουρδή να πάρουμει του βραβείου ντην ήλιγαν.
-Δε μπουρώ σι λεν, ήλιγει η νύφη.
-Μαρή ζουρστούς λίγου ντη ξανάλιγαν κι η νύφη όλου κι πιο πουλύ ζουρίζταν.
     Τιλικά από του πουλύ του ζόρζμα σ νύφς, βγήκαν τα άντιρατς  απ ντου κόλουτς κι η νύφη δε ξαναέκαλσει πλιά, μέχρι που ψώφσει. 


Η πάππους κι η γιαγιά κι τα πουλλά πιδούδια.

      Μια φουρά κι έναν κιρό ήταν ένας πάππους κι μια γιαγιά κι είχαν πουλά πιδούδια. Του ένα ίλιγει ψουμί θέλου. Του άλλου ίλιγει φαϊ θέλου. Του άλλου ίλιγει παντουλόνι θέλου. Του άλλου ίλιγει σακάκι θέλου. Του άλλου ίλιγει φράγγου θέλου…. Όλα και κάτι ούλου ήθηλαν κι συνέχεια τσ ζάλιζαν. Παίρνει μια μέρα κι πάππους του τσιουμάκι κι σιάτα σιούτα ξύλιασει τα πιδούδια κι όλα έγιναν άφανα. Ένα πιδούδι όμως πουνηρό πήγι κι κρύφκει κάτ απού ντη μαλαβίκα. Πάει πάππους να αρμέξει ντην αγιλάδα φουνάζει τότι του πιδούδι:
-Πάππου του βρακίς φαίνητει.
-Αϊ έκανι πάπους τι μπρε γίνιτει δω πέρα;
Παένει ζ μπάμπου και ντ λέει:
-Μαρή μπάμπου θα πιδούδι μι ακούσκει ικεί πέρα.
-Α ρε πάππου έτσι θα σι φάνκει ντουν απάντσει.
Πάει μιτά γιαγιά να αρμέξει ντην αγιλάδα φουνάζει πάλι του πιδούδι:
-Γιαγιά του βρακίς φαίνητει.
-Αϊ έκανει κι η γιαγιά κι πήγει στου πάππου κι ντουν είπει:
-Αρέ πάππου δίκιου έχς πιδούδι ακούητει αλλά απού που δε μπουρώ να καταλάβου.
Κι άρχισαν να νικατεύουν κι να σχιούντει μπέλκι βρουν που ήταν κρυμένου του πιδούδι. Τιλικά μητά απού πουλύ ψάξμου μπόρησαν κι βρήκαν του πιδούδι που ήταν κρυμένου ζ μαλαβίκα απού κάτ κι άρχισαν να του καμαρώνουν κι ήληγαν:
-Έλα ιδώ πιδούδιμ έλα, δεν έκαναμει καλά που σας ξύλιασαμει κι γίνκατει όλα άφανα. Απόμναμει θα σ κούκοι, έλα. Κι του αγγάλιασαν κι του έβαλαν μές στου σπίτι κι τνάλλη ντη μέρα πήγαν κι του ψούνσαν κι παντουλόνι κι  σακάκι, του έδουσαν κι φαϊ κι ψουμί, του έδουσαν κι φράγγου κι ήταν ηυτυχισμένοι όλνοι κι έζησαν μιτά κι αφνοί καλά κι ιμείς καλύτιρα.   


Η αλπού κι η γλιάρους.

     Mια φουρά κι έναν κιρό ήταν μια αλιπού κι ένας γλιάρους (πελαργός) κι έκαναν μουχαμπέτι, ότι πως κάποια μέρα όταν φλέψει η ένας ντουν άλλου, πιανού φαϊ θα είνει του καλύτιρου. Μια μέρα λοιπόν προυσκάλσει η αλπού ντου γλιάρου στου σπίτι τς για να φάν μαζί. Η αλιπού ιτοιμάσκει είχει βάλει του φαϊ σι πιάτα ρηχά κι αφού τα έβαλει στου τραπέζι  είπει ζντου γλάρου:
-Αντι γλιάρι ήρτει η ώρα να σι φλέψου να δγεις τι καλό φαί που κάνου κι πόσου θα σι αρέσει.
Μόλις όμους γλιάρους είδει του φαϊ στου πιάτου, άρχισει να του κακαλαντά, όμως δε μπουρούσει να φάει γιατί του φαϊ ήταν μι ζμί κι τζιάμπα μο το βλιπει.
-Γιατί δε τρως γλιάρημ ντουν είπει η αλπού;
-Αμ δε μπουρώ μαρή αλπούμ  ξέρς…
Κι η αλιπού αφού έγλειψει του πιάτου τς κι μπίτσει του θκό τς του φαϊ, γύρσει κι έφαγει κι ντ γλιάρου μιας κι η γλιάρους δε μπουρούσει να του φάει. Ετσι γλιάρους έφκει νυσκός κι είπει ζναλπού ότι τάχα θα ντη φώναζει κι κείνους μια μέρα να ντη φλέψει.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     Δεν πέρασαν πουλλές μέρις κι προυσκάλσει κι η γλιάρους ντ αλπού. Γλιάρους αφού ντη πάτσει απού ντν αλπού κι δεν έφαει, ήθηλει να τα πατσίσει κι είχει βάλει παν στου τραπέζι, του φαϊ μέσα σι μπουκάλια κι είπει ζν αλπού:
-Άντι αλπούμ ήρτει ώρα να σι φλέψου να δγεις κι γω τι καλλλίτιρου φαϊ που σι έκανα κι πόσου θα σι αρέσει. 
Μόλις όμους είδι η αλπού του φαϊ μέσα στου μπουκάλι  ζουρίσκει γιατί μο του έβλιπει και του μύρζει λίγου απού ντη τρύπα, αλλά δε χουρούσει  μούτσκατς  απού κει για να του φάει. Δεν ήξιρει τι να πει.
-Γιατί δε τρως αλπούμ ντην είπι γλιάρους.
-Αμ δε μπουρώ γλιάριμ ξέρς…
Κι έπειτα αφού γλιάρους έβανει ντη μύτητ μέσα στου μπουκάλι κι  ρούφιξει  του θκότ , γύρσει μιτά κι έφαγει κι τσαλπούς του φαϊ. Η πουνιριά η αλπού θμήθκει  τότι που πήγει να φλέψει ντου γλιάρου κι τι να πει δεν ήξιρει. Κατάλαβει ότι όπους θα φιρθείς του ίδιου θα σι φιρθούν. Κι όταν έφκει για να μη ρίξει ντη πιριφάνειατς ηυχαρίστησει ντου γλιάρου λέγουντας ότι γκόθκει απού του πολύ φαϊ που έφαει κι τνάρισει πουλύ. Κι γλιάρους όμους καμπάρτζει δικιουμένους κι όταν ξιπρουβόδσει ντναλπού μέσα τ έλιγει:
-Κιαρατένια αλπού μια εισύ και μια ιγώ, όπους μι φέρθκεις συ του ίδιου κι γω  σι φέρθκα.


Tου σιαλτάκι κι η τζιριμές

     Μια φουρά κι έναν κιρό πήγει Χότζιας στου παζάρι κι σταμάτσει  δίπλα σι έναν σιαματά και κοίταζει.  Ξαφνικά ένα πιδούδι τνάθκει μπροστά τ κι ντου πάτσει ένα σιαλτάκι τέτοιου που είδει ντου ουρανό σφουντίλι. Γύρσει τότει στου πιδούδι Χότζιας κι ντου ρώτσει:
-Γιατί ρε μει χτύπσεις;
-Για έτσι, ντουν είπει του πιδούδι.
-Μη ξέρς κι απού παλιά του ρώτσει ξανά Χότζιας;
-Όχι είπει του πιδούδι.
-Θέλς να μη μάθς;
-Δε μει νοιάζει είπει του πιδούδι.
-Σι νοιάζει δε σει νοιάζει ιγώ θα σει κάνου να μη μαθς είπει Χότζιας κι του πιδούδι έφυγει.
Μιτά Χότζιας ρώτσει πιανού ήταν του πιδί αυτό κι έμαθει ότι ήταν ινός τσιουρματζή κι έπειτα πήγει ζτου δικαστή κι έκανει μήνυση για απουζημίουση.
Η δικαστής όμους μόλις του έμαθει δαγκάθκει, γιατί μι ντου μπαμπά τ  πιδιού ήταν φίλους κι για να τα μπαλώσει άρχισει να λέει ζτου Χότζια άλλα κι άλλα, μπέλκει γλυτώσει του πιδούδι απού ντη μήνυση σ Χότζια.
-Nτου  ξέρς καλά ρε Χότζια, μη δεν ήταν αυτός;
-Ντου ξέρου σι λέου αυτός ήταν, σ’ τσιουρμπατζή  γιός, ήληγει Χότζιας.
-Κι τώρα θέλς να ντου δικάσουμει κι να ντου κόψουμει τζιριμέ;
-Ναι να ντου δικάσουμει, να ντου δικάσουμει…
Είδει παραείδει δικαστής μη μπουρώντας να κάνει αλλιώς, έστειλει να φουνάξουν ντου γιό σ τσιουρμπατζή κι εικείνους  είρθει.
-Ισύ ρε, είσει καλό πιδί ντουν έλιγει. Μη δεν είσαν εισύ που χτύπσεις ντου Χότζια; Σύ δε κάνς τάτοια πράματα. Μήπους λέει άλλα κι άλλα Χότζιας;
Αντίθιτα του πιδούδι ειπειδή μπαμπάζουτ ήταν φίλους μι ντου δικαστή, του έπειζει μάγκας, κι αντί να πεί όχι είπει ναι.
-Ιγώ είμαν ντουν είπι. Ιγώ ντου ξίλιασα.
-Γιατί ρε πιδίμ τι σι πείραξει Χότζιας;
-Δε μει πείραξει ίτς.
Χότζιας μόλις τα άκσει αυτά πήρει τα απάνουτ κι άρχισει να λέει ζτου δικαστή.
-Είδεις δικαστή μ είχα δίκιου; Πρέπει να ντου τζιριμιτίεις τώρα. Ιγώ θέλου παράδις για του σιαλτάκι που έφαγα. Κατάλαβεις;
Τότι θέλουντας κι μη δικαστής τζιριμέτσει του πιδούδι, του είπει να δώκει κατό παράδις ζτου Χότζια απουζημίουση κι κάνουντας σι αυτό καμίτσα, του έστειλει να πάει στου σπίτι τ τάχα, να  φέρει απ ντου μπαμπά τα φράγγα.  
Του πιδούδι θαν έφκει, έγινει άφανου. Πέρασαν δγιο πέρασαν τρεις πέρασαν πέντι ώρις του πιδούδι δε φαίνταν κι Χότζιας σικλιντίζουνταν….
-Τι θα γίνει αρέ δικαστή πού είνει του πιδούδι;
-Τι να σει κάνου ρε Χότζια μ, ιγώ αυτό που ήταν να κάνου του έκανα.
Τότι Χότζιας πήρει ανάπουδις, σκώθκει κι παίρνουντας φόρα, πατλάτσει ένα σιαλτάκι ντου δικαστή τέτοιου θαν εικείνου που έφαει απού του πιδούδι κι είπει:
-Ιγώ τώρα πληρώθκα κι απού ντου τζιριμέ παράδις δε θέλου. Αν θέλς εισύ δικαστή μ κάτσει κι πιρίμινει του πιδούδι να σει φέρει τα φράγγα.
Κι έφυγει αφού έβγαλει του γινάτι τ για του σιαλτάκι που έφαγι άδικα.


Η φούρνους τσ Χότζια.

     Μια φουρά Χότζιας ήθηλει να χτίσει ένα φούρνου. Ξικίνσει λοιπόν να χτίζει και μόλις έφτασει ζ μέση πέρασει ένας γείτουνας κι ντουν είπει:
-Αρέ Χότζια μ σια που ντουν έβαλες ντου φούρνου να χτάζει;
-Ζν Ανατουλή αρέ γείτουνα.
-Καλά δε ξέρς ότι θα πρέπει να βλέπει ζ Δύση;
Τι να κάνει κι Χότζιας χαλνάει ντου φούρνου κι ντου ξαναχτίζει απ ντην αρχή κι έβλιπει ζ Δύση. Όταν έφτασει ζ μέση πέρασει άλλους γείτουνας κι ντουν είπει:
- Αρέ Χότζια μ σια που ντουν έβαλες ντου φούρνου να χτάζει;
-Ζ Δύση αρέ γείτουνα.
-Καλά δε ξέρς ότι θα πρέπει να βλέπει ζ ντου Νότου;
     Σιασίρτσει Χότζιας μι σ πουλές ιδέις, έκατσει κι σκέφκει τι να κάνει, κι τιλικά έκανει ντου φούρνου πάν σι ένα κάρου. Μιτά φώναξει ζ γειτώνοι κι ρουτούσει ζντου καθένα σια που θα ήθιλει να χτάζει φούρνους. Όταν ντουν ίλιγαν ζν Ανατουλή γυρνούσει του κάρου ζν Ανανατουλή. Όταν ντουν ήληγαν ζ Δύση, γυρνούσει του κάρου ζ Δύση. Όπου ήθηλει καθένας να χτάζει σια κει ντου γυρνούσει να βλέπει κι έκανει ουλουνών τα κέφια.


Τα ρουβίθια

     Μια φουρά κι έναν κιρό ήταν μια γιαγιά κι είχει πουλλά πιδούδια. Φράγγα πουλλά δεν είχαν κι ότι έτρουγαν ήταν λιγουστό. Μια καλουκιρνιά μέρα η γιαγιά πήρει τναπόφαση να   μαγειρέψει   ρουβίθια.   Καθάρσει   καμπόσα  κιλά   τα
έπλινει, τα έβανει σι έναν μιγάλου ντιτζιριάκου τόσου τρανόν  ίσα που να βαφτίεις πιδί θα κουλημπήθρα κι μιτά τα έβανει σ φουτιά για να γίνουν. Αφού έβρασαν τα ρουβίθια κι ήρτει η ώρα για να φαν φώναξει τα πιδιά:
-Αντι κατσίτει για φαϊ .
 Άμα όμους έκατσαν τα πιδιά κι είδαν ότι του φαϊ ήταν ρουβίθια, μιάφουρα τα έπιασει μπουλαντζμάδα ,δεν ήθηλαν να φαν κι όλου ήλιγαν ντιαντιάξ. Η γιαγά τζιάμπα τα παρακαλούσει να φαν  κι ικείνα όλου κι στραβουμούτσκουναν κι δεν έτρουγαν.
-Ντε ρε φάτει του φαϊ σας….
-Δε θέλουμι σι λεν….
      Τι να κάνει κι η γιαγιά για να μη πάει χαμένου του φαϊ  κι του πιτάξει, έκατσι κάτ, πήρει του χλιάρι κι χώθκει να τρώει. Έφαει, έφαει, μέχρι που μπίτσει όλα τα ρουβίθια. Του βράδυ όμους θα πήγει να κμηθεί άρχισει να ντη πουνά κοιλιάτς κι βίρα ζουρίζνταν, μέχρι που ήρτει η ώρα να χέσει. Απου ντην αγουνσάδα τς  για να μη τα κάνει απάνουτς ιπειδή κατάλαβει ότι ντην έπιασει βγάσμου, πήρει απού δίπλα ένα λιγένι κι του έβαλει αντί για καθήκι. Κι όπους χέζταν, τα ρουβίθια χτυπούσαν στου λιγένι κι τνάζνταν στου ταβάνι κι έκαναν σιαματάν μιγάλον.                                                                       
 Μια παρέα που πηρνούσει απού κει θα άκσει ντου σιαματά νόμσει ότι ρίχνει χαλάζι κι άρχισει να φουνάζει .
-Χαλάζι μπρε χαλάζι χαλάζι γλήγουρα τα τιλάρα….
Τότει τνάθκαν όλνοι οι γύρου γειτόνοι κι  άρχισαν να κουρδουκλούν σ λαμαρίνις για να σκιπάσουν τα τιλάρα μη τυχόν κι βραχούν απ του χαλάζι.
     Κι η γιαγιά θαν άκσει ότι σκέπαζαν τα τιλάρα επειδή φουβήθκαν απ του χέσμου τς που του νόμσαν για χαλάζι κρυφουγιλούσει κι έλιγει:
-Σας γέλασα σας γέλασα ωχ τι καλούτσικα….


Η ψευταράς τσιόμπανους

     Μια φουρά κι έναν  κιρό ζούσει στο βουνό απάν ένας τσιόμπανους. Είχει καμπόσα γίδια αλλά ήταν πουλύ ψιματιάρς, κι γιλούσει όλου σ χουργιανοί τ. Μια μέρα κει που κάνταν σκέφκει να κάνει μια κασκαρίκα σ χουργιανοί κι σκώθκει και άρχιζει να φουνάζει στα ψέματα:
-Λύκους μπρε λύκους μπρε λύκους βουθάτει χουργιανοί….
Θαν άκσαν οι χουργιανοί άρχισαν να πλαλούν σια του βουνό ειπειδή νόμζαν ότι λύκους θα φάει τα γίδια μπέλκει ντου σώσουν του κουπάδι. Μόλις όμους έφτασαν εικεί αντί να δγιούν ντου λύκου είδαν ντου τσιόμπανου να κόβειτει στα γέλια κι να τς  λέει:
-Ψέματα, ψέματα, σας γέλασα, σας γέλασα….
Οι καημένοι οι χουργιανοί τ τι να κάνουν, άρχισαν να ντου βρίζουν κι να ντου καταριούντει, όμους αυτός ουλουένα κι κόβταν στα γέλια. Ντουν άφσαν τιλικά κι γύρσαν στα σπίτια τς απιλπισμένοι κι πικραμένοι.
     Δε πέρασει λίγους κιρός ξανά πάλι ψιματιάρς τσιόμπανους ήθηλε να ξαναδεί γούστουν κι χουρίς λόγου άρχισει πάλι να φουνάζει:
-Λύκους  μπρε λύκους μπρε βουήθεια ….
Τι να κάνουν θαν άκσαν ξανά οι χουργιανοί ντου πίστιψαν κι πάλι και άρχισαν να του στρώνουν στου γκουσί μέχρι να πάν στου βουνό για να διώξουν ντου λύκου, αλλά μόλις έφτασαν κει τι να δγιούν. Ξανά πάλι τσιόμπανους κόβουνταν στα γέλια κι σ έλειγει:
-Σας ξαναγέλασα, ψέματα, ντη ξαναπάτσατει….
Ξαναέφκαν πάλι οι χουργιανοί απού του βουνό ξαναπικραμένοι κι σκέφτουνταν αν θα ξαναέπρειπει να ντου βουηθήσουν.
     Μιτά απού λίγουν κιρό κει που κάνταν τσιόμπανους, φάνκει λύκους. Σιντρουμαγμένους τσιόμπανους άρχισει να φουνάζει:
-Λύκους μπρε λύκους, βουήθεια χουργιανοί.…    αλήθεια σας λέου ψέματα δε σας λέου.
Οι χουργιανοί όμους αυτή ντη φουρά, ειπειδή ντη πάτσαν άλλις δγιο φουρές σκέφτουνταν να ξαναπάν κι ένας ντουν άλλου ήλιγαν:
-Αντι ρε αυτός τσιόμπανους ψιματιάρς είνει, ίτσι μη πάτει, γούστουν θέλει να βλέπει.
Έλα όμους που ήταν αλήθεια κι η λύκους απουδικάτσει τα γίδια κι τσιόμπανους μο χτάζουνταν κι δεν ήξιρει τι να πει. Μιτά έβανει μυαλό κι σκέφτουνταν κι έλειγει:
-Τζ γέλασα μια, τζ γέλασα δγιο, ντη τρίτη όμους ντη πάτσα κι γέλασαν αφνοί….
Κι πλια ξανά ζντη ζουήτ ψέματα δεν είπει….


H λαγός κι η αχιλώνα

     Μια φουρά κι έναν κιρό ήταν ένας λαγός κι μια αχιλώνα κι πήγαν σι έναν  διαγουνισμό ποιος θα μπουρέσει να φτάσει πρώτους ζτουν αγώνα δρόμου κι για βραβείου η πρώτους θα έπειρνει ένα λάχανου. Κει που πήγαν λαγός πινέβουνταν  ότι είναι πιο γλήγουρους απου όλνοι κι ντη έλιγει ντην αχιλώνα:
-Σύ μαρή τι είρθεις δε χτάειζ που δε μπουρείς να ρίξς τα πουδάριας; Που κίνσεις να έρτς, γώ μνια μπδηξιά άμα θα κάνου σι έφαγα….
Η καημένη η αχιλώνα δεν ήξιρει τι να πει κι μο μούλουνει κι σκέφτουνταν.
     Θαν ήρτει η ώρα να διαγουνιστούν μπήκαν ζν αράδα κι ξικήνσαν για να φτάσουν στου τέρμα. Η λαγός έβλειπει ντην αχιλώνα να πιρπατά κι κόβουνταν στα γέλια κι όλου τντη πιργιλούσει κι ντην έλειγει:
-Oυ μαρή πασπάτου μόλις κι μπουρείς κι κνιέσει….
Μετά απου λίγα μέτρα λαγός αφού έβλειπει ντην αχιλώνα ότι δε φτόραγει πήγινει σιγά σιγά είπει μέσα τ: «Δε ρίχνου έναν ύπνου λίγου κι μιτά μι δγιο τρεις  μπδηξιές ντην αχιλώνα ντην έφτασα κι ντη πέρασα… Σιγά μη φτάσει η αχιλώνα πρώτη….»
Κι έπεισει ση ένα δέντρου απ΄κάτ κι κμήθκει….
Η αχιλώνα όμους η καημένη σιγά σιγά κι λίγου λίγου κάλυψει ντην απόσταση κι άρχισει να φτάνει στου τέρμα.
     Λαγός βίρα τραβούσει του νιμπέτι τ, κιμούνταν κι ρουχάλζει ήσυχους κι άνητος κάτ απ του δέντρου….
Τιλικά η αχιλώνα μιτά απού πουλύ κόπου κι ιδρώτα μπήτσει ντην απόσταση, έφτασει στου τέρμα κι πήρει του λάχανου κι άρχισει να του τρώει, ενώ λαγός ακόμα κιμούνταν.
     Ξαφνικά η λαγός ξύπνησει κι μόλις τνάθκει απάν είδει στου τέρμα ντην αχιλώνα να έχει πάρει του βραβείου, του λάχανου, κι να κάθειτει να του τρώει. Του χόθκει στου γκουσί  κι πλαλούσει ,όμους ήταν πλια αργά. Η αχιλώνα έφτασει πρώτη στου τέρμα είχει πάρει του λάχανου του έτρουγει κι κόντιβει να του μπητίσει.
     Όταν τιλικά έφτασει στου τέρμα όχι μόνου δε πήρει του βραβείου, αλλά κι όλνοι γιλούσαν κι κουρόϊδιβαν ντου λαγό κι ντουν έλειγαν:
-Aρέ έξυπνη, έξυπνη λαγέ, δεν αντρέπισει ρε χαϊνταμάκι να σι νικήσει η αχιλώνα….
     Λαγός τόσου πουλύ  αντρουπιάσκει που έβανει κάτ του κιφάλι τ  κι δεν ήξειρει τι να πεί. Κι η αχιλώνα για να ντου
παρηγουρήσει ντουν άφσει μό του κουτσιάνι απ του λάχανου κι ντουν έλειγει:
-Eίδεις λαγέ μ, δε μη υπουλόγζεις αλλά σι πέρασα. Απού δω κι μπρος μη καμπαρντίζισει συνέχεια ότι είσι πιο γλήγουρους απού όλνοι κι να υπουλουγίειζ κι σ μικροί ….    


Η τσιόμπανους, η ήλιους και η αέρας.

     Μια φουρά κι έναν κιρό νταμώθκαν ζτου δρόμου κει που πιρπατούσαν η  ήλιους κι η αέρας.
-Τι κάνς ρε ξάδιρφη είπει ήλιους ντουν αέρα;
-Καλά ρε ξάδιρφη είπει η άλους. Τι να κάνου;
Κι συνέχιζαν του μουχαμπέτι κι έλιγαν κι άλλα μέχρι που απού ντουν ίδιου δρόμου πέρασει ένας τσιόμπανους.
Η τσιόμπανους σ καλημέρσει και συνέχσει ντου δρόμου τ βόσκουντας τα γίδια τ.
     Τότει η αέρας κι η ήλιους αφού είδαν ντου τσιόμπανου, σ είρτει μια ιδέα για να φανούν ποιος απού τς δγιό είνει πιο γηρός, πιο δυνατός κι έλιγαν ότι άξιους θα είνει αυτός που θα πάρει απού ντη πλάτη σ τσιόμπανου ντη κάπα καθένας μη ντου τρόπου τ.
     Πέρασαν μέρις κι κάποια μέρα ξανά πάλι τσιόμπανους πέρασει  απού  ντου  δρόμου  αυτόν. Η  ήλιους  κι η αέρας
που παραμόνηβαν  πότει θα φανεί τσιόμπανους, μόλις ντουν είδαν καθένας μι ντη σειρά τ, άρχισει να κάνει τα θκά τ.
-Θα ξικνήσου πρώτους, είπει η αέρας κι άρχισει να φσά όσου πιο δυνατά μπουρούσει, μπέλκει ντου πάρει ντη κάπα, αλλά τσιόμπανους όλου κι τλίγνταν πιο πουλύ κι όλου σφίγγουνταν κι η κάπα γίνουνταν ένα μι αυτόν.
Προυσπάθσει  ξαναπρουσπάθσει κόστουσει να φσά, αλλά κουτουρού. Δεν έγινει ίτς τίπουτα κι ντη κάπα απ ντου τσιόμπανου δε ντη έβγαλει. Μιτά ήρτει κι η σειρά σ ήλιου.
-Τώρα να δγείτει τι θα κάνου τς είπει ήλιους κι άρχισει να ζησταίνει. Ζματουπουκούσει τόπους μέσα ζτη λάβρα, κι η τσιόμπανους άρχισει να σικλιντίζιτει, αφού φουρούσει ντη κάπα κι κόντιβει να μπουμπουτήσει.  Είδει παραείδει τσιόμπανους κι απού του πουλύ του ζμάτμα έβγαλει ντη κάπα τ απού πάνου τ,  μπέλκει δρουσιστεί λίγου.
     Τότει βλέπουντας κι η ήλιους αυτό, γύρσει κι είπει ζτουν αέρα:
-Είδεις ξάδιρφη;  Μι του γινάτι κι μι του φύσμα πήγεις να πάρς ντη κάπα σ τσιόμπανου αλλά δε τα κατάφιρεις. Ιγώ μι ντη καλουσύνη κι μι του πύρουμα του κατάφιρα πιο καλά απού σένα…. Δλειές μι του γινάτι δε γίνουντει….


Γάδαρους σ Χότζια.

     Κάπουτι Χότζιας είχει έναν γάδαρουν που ήταν πανέξυπνους θαν αυτόν. Είχει όμους ένα κουσούρι, ντουν άριζει να κλουτσά έτσι για του τίπουτα. Τόσου πουλύ κλουτσούσει που σήκουνει τα πισνά πουδάρια ζντουν αέρα   κι   Χότζιας  που   κάνταν  απάνουτ  καβάλα,  ντουν
απόδειρνει χαμλά. Σκώνουνταν μιτά κι ήλιγει ζντου γάδαρου:
-Ρε κιαρατά γάδαρη λίγου αντρουπή δεν έχς, του αφιντικό σ ρίχνεις χαμλά;
Γάδαρους μο ντου κοίταζει κι δεν απαντούσει γατί δε μπουρούσαν να συνουηθούν. Έτσι μια μέρα απουφάσισει
Χότζιας να ντου βάνει τιμουρία ντου γάδαρου κι ντου μαντάλουσει μέσα στ αχούρι.
-Ρε πιζιβένκη γάδαρη θα κάτς στου αχούρι μέχρι να σταματήεις να κλουτσάς, του κατάλαβεις; ντουν είπει.
Ντου πήγινει τακτικά νιρό κι άχυρου αλλά γάδαρους ειπειδή ντου μαντάλουσει στ αχούρι Χότζιας κι δεν έβγεινει όξου, τόσου πιο πουλύ στρούκλιαζει κι βίρα κλουτσούσει ακόμα πιο πουλύ.
-Ρε συ γάδαρη θα βάνς μυαλό κι δε θα κλουτσάς άλου πλιά;
Γάδαρους τίπουτα. Συνέχζει να κλουτσά ακόμα πιο πουλύ.                                                                                                                                                                       
Μια μέρα πήγει να ντου πουτίσει κι γάδαρους άρχιζει να τνάζει τέτοιες κλουτσιές που Χότζιας σκιάχθκει και συντρώμαξει.
-Ρε κιαρατά θα συ μιγαλώσου ντη τιμουρία σ, να δγιούμει ποιος θα βγει χαμένους.
Γάδαρους μο γκάρζει κι Χότζιας ντουν ήλιγει:
-Δε ξέρου τι λές αλλά αν πας έτσι θα συ κόψου κι του φαϊ σ.
Γάδαρους ξαναγκάρζει κι ξανακλουτσούσει….
Έτσι μα μέρα Χότζιας δε πήγει ζντου γάδαρου άχυρου.
-Συ έχου τιμουρία κιαρατά κι δε θα φάς για να μη κλουτσάς.
Δεύτιρη μέρα δε ντου πήγει φαϊ, τρίτη μέρα δε ντου πήγει φαϊ, ντου άφσει νυσκόν. Ντη τέταρτη μέρα πήγει Χότζιας στου αχούρι κι είδει  ντου  γάδαρου ξαπλουμένου χαμλά κι
ήσυχουν. Απ ντη πουλύ ντη νυσκάδα γουνάτσει γάδαρους….
-Α…. είπει Χότζιας η νυσκάδα κι του κλείσμου στ αχούρι, βάζει μυαλό ζντου γάδαρου….
-Ακόμα καναδγιό μέρεις κι γάδαρους θα γίνει θα αρνούδι….
     Ύστιρα απού τρεις μέρεις ξαναπήγει Χότζιας στου αχούρι αλλά τι να δγει. Βρήκει ντου γάδαρου τ ψόφιουν.
-Αρέ μπουνταλά γάδαρη έλιγει κι βίρα έκλιγει, γιατί μι του έκανεις αυτό;
-Ιγώ συ έκανα μαθήματα να μη κλουτσάς κι σύ ρε τόσου χαραμζαντές βγήκεις κι πήγεις κι ψόφσεις ίσια ίσια εικεί που άρχισεις να μαθαίνς….


Η πιθιρός κι οι δγιο γαμπροί.

    Μια φουρά κι ένα κιρό ήταν ένας πιθιρός κι είχι δγιό γαμπροί. Μια μέρα η γναίκα τ ντουν είπει:
-Δε πας ρε συ να δγεις τι κάνουν τα πιδιά μας, πιρνάν καλά μι σ άντιρτς;
-Θα πάου μαρή γναίκα είπει και καβαλήκιψει ντου γάδαρου κι κίνσει να πάει να τα δγει.
     Πήγει πρώτα ζντουν ένα ντου γαμπρό που έκανει ντη δλειά σ κανατά.
-Τι χαμπάρια ρε γαμπρέ μ, ντουν είπει, πώς παν οι δλειές ζους;
-Καλά ρε πιθιρέ, να έφτιαξα μια παρτίδα κανάτεις κι πιριμένου, μπέλκει τς στιγνώσει νήλιους. Άμα όμους γυρίσει κιρός κι βρέξει θα τα κάνει όλα ντέβιρ, άστα, ύστιρα μιγάλου ιζγιάνι…. 
     Καταπόδι πήγει ζντουν άλλου γαμπρό που έκανει ντη δλειά ζ μπαχτσιβάνου.
-Τι χαμπάρια ρε γαμπρέ μ, είπει κι σι αυτόν, πως παν οι δλειές ζους;
-Καλά ρε πιθιρέμ, να έσπειρα στου χουράφι καμπόσα σπανάκια κι πιριμένου να βρέξει μπέλκει φυτρώσουν. Άμα
όμους  δε βρέξει κι αντί για σπανάκια φυτρώσουν  λαμπουγιάλια άστα να παν ….
     Μιτά απού όλα αυτά πιθιρός ξανακαβαλίκηψει ντου γάδαρου κι πήρει ντου δρόμου σ’ επιστρουφής. Μόλις έφτασει σπίτι τ ντου ρώτσει η γναίκα τ για τα πιδιά τς.
-Τι γίνιτει ρε άντρα πως πάν οι ταϊφάδις απ τα πιδιά μας;
-Άστα ρε γναίκα τι να συ πω. Έτσι όπους τα είδα τα πράματα, για βρέξει για δε βρέξει, ντουν ένα ντου γαμπρό μας θα ντου πάρει η διάουλους….


Προλήψεις και δεισιδαιμονίες

  
Άμα δαγκάεις ντη γλώσσα σ, θα φας σύντουμα κρέας.                                                
(Αν δαγκώσεις τη γλώσσα σου σύντομα θα φας κρέας).
Όταν ση φαγουρίζει  χειριάς, για παράδις θα πάρς για παράδις θα δώκς.                                                              
(Αν σε τρώει η παλάμη σου λεφτά θα πάρεις ή θα δώσεις).
Όταν ση τρώει η μήτηζους πιρίμινει να φας ξύλου.                                                     
(Αν η μύτη του ξύνεται θα φας ξύλο).
Όταν χυθεί καφές απού του σιόλι, παράδις θα πάρς.                                                 
(Αν χυθεί καφές από το φλιτζάνι σου, θα πάρεις λεφτά).
Όταν τρως, καμιά φουρά να μη τραγδείς γιατί θα είσει συνέχεια φτουχός.                                                            
(Αν τρως ποτέ μη τραγουδάς γιατί συνέχεις θα είσαι φτωχός.)
Όταν λαλεί πιτνός ντη νύχτα κιρός θα αλάξει.                                                              
(Αν λαλήσει ο κόκορας τη νύχτα ο καιρός θα αλλάξει).
Όταν λαλήσει αρνίθα θα ντου πιτνό, κόψτην γιατί για καλό δεν είνει.                                                                           
(Αν η κότα λαλήσει όπως ο πετεινός, σφάξτε την γιατί δεν θα βγει σε καλό).
Όταν η γάτα λούζιτει θα βρέξει.                                                                                  
(Αν η γάτα γλύφει το τρίχωμα του κεφαλιού με τη βοήθεια του ποδιού της θα βρέξει).
Όταν οι τσιόγκεις φουνάζουν θα έρτει χιόνι.                                                                 
(Αν τα πουλιά «τσιόγκεις» φωνάζουν θα χιονίσει).
Όταν γάδαρους γκαρίζει ντη νύχτα κιρός θα αλλάξει.                                                  
(Αν ο γάιδαρος γκαρίξει τη νύχτα ο καιρός θα αλλάξει).
Όταν τζμπούν οι μύγεις θα βρέξει.                                                                                
(Αν οι μύγες τσιμπούν θα βρέξει).
Όταν αστράφτει κι βρουντά ντου χειμώνα κάποιους γάδαρους θα ψουφήσει.                      
(Αν το χειμώνα αστράφτει και βροντά κάποιος γάιδαρος θα ψοφήσει).
Όταν σχιούντει φίδια ζτου δρόμου κιρός παίζει για βρουχή.                                            
(Αν κινούνται φίδια στο δρόμο ο καιρός είναι διφορούμενος και μάλλον θα βρέξει).
Όταν φουνάζουν οι μιλαγκρίνεις θα βρέξει.                                                                  
(Αν φωνάζουν τα πουλιά οι μελισσουργοί, θα βρέξει).
Όταν του φιγγάρι έχει αλώνι, κιρός θα αλλάξει, θα χειρουτιρέψει.                                         
 (Αν γύρω από το φεγγάρι διακρίνεται μια κυκλική περιφέρεια με θολή φωτεινότητα ο καιρός θα χαλάσει).
Όταν ση πουνεί κόλους κλουτσές θα φας.                                                                 
(Αν σε πονάει ο κώλος θα φας κλωτσιές).
Όταν λαλεί κουκουβάγια ντη νύχτα, άθρουπους θα χαθεί.                                                     
(Αν λαλεί η κουκουβάγια τη νύχτα κάποιος άνθρωπος θα πεθάνει).
Όταν μουσαφίρς μπει στου σπίτι σ, απ ντη ίδια πόρτα να βγει γιατί θα χαλάσει του προξινιό.                                                                                                                    
(Αν μπει στο σπίτι σου επισκέπτης να βγει από την ίδια πόρτα γιατί θα χαλάσει το προξενιό).
Όταν σι φαγουρίζει του πουδάρι δρόμουν θα πάρς.                                                    
(Αν σε τρώει το πόδι σου κάπου θα πας ).
Όταν φεύγει θκός άθρουπους απ του σπίτι ρίξει νιρό για να καλουστρατήσει.                      
(Αν φύγει δικός άνθρωπος από το σπίτι ρίξε νερό για να έχει καλό ταξίδι).
Όταν μπιτίζει του φαϊ πουτέ να μη τνάιζ στου τραπέζι απάν τα χέρια σ, γιατί παράδις δε πρόκειτει να σταυρώεις πουτέ.                                                                                
(Αν τελειώσεις το φαγητό σου ποτέ μη τινάζεις τα χέρια σου στο τραπέζι σε σχήμα χιαστί, γιατί λεφτά δεν πρόκειται να σου μείνουν).
Όταν φεύγει θκός άθρουπους απ του σπίτι δεν κάνει να σκουπίειζς γιατί μό όταν βγάζουν ντου πιθαμένου καταπόδι σκουπίζουν.                                                                       
(Αν φύγει δικός σου άνθρωπος από το σπίτι δεν κάνει να σκουπίζεις γιατί μόνο μετά την εκφορά του νεκρού από το σπίτι σκουπίζουν).
Όταν δεις βάθρακαν πουτέ μη ντου πειράειζ γιατί θα μουχλιάσει του ψουμίς.                       
(Αν δεις βάτραχο ποτέ μη τον ενοχλήσεις γιατί θα μουχλιάσει το ψωμί σου).
Όταν γίνει βράδυ πουτέ δανκό αλάτι να μη δώεις.                                                       
(Αν είναι βράδυ ποτέ δανικό αλάτι μη δίνεις).
Όρθιους πουτέ μη τρώς γιατί του φαϊ θα παένει στα νύχια σ.                                            
 (Όρθιος ποτέ μην τρως γιατί το φαγητό πηγαίνει στα νύχια σου).
Όταν του έτους είνι δίσικτου να μη παντρηφτείς γιατί προυκουπή δε θα έχς.                               
(Αν το έτος είναι δίσεκτο μην παντρευτείς γιατί δεν θα ευτυχίσεις).
Όταν είνει βράδυ να μη σφυρίειζ γιατί μαζεύουντει διαβόλοι.                                                                            
(Αν είναι βράδυ δεν κάνει να σφυρίζεις γιατί μαζεύονται οι διάβολοι).
Όταν αλλάζει χρουνιά κι έχς κλώσα να κάθιτει πρέπει να ντη σκώεις για του καλό σ χρουνιάς.                                                                                                                     
(Αν έχεις κλώσα και κάθεται, στην αλλαγή του χρόνου θα πρέπει να σηκωθεί για το καλό της χρονιάς).
Όταν είνει βράδυ να μη ματσαλάς μαστίχα γιατί θα πιθάνει κάποιους θκος.                                                                
(Αν είναι βράδυ να μη μασάς μαστίχα γιατί κάποιος δικός σου θα πεθάνει).
Μη τρως πουτέ διπλά κιράσια ή δαμάσκνα  γιατί θα κάνς δίδυμα πιδιά.                                                                     
(Μη τρως ποτέ δίδυμα κεράσια ή δαμάσκηνα γιατί θα κάνεις δίδυμα παιδιά.
Άμα είσει έγκυα γναίκα, ζτη γιουρτή τ Συμεών να μη πιάεις ψαλίδι.                                                                              
(Αν είσαι έγκυος στις 3 Φεβρουαρίου γιορτή του Συμεών, να μη πιάσεις ποτέ ψαλίδι).
Άμα κινουνήεις ντη μέρα κείνει βιλόνι δε κάνει να πιάεις.                                                      
(Αν μεταλάβεις, την ημέρα εκείνη δεν κάνει να πιάσεις βελόνι για να μην τυχόν τρυπηθείς και τρέξει αίμα).
Άμα είνει Κυριακή δε κάνει να λουστείς.                                                                     
(Αν είναι Κυριακή δεν κάνει να λούζεσαι).
Άμα στου σπίτι έχει λιχώνα μετά του ηλιουβασίλημα δε κάνει να παένς.                                                                  
(Αν σε κάποιο σπίτι υπάρχει λεχώνα, επισκέψεις μετά το ηλιοβασίλεμα να μη γίνονται).
Όταν κοιμάσει μη σταυρώνς πουτέ τα χέρια σ γιατί κλείνει η τύχησ.                                                                             
(Αν κοιμάσαι –δεν γνωρίζουμε αν μπορεί να ελεγχθεί- να μη σταυρώνεις ποτέ τα χέρια σου γιατί περιορίζεται το τυχερό σου).
Όταν οι αρνίθις μας  στέκντει ακίνητεις κάποιανοι έχουν του μουχαμπέτι μας κι μας κατηγουρούν.                                                                                                                   
(Αν οι κότες για κάποια δευτερόλεπτα μένουν ακίνητες κάποιοι έχουν την κουβέντα μας και μας κατηγορούν).
Όταν δγείς αχιλώνα και δεν έχει βρέξει, γύρνα την ανάπουδα να παρακαλέσει ντου Θιό να ρτει βρουχή.                                                                                                      
(Αν δεις χελώνα και δεν έχει βρέξει, γύρισέ την ανάποδα να παρακαλέσει το θεό να βρέξει).
Όταν λαλεί του τιό του απόγιμα κιρός θα αλλάξει.                                                      
(Αν ο γκιώνης λαλεί το απόγευμα ο καιρός θα αλλάξει).
Άμα βγεί μετά απού βρουχή κυρασουλίνη κιρός θα καλουσινέψει.                                                                    
(Αν βγει μετά από βροχή ουράνιο τόξο, ο καιρός θα καλοσύνευε. Έτσι κι αλλιώς θα καλοσύνευε αφού για να υπάρχει ουράνιο τόξο θα έπρεπε να υπάρξει ηλιοφάνεια).
Άμα πιράεις απού κάτ απού ντη κυρασουλίνη από αγόρι θα γίνς κουρίτσι κι απού κουρίτσι αγόρι.                                                                                                            
(Αν περάσεις κάτω από το ουράνιο τόξο από αγόρι θα γίνεις κορίτσι ή από κορίτσι αγόρι. Δεν ήταν δυνατόν να περάσεις από κάτω, γιατί φτάνοντας στο σημείο της βροχής που γινόταν  η αντανάκλαση και η ανάλυση του φωτός, αν το πέρναγες, γυρνώντας να δεις πίσω το ουράνιο τόξο, αυτό δεν υπήρχε γιατί έπαυε η αντανάκλαση του ήλιου από τη βροχή).
Άμα χυθεί ρακί στου τραπέζι, σαματάς θα γίνει.                                                         
(Αν χυθεί ούζο στο τραπέζι κάποιοι θα μαλώσουν).
Όταν ψιχαλίζει κι σκώνουντει μιγάλις φούσκεις θα βρέξει πουλύ.                                                                               
 (Αν ψιχαλίζει και στη γη από τα νερά της βροχής δημιουργούνται μεγάλες φουσκάλες, θα βρέξει καταρρακτωδώς). 
Όταν έχει καθαράδα κι φαίνητει όλους κάμπους κριάδα θαν έρτει.                                                                          
(Αν έχει μεγάλη ορατότητα ο ορίζοντας η θερμοκρασία θα πέσει. Αν πνέει ξηρός άνεμος τότε εξατμίζονται από την ατμόσφαιρα οι υγρασίες πολύ πιο γρήγορα, η ορατότητα μεγαλώνει και όπως είναι φυσικό όσο η εξάτμιση γίνεται γρήγορα τόσο περισσότερο ψύχος παράγεται).  
Άμα σπαίρνεις στιάρι, κείνη ντη μέρα ψουμί δε κάνει να ψήνς.                                                                                
(Αν σπέρνεις στάρι τη μέρα εκείνη δεν κάνει να ψήνεις ψωμί).
Όταν κάνει σεισμόν μούλουνει.                                                                                     
(Αν γίνεται σεισμός δεν κάνει να μιλάς).
Όταν δγεις παπάν πιάσει τα αρχ….. σ.                                                                       
(Αν δεις παπά πιάσε τα αρχ….. σου).
Όταν σκύλους ουρλιέτει ντη νύχτα , κάποιους θα πιθάνει.                                                    
(Αν ο σκύλος ουρλιάζει τη νύχτα κάποιος θα πεθάνει).
Όταν του πιδί αρχίζει κι μαλιάζει, για αγόρι για κουρίτσι πλιά δεν κρατιέτει.                                                             
(Αν το παιδί αρχίζει και βγάζει τρίχες στα γεννητικά του όργανα είτε είναι αγόρι είτε είναι κορίτσι δεν μπορεί να κρατηθεί).
Ψουμί να μη πιτάς καμιά φουρά γιατί είνει αμαρτία κι θα έρτει μέρα που θα φας πέτρις.                                       
(Ψωμί ποτέ να μην πετάς γιατί είναι αμαρτία και θα έρθει ημέρα που θα φάμε πέτρες).
Να μην εύχισει πάν απ όλα υγεία, γιατί υγεία έχει κι η γιούφτους αλλά σπίτι δεν έχει, ξπόλτους σχέτει κι ζτη τσέργα κάθιτει.                                                                        
(Να μην εύχεσαι πάνω από όλα υγεία γιατί υγεία έχει και ο γύφτος, αλλά σπίτι δεν έχει, ξυπόλητος περιφέρεται και ζει σε αντίσκηνο).
Του τιλιφταίου μπούκουμα στου φαϊ πουτέ να μη τα αφήνς γιατί θα σι αφήσει η γναίκας.                                                                                                                     
(Την τελευταία μπουκιά σου ποτέ μη την αφήνεις γιατί θα σε αφήσει η γυναίκα σου).
Χιρκό κι σιφτέ πουτέ βιρισέ μι κάνς γιατί η μέρας θα πάει στραβά.                                                                             
(Αν ο πρώτος πελάτης που θα μπει σε μαγαζί δεν πληρώσει μετρητά, η μέρα για τον καταστηματάρχη δεν θα πάει καλά).
Πουτέ να μη κουντουρνάς γιατί θα φας ντου πατσιά σ.                                           
(Ποτέ μην υπερβάλεις σε κάποιες ενέργειές σου γιατί θα αποβούν εις βάρος σου).
Άμα νταμώεις λαγόν ζτου δρόμου στραβουμάρα καρτέρα.                                                                                       
(Αν συναντήσεις λαγό στο δρόμο σου δεν είναι για καλό).
Άμα παίζει του μάτι σ του διξί κάτι καλό θα σ έρτει, άμα όμους του αριστιρό αναπουδιά.                                                                                                                   
(Αν το δεξί βλέφαρό σου τρεμοπαίζει κάποιο καλό να περιμένεις, αν όμως το αριστερό κάποια στραβωμάρα περίμενε).
Άμα έρτει καρακάξα  ζν αυλής κι λαλήσει, πιρίμινει φίλουν.                                                 
(Αν στην αυλή σου έρθει καρακάξα και κράξει περίμενε επίσκεψη).
Άμα του πιδί αρκουδίζει φίλους θα σ έρτει.                                                                     
(Αν το παιδί μπουσουλάει «με τα τέσσερα» θα έχεις επισκέψεις).
Άμα παπάς του Βαγιού σι δώσει βάγια μι πουλά λουλούδια , η χρουνιάς θα έχει παράδις.                                                                                                                       
(Αν ο παπάς την Κυριακή των Βαΐων σου δώσει κλαδί με πολλά άνθη δάφνης, η χρονιά θα είναι προσοδοφόρα).
Άμα λειώσουν τα χιόνια στα βνά πριν ντου σπαρμό, ζιστό καλουκαίρι θα έχουμει.               
(Αν τα χιόνια στα βουνά λειώσουν πριν το τέλος της καπνοφυτείας, ζεστό καλοκαίρι θα έχουμε).
Άμα η μαρούδα πιτάξει απού του χέρι σ μουναχιάτς, παπτσούδια θα σι φέρει.                                                  
(Αν η πασχαλίτσα πετάξει μόνη της από το χέρι σου τότε θα σου φέρει παπούτσια. Για το παραπάνω λέγαμε: Πέταξει μαρούδα να μας φέρς παπτσούδια μες στα καλαθούδια.
Άμα τα σπουργίτια κλιούντει στου χώμα ντου χειμώνα, θα χιουνίσει.                                                                           
(Αν τα σπουργίτια κείτονται στο χώμα θα χιονίσει). 
Άμα τα χιλιδόνια πιτούν ψιλά θα έχει καλουκιρία αν όμους χαμλά θα βρέξει.                                                              
(Αν τα χελιδόνια πετάνε ψιλά, θα έχουμε καλοκαιρία, αν όμως πετάνε χαμηλά θα βρέξει).
Άμα οι αφτιλιές κουκνίσουν άνοιξη έρχιτει.                                                                  
(Αν οι φτελιές βλαστήσουν - κοκκινίσουν έρχεται η άνοιξη).
Άμα του πράμα πίνει νιρό κι του σφυρίειζ, πίνει μι όριξη.                                                     
(Αν το ζώο πίνει νερό και το σφυρίζεις ,πίνει με όρεξη).
Άμα ζτη φουτιά  κάθισει κι καπνός έρχιτει κατά πάνους, πάει να πει ότι κλανς πουλύ.         
(Αν είσαι δίπλα σε φωτιά και ο καπνός έρχεται προς σε σένα πάει να πει ότι κλάνεις πολύ).
Άμα φας μπουμπόλια πουλά θα στουμπώσει η κόλους.                                                       
(Αν φας κόλλυβα πολλά θα έχεις δυσκοιλιότητα). 
Άμα κατηγουρείς κι γιλάς μι τα κουσούρια αλνών, πιρίμινίτα στου κιφάλις.                           
(Αν κατηγορείς και γελάς με τα σφάλματα των άλλων, να περιμένεις να έρθουν και σε σένα).
Ντη γάτα να μη ντη κρατάς αγκαλιά γιατί παρακαλεί να μη κάνς πιδιά για να μη ντη πιράζουν, ινώ ντου σκύλου άμα ντουν έχς αγκαλιά παρακαλεί να κάνς πιδούδια για να τρώει απού αυτά μπουκουματούδια.                                 
(Τη γάτα να μη την κρατάς αγκαλιά γιατί παρακαλεί να μην κάνεις παιδιά για να μη την ενοχλούνε, ενώ αν έχεις αγκαλιά τον σκύλο παρακαλεί να κάνεις παιδιά για να τρώει από τα παιδιά σου κομματάκια ψωμιού).
Άμα είσι έγκυα μη κλέψ πουτέ τίπουτα γιατί αυτό που θα κλέψ άμα γιννιθεί του πιδί απάν στου σώμα ραμπούσι θα απομήνει.                                                                               
(Αν είσαι έγκυος ποτέ να μη κλέψεις τίποτα γιατί αυτό που θα κλέψεις όταν γεννηθεί το παιδί στο σώμα του επάνω θα βγει στάμπα).
Άμα πίνει νιρό άθρουπους δε κάνει να ντου πιράξ γιατί κι του ίδιου του φίδι δε ντου πιράζει.                                                                                                                       
(Αν πίνει νερό ο άνθρωπος δεν κάνει να τον ενοχλείς γιατί και το ίδιο το φίδι δεν τον πειράζει).
Άμα σι έρτει μια στραβουμάρα, καρτέρα ύστιρα  κι άλλις δέκα.                                                                                 
(Αν σου συμβεί κάτι στραβό περίμενε μετά και άλλα δέκα).
Άμα έχς δόντια αριά καλόν γαμπρό ή νύφη θα πάρς.                                                
(Αν έχεις αραιά μπροστινά δόντια καλό γαμπρό ή καλή νύφη θα πάρεις).
Άμα δε βάνς Mάρτη στου χέρις θα σι μαυρίσει ήλιους.                                                
(Αν δεν βάλεις Μάρτη στο χέρι σου ασπροκόκκινη  κλωστή, θα μαυρίσεις από τον ήλιο).
Άμα πινς καφέν χουρίς τσιγάρου είνι θα να κατρείς χουρίς να κλάνς.                                                                          
(Αν πίνεις καφέ δίχως τσιγάρο είναι σαν να κατουράς δίχως να κλάνεις).
Άμα άθρουπους φτιρνίζιτει κάποιους ντου θμάτει.                                                              
(Αν φτερνίζεται ο άνθρωπος τότε κάποιος τον θυμάται).
Άμα σι γκαργκαλίζει λιμός, του μουχαμπέτις έχουν.                                                   
(Αν σε τρώει ο λαιμός σου τότε κάποιοι σε κουτσομπολεύουν).
Άμα του αφτίς βουίζει κάποιου νέου θα ακούεις.                                                        
(Αν βουίζει το αυτί σου κάποιο νέο θα ακούσεις.)
Άμα συνέχεια  βιάζισει γλήγουρα θα γιράεις.                                                              
(Αν βιάζεσαι συνέχεια τότε θα γεράσεις γρήγορα.)
Άμα συνέχεια γιλάς κι στιναχώρια ζτη καρδιάς δε βάειζ, χίλα χρόνια θα ζήεις.                      
(Αν συνέχεια γελάς και στενοχώρια στην καρδιά σου δεν βάλεις χίλια χρόνια θα ζήσεις).
Άμα είσει μικρός δε κάνει να σκώνς βαριά πράματα γιατί θα κατρίεις απάνους.                     
(Αν είσαι μικρός στην ηλικία δεν κάνει να σηκώνεις βαριά πράγματα γιατί θα κατουράς πάνω σου.)
Άμα τρώει ένα πιδούδι κάτι κι άλου δεν έχει κι χτάζει , πρέπει να του δώσει κι σι αυτό, γιατί άμα δε του δώσει, τ αλλνού, θα του πέσει του πλιτ.                                          
(Αν τρώει κάποιο παιδάκι και το άλλο κοιτάζει, πρέπει να του δώσει και σ αυτό, γιατί αν δεν του δώσει, του άλλου του παιδιού θα του πέσει το λιλί του.)
Άμα φάει του πράμα πουλύ κριθάρι, θα κλουτσά πουλύ.                                                      
(Αν φάει το άλογο κριθάρι πολύ θα κλωτσά περισσότερο.)
Άμα φας πουλλά ιχτιλ΄κια θα γίνεις ιχτίγκιουτλης.                                                       
(Αν φας πολλές λιχουδιές θα γίνεις με «γλυκό κώλο».)
Άμα τρως μέσα απού ντου ντέτζιρ ζτη χαράς θα βρέχει.                                                       
(Αν τρως μέσα από την κατσαρόλα στο γάμο σου θα βρέχει.)
Άμα σκώνουν ντου πιθαμένου ντην ώρα ικείνη δε κάνει να κμάσει.                                                                               
(Αν γίνεται  εκφορά του νεκρού από το σπίτι προς την εκκλησία, δεν κάνει να κοιμάσαι.)
Άμα τρως πίνς χέειζ κι κλάνς μη φουβάσει τίπουτα πουτέ δε θα πιθάνς.                                                                     
(Αν τρως πίνεις χέζεις και κλάνεις μη φοβάσαι τίποτα ποτέ δεν θα πεθάνεις).
Άμα η γναίκα αφήνει ντη τσιάντα τς καταής, πουτέ παράδις δε πρόκειτει να στιργιώσει μέσα ζτη τσιάντα τς.                                                                                      
(Αν η γυναίκα αφήσει την τσάντα της κάτω στη γη ποτέ λεφτά δεν πρόκειται να υπάρξουν μέσα σ’ αυτή).
Άμα πλένουντι δγιό, σαπούνι χέρι μι χέρι να μη ανταλλάξουν γιατί θα τσακουθούν.             
(Αν πλένονται ταυτόχρονα δύο μαζί, το δόσιμο του σαπουνιού από τον έναν στον άλλο να μη γίνει από χέρι σε χέρι, γιατί αυτοί θα τσακωθούν, θα μαλώσουν).
Άμα σι λεν μπράβου για κάτι καλό που έκανεις δε πιάνιτει γιατί μπράβου λεν κι ντου γάδαρου που βγαίνει απού ντη λάσπη.                                                                            
 (Αν σου πούνε μπράβο για κάποια καλοσύνη που έκανες δεν είναι αρκετό γιατί μπράβο λένε μόνο τα γαϊδούρια που βγαίνουν από τη λάσπη).   
Άμα σι κουτσουλήσει πλι ζτουν αέρα τυχυρό μεγάλου θα συ έρτει.                                       
(Αν σε λερώσει πουλί που πετάει με την κουτσουλιά του περίμενε μεγάλο τυχερό).
Άμα κοιλιάς γουργουλίζει μπουρεί καλό φαϊ να φάς.                                                 
 (Αν η κοιλιά σου γουργουλίζει μπορεί να φας καλό φαγητό).
Άμα λυσσιάζει λύκους ντου πατσιάτ τρώει.                                                                
 (Αν λυσσάξει ο λύκος τρώει το κεφάλι του).
Άμα είνει γάδαρους στ αχούρι ανάγκη δεν έχει.               
(Αν ο γάιδαρος είναι δεμένος στο αχούρι ανάγκη δεν έχει. Το λέγανε για επιβεβαίωση: Aνάγκη έχεις γάδαρους στ αχούρι;).
Άμα δε πινέψ του σπίτις θα πέσει κι θα σι πλακώσει.                                                           
 (Αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει και θα σε πλακώσει).
Και ένα τελευταίο                                                            
Άμα τα σκατά πάρουν αξία οι φτουχοί δε θα ’χουν κώλουν.        (Κατανοητό….)

Και  δυο τρία  αινίγματα.

Μαραμένη ντη βάζου τσιργουμένη ντη βγάζου ( Η πίττα).
Ανάμισα σι δγιό βουνά ένας βούβαλους μουγκρίζει           (πόρδος).
Απού δω βνό κι απού κει βνό κι ζ μέση τσκουριά                  (ο κώλος).
Βγαίνει μάλιαρους μπαίνει γκόλιαρους ( το φόρεμα της κάλτσας στο πόδι).
Γαμπρός ντη βάζει κι η νύφη τσιρίζει (το κλειδί και η κλειδαριά).
Μπδήχνει μπδήχνει κι όλου γκαστρώνητει  (η ρόκα).
Του χειλούδι μ στου χειλούδι σ κι του δαχλούδι μ στου κουλούδι ς (όταν πίνουμε με φλιτζάνι ο τρόπος που τοποθετούμε το δάχτυλο στο φλιτζάνι και τα χείλη μας στην άκρη του φλιτζανιού).
Προύτσιους πόσα κιλά γάλα βγάζει; (κανένα γιατί είναι αρσενικό ζώο).
Πειτνός σι ποια φουλιά πάει κι κάθητει, σ΄αυτήν μι τα άχυρα για ζνάλλη μι τα μπαμπάκια; (σε καμία γιατί ο πετεινός δεν γεννάει αυγά).

 ........Συνεχεια........ 


Επιμέλεια ανάρτηση από: Νούνης Π.Παύλος


 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg