Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

Ποίηση: Γεώργιος Σουρής (1853-1919)


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 



Είναι τρομερό που ένα ποίημα 100 ετών, ειναι σαν να γράφτηκε μόλις χθες. 
Και τότε και τώρα για την Ελλάδα μίλαγε. Γι αυτή τη μικρή και πάμφτωχη χώρα. 
Η χώρα ειναι οι άνθρωποί της , οι αστοί όπως μας χαρακτήριζαν χθες
στις τηλεοράσεις υποτιμητικότατα... 
Εμεις που αποτελούμε τον κοινωνικό ιστό της χώρας , 
την κουλτούρα και τον πολιτισμό της. Αφιερωμένο στους 
΄Ελληνες ΑΣΤΟΥΣ το αξεπέραστο εδώ και πάνω από έναν
 αιώνα ποίημα του Γεωργίου Σουρή. 
Ευχαριστώ πολύ την Αλέκα Κικ.



Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;

Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;

Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;

Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.

Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.

Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.

Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Marieta Iosifidou 

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg