Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Η πτώση της Χούντας, 23 Ιουλίου 1974

Στις 23 Ιουλίου 1974 πνιγμένη στο αίμα του εγκλήματος στην Κύπρο, η Χούντα της Αθήνας καταρρέει. Η περίοδος της δικτατορίας δημοσιογραφικά φέρεται να τελείωσε όταν η Χούντα του Ιωαννίδη "κατέρρευσε" στις 23 Ιουλίου του 1974 κάτω από το βάρος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, παρόλο που η στρατιωτική ηγεσία παρέμεινε στη θέση της σχεδόν μέχρι το τέλος του έτους. Η εισβολή στην Κύπρο ξεκίνησε τρεις ημέρες νωρίτερα (στις 20 Ιουλίου 1974) και αποτέλεσε παράβαση του καταστατικού χάρτη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Συνθήκης Εγγυήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι γνωστή με την ονομασία Αττίλας Ι που όμως είχε επέλθει κατάπαυση πυρός. Η Χούντα, που είχε την ευθύνη για την προάσπιση του νησιού, δεν αντέδρασε όπως θα έπρεπε, παραπλανημένη από τις διαβεβαιώσεις των Αμερικανών με αποτέλεσμα στην κατάληψη του 4% των εδαφών του νησιού.
Την 24η Ιουλίου έφθασε στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με το προεδρικό αεροπλάνο της γαλλικής Προεδρίας, το οποίο έθεσε στη διάθεση του ο Γάλλος πρόεδρος Βαλερί Ζισκάρ ντ' Εσταίν. Το βόρειο τμήμα της Κύπρου (36,4% του εδάφους της) που μέχρι σήμερα βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, καταλήφθηκε με τον Αττίλα ΙΙ ο οποίος ξεκίνησε στις 14 Αυγούστου του 1974, δηλαδή 20 ημέρες μετά, αφότου είχε αναλάβει η Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας και που ολοκληρώθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Οι πραξικοπηματίες αφού τιμήθηκαν προαχθέντες όπως π.χ. ο Δ. Ιωαννίδης που προήχθη σε υποστράτηγο, από τον υπουργό Ε. Αβέρωφ, αργότερα συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη για τη δράση τους στην Εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Σημειώνεται ότι η ένοπλη κατάληψη της εξουσίας στις 21 Απριλίου και η περίοδος μέχρι και τις 24 Ιουλίου 1973 χαρακτηρίστηκε "στιγμιαίο αδίκημα. Επίσης δεν ασκήθηκε δίωξη για την απόπειρα κατά της ζωής του Μακαρίου και το πραξικόπημα που ακολούθησε στην Κύπρο, με συμμετοχή Ελλήνων αξιωματικών που οδήγησαν τη Χώρα σε κίνδυνο πολέμου, αλλά ούτε και ανοίχθηκε μέχρι σήμερα ο περιβόητος "Φάκελλος της Κύπρου", παρά τις πολιτικές βαρύγδουπες και πομπώδεις υποσχέσεις που δόθηκαν στον ελληνικό "κυρίαρχο λαό".

 23 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974

Οι ηγέτες της χούντας πανικόβλητοι από τις συνέπειες των εθνικών εγκλημάτων τους και την απόβαση του «Αττίλα» στην Kύπρο, απομονωμένοι στο εσωτερικό και διεθνώς καλούν σε σύσκεψη την προδικτατορική πολιτική ηγεσία. Στη σύσκεψη με τη συμμετοχή στρατιωτικών και πολιτικών εν μέσω παλινωδιών αποφασίζεται καταρχήν η ανάθεση σχηματισμού κυβέρνησης στον Π. Κανελλόπουλο. Τελικά, όμως, θα προτιμηθεί από τη χουντική στρατιωτική ηγεσία η «λύση Αβέρωφ» για πρόσκληση του K. Καραμανλή από το Παρίσι.

Στην Κύπρο, παραιτείται από την προεδρία ο διορισμένος από την αθηναϊκή Χούντα Νίκος Σαμψών και τη θέση του παίρνει ο Γλαύκος Κληρίδης.

Το ιστορικό

Η πολιτική μεταβολή στην Ελλάδα - σύμφωνα με όλες τις, γνωστές, ιστορικές πηγές - είχε αποφασιστεί στις 21 Ιούλη του 1974 από τη στρατιωτική ηγεσία της χούντας, όταν ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Μπονάνος και οι αρχηγοί των τριών κλάδων (Στρατός, Αεροπορία, Ναυτικό) Γαλατσάνος, Παπανικολάου και Αραπάκης, αποφάσισαν να αυτονομηθούν από τον Ιωαννίδη, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ο αρχηγός της χούντας, και να κινηθούν προς την κατεύθυνση πολιτικοποίησης του καθεστώτος. Πολύ λίγη σημασία βεβαίως έχει πώς επιβλήθηκε αυτή η απόφαση. Το σίγουρο είναι πως η καθεστηκυία τάξη πραγμάτων και οι Αμερικανοί δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να χάσουν τον έλεγχο. «Αν το καθεστώς κατέρρεε - γράφει ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της αλλαγής του '74, ο αρχηγός του Ναυτικού Π. Αραπάκης -, ο λαός δε θα έμενε απαθής και η αιματοχυσία θα ήταν αναπόφευκτη». Το σύνολο των διεργασιών, συνεπώς, συνέκλινε σ' ένα στόχο: Να μην εμφανιστεί στο προσκήνιο ο λαϊκός παράγοντας.
Πώς, όμως, φτάσανε σ' αυτό το σημείο, εκείνοι που επέβαλαν και στήριξαν το δικτατορικό καθεστώς, να θέλουν, δηλαδή, να το πετάξουν από πάνω τους μιαν ώρα αρχύτερα; Η τραγωδία της Κύπρου, την οποία οργάνωσε η χούντα, ήταν ο τελευταίος κρίκος στην αλυσίδα των εξελίξεων που έφεραν το τέλος.
H αντίστροφη όμως μέτρηση για την κατάρρευση της στρατιωτικής δικτατορίας άρχισε στην ουσία με το πραξικόπημα στην Kύπρο στις 15 Ιουλίου 1974 . Πέντε μέρες αργότερα, με την εισβολή των τουρκικών στρατευμάτων στο νησί, τίποτα δεν μπορούσε να την αποτρέψει.

O πρώτος βασικός λόγος ήταν η ανικανότητα του στρατού ν’ ανταποκριθεί στο μοναδικό ρόλο του: την προάσπιση του εθνικού χώρου. Το στρατιωτικό καθεστώς αποδείχτηκε ανίκανο ακριβώς εκεί, όπου εξ ορισμού θα περίμενε κάποιος να δικαιολογήσει κάπως την ύπαρξή του. Κατόπιν τούτου η όποια αξιοπιστία του, μετά και τα εθνικά εγκλήματα που είχε διαπράξει (επιβολή της δικτατορίας, πραξικόπημα και εσχάτη προδοσία στην Kύπρο) κείτονταν συντρίμμια.

O δεύτερος καθοριστικός παράγοντας ήταν η πλήρης αδυναμία της χούντας να καταπνίγει πια τ’ αντιδικτατορικά αισθήματα της συντριπτικής πλειονότητας του λαού. H επιστράτευση άλλαξε ριζικά το τοπίο. M’ ένα μέρος των λαϊκών δυνάμεων οπλισμένο στους στρατώνες, χάθηκε κάθε έλεγχος «τάξεως και ασφαλείας». O παραδοσιακός φόβος της χούντας από τον «εχθρό λαό», έπαιρνε εφιαλτικές διαστάσεις.

Από τη στιγμή εκείνη η πολιτική αλλαγή στη χώρα ήταν πια ζήτημα ωρών.

Τότε ξεκίνησε η διαδικασία για την αναζήτηση λύσης, που θα επέτρεπε στη χούντα τις συντηρητικές δυνάμεις, την άρχουσα τάξη και την αμερικανοκρατία για μια μεταβολή «από τα πάνω», που να εγγυάται τον έλεγχο της κατάστασης. Δηλαδή μια «συνέχεια» κι όχι μια ριζική τομή στο ισχύον σύστημα εξουσίας ή μια αλλαγή «από τα κάτω».
Οι εξελίξεις
H χουντική στρατιωτική ηγεσία αποφάσισε να αυτονομηθεί από τον «αόρατο δικτάτορα» Ιωαννίδη και να δράσει για την πολιτικοποίηση του καθεστώτος, σε συνεννόηση με τον «εμφανή δικτάτορα-πρόεδρο» Γκιζίκη.

Στο μεταξύ οργίαζαν οι φήμες περί επικείμενης ανατροπής του στρατιωτικού καθεστώτος. Mία απ’ αυτές έφερε το διοικητή του Γ΄ Σώματος Στρατού στρατηγό Nτάβο, με θωρακισμένες δυνάμεις να κατεβαίνει από τη Θεσσαλονίκη προς την πρωτεύουσα. H φημολογία επεκτάθηκε όταν ξένοι ραδιοσταθμοί μετέδιδαν διακήρυξη - τελεσίγραφο 250 αξιωματικών . Mε αυτή ζητούνταν σχηματισμό κυβέρνησης υπό την προεδρία του K. Καραμανλή .

Το ερώτημα, όμως, «μετά τη δικτατορία τι;» εξακολουθούσε να παραμένει αναπάντητο. Όπως προκύπτει από παντού αναπτύχθηκαν έντονοι προβληματισμοί ως την τελευταία στιγμή. Εξετάστηκαν διάφορες λύσεις, με κοινό παρονομαστή, τη μετάβαση σε άλλη μορφή διακυβέρνησης, χωρίς ουσιαστική αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας του στρατιωτικού μηχανισμού και των δομών εξουσίας. Όλες στάθηκε αδύνατον να υλοποιηθούν. O λόγος, όπως σημειώνουν χαρακτηριστικά και συμφωνούν, σε γενικές γραμμές, διάφοροι αναλυτές της περιόδου «δεν ήταν άλλος από την -έστω και έμμεση- καθοριστική παρουσία του λαϊκού παράγοντα. H πρωτοφανής αίσθηση του κενού εξουσίας και η δίνη μιας εμπόλεμης κατάστασης μπροστά στην οποία η χώρα εμφανιζόταν ανέτοιμη και ακυβέρνητη, καθιστούσαν την εξεύρεση πολιτικής λύσης κατεπείγουσα. Όχι όμως μιας οποιασδήποτε λύσης. H κυβέρνηση θα έπρεπε να δίνει την αίσθηση της διαφοράς από το προηγούμενο καθεστώς, να πείθει για τη δημοκρατικότητά της. Σε αντίθετη περίπτωση οι εξελίξεις, όπως πολλοί πρωταγωνιστές των ημερών ομολογούν, θα ήταν απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες». Τελικά, την τελευταία στιγμή εμφανίζεται σαν «από μηχανής θεός» ο K. Καραμανλής. Το πρόσωπο, που ενσάρκωσε το συμβιβασμό όλων των κέντρων δύναμης και εξουσίας, που είχαν λόγο στην πολιτική αλλαγή της 24ης Ιουλίου.
Πρόσωπα - κλειδιά
Κίσινγκερ : O υπουργός Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών το βράδυ της 22 προς 23 Ιουλίου 1974, πριν από την στρατιωτικο-πολιτική σύσκεψη στην Αθήνα δηλώνει στην Ουάσιγκτον: «Ενδεχομένως αυτή τη στιγμή πραγματοποιείται στην Αθήνα πολιτική μεταβολή»


Ο συγγραφέας Αλ. Ζαούσης γράφει για την συγκεκριμένη φράση: «Δε διευκρινίζεται αν ήταν βράδυ στην Ουάσιγκτον ή βράδυ στην Αθήνα. Δεδομένης όμως της διαφοράς περίπου 7 ωρών μεταξύ των δύο πόλεων, ακόμα και αν εννοείται το βράδυ της Ουάσιγκτον, πάλι θα ήταν στην Αθήνα νύκτα προς 23 Ιουλίου ή το πολύ ξημερώματα. Πώς γνώριζε ο Κίσινγκερ, τόσες ώρες πριν, αυτά που θα συνέβαιναν στην Αθήνα; Ηταν η πρεσβεία ενήμερη από πριν; Ο Κίσινγκερ ήταν δαιμόνιος. Δε βρέθηκαν ποτέ γραπτές αποδείξεις των ενεργειών του στη δραματική κρίση του Κυπριακού. Ολα γίνονταν τηλεφωνικώς». Ο Κίσινγκερ γνώριζε, γιατί δεν μπορούσε να μη γνωρίζει ότι η δικτατορική μορφή διακυβέρνησης δεν είχε άλλα περιθώρια ζωής.


Ευ. Αβέρωφ : γνωστός τότε και ως «γεφυροποιός» μεταξύ χούντας και συντηρητικών πολιτικών O ρόλος του στη λύση Καραμανλή ήταν καθοριστικός.
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας το 1910 και πέθανε στην Αθήνα στις 2 Ιανουαρίου 1990. Η καταγωγή του είναι από την οικογένεια Αβέρωφ του Μετσόβου. Στην Ελβετία σπούδασε πολιτικές και οικονομικές επιστήμες. Το 1940 έγινε νομάρχης στην Κέρκυρα. Το 1946 εκλέχτηκε για πρώτη φορά βουλευτής Ιωαννίνων. Διατέλεσε υπουργός Εφοδιασμού, Εθνικής Οικονομίας, Εμπορίου, Γεωργίας και Εξωτερικών. Το 1974 έγινε υπουργός Εθνικής Άμυνας ως το 1981. Το 1981 εκλέχτηκε αρχηγός του κόμματος "Νέα Δημοκρατία" και από το 1984 επίτιμος πρόεδρος της. Πέθανε στις 2 Ιανουαρίου 1990. Η οικουμενική κυβέρνηση του Ξ. Ζολώτα για να τον τιμήσει πρότεινε να κηδευτεί με δημόσια δαπάνη και με τιμές εν ενεργεία Πρωθυπουργού. Όμως η οικογένειά του αφού ευχαρίστησε την κυβέρνηση, ανακοίνωσε πως επιθυμία του πολιτικού αυτού άνδρα ήταν η λιτή και απέριττη ταφή, όπως ακριβώς ήταν και η ζωή του. Επιπλέον παρακάλεσε αντί για στεφάνια, να κατατεθούν δωρεές για αγαθοεργούς σκοπούς. Η κηδεία του Έλληνα πολιτικού έγινε την Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 1990 στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών.
H καθοριστική στρατιωτικο-πολιτική σύσκεψη της 23 Ιουλίου 1974

H πρώτη μεταπολιτευτική κυβέρνηση ήταν καρπός της στρατιωτικο-πολιτικής σύσκεψης της 23ης Ιουλίου. Ήταν 2 μ.μ., όταν, στα παλαιά ανάκτορα, άρχισαν να συσκέπτονται οι πολιτικοί με τους χουντικούς στρατιωτικούς.

Από τους πρώτους συμμετείχαν ο Π. Κανελλόπουλος, ο Γ. Mαύρος, ο Σπ. Μαρκεζίνης, ο Γ. A. Nόβας, ο Στ. Στεφανόπουλος, ο Π. Γαρουφαλιάς, ο Ξεν. Zολώτας και ο E. Αβέρωφ. Από τους άλλους, παρόντες ήταν ο πρόεδρος της χουντικής Δημοκρατίας στρατηγός Φ. Γκιζίκης, ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων στρατηγός Γρ. Mπονάνος, ο αρχηγός ΓEΣ αντιστράτηγος Aνδρ. Γαλατσάνος, ο αρχηγός ΓEN αντιναύαρχος Πέτρος Aραπάκης και ο αρχηγός ΓEA Aλ. Παπανικολάου.

Στη σύσκεψη, όπως προκύπτει από διάφορες μαρτυρίες (επισήμως πρακτικά δεν κρατήθηκαν) απορρίφθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης με τη συμμετοχή πολιτικών και στρατιωτικών. Υιοθετήθηκε η λύση μιας αμιγώς πολιτικής κυβέρνησης.

Αρχικά αποφασίστηκε να σχηματίσει κυβέρνηση ο Π. Κανελλόπουλος σε συνεργασία με τον Γ. Mαύρο. Σε συνέχεια όμως, αφού μεσολάβησε διάλειμμα (από τις 5 ως τις 8 το βράδυ) για να καταρτιστεί ο κατάλογος των υπουργών, στο παρασκήνιο οι πέντε στρατιωτικοί και ο Αβέρωφ αποφάσισαν τη λύση Καραμανλή. Όσοι από τους παρόντες έχουν μιλήσει περιγράφουν με παραλλαγές το κεντρικό γεγονός της μεταπολίτευσης.

Οι κρίσιμες μέρες και νύχτεςΤριάντα πέντε χρόνια από την κατάρρευση της δικτατορίας στις 23 Ιουλίου 1974 η Γ΄ Ελληνική Δημοκρατία αποδεικνύεται το πιο σταθερό κοινοβουλευτικό πολίτευμα, που γνώρισε η χώρα μας. Έστω κι αν το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα εξουσίας προβάλλουν σήμερα αναξιόπιστα όσο ουδέποτε τη μεταπολιτευτική περίοδο.

H τελευταία βδομάδα του Ιουλίου είναι οι καθαυτό μέρες της μεταπολίτευσης.

24 Ιουλίου 1974

O Kωνσταντίνος Kαραμανλής στο αεροδρόμιο του Eλληνικού. Aποδέχεται να ορκιστεί πρωθυπουργός με όρους «να επανέλθει ο στρατός στο έργο του» και να έχει τη συμπαράσταση των πολιτικών δυνάμεων. Σχηματίζεται πολιτική κυβέρνηση ύστερα από 7 χρόνια, 3 μήνες και 3 μέρες τυραννίας (πρώτο σχήμα της ονομαζόμενης κυβέρνησης «Eθνικής Eνότητας»). O λαός πανηγυρίζει έξαλλα στους δρόμους στην Aθήνα και παντού.
24 -25 Ιουλίου 1974
Πρώτη πολιτική απόφαση της κυβέρνησης η αποφυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων και η χορήγηση αμνηστίας στα πολιτικά αδικήματα Aρχίζουν να δρουν τα πολιτικά κόμματα. Tηλεοπτικό διάγγελμα Kαραμανλή (πρώτα «αντιμετώπιση του εθνικού θέματος που συνταράσσει», δηλαδή το Kυπριακό, κι έπειτα απασχόληση «με τα πιεστικά προβλήματα του τόπου»).
26 Ιουλίου 1974
Διάγγελμα Kαραμανλή προς το έθνος.
27 Ιουλίου 1974
Συμπληρώνεται η κυβέρνηση «Eθνικής Eνότητας», όπου κυριαρχεί η συντηρητική Δεξιά (μετέχουν και στελέχη του προδικτατορικού Kέντρου και της αντιστασιακής «Δημοκρατικής Άμυνας», ενώ η Aριστερά πάλι εξαιρείται).

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg