Κυριακή, 12 Ιουλίου 2015

Σήμερα η εκκλησία μας εορτάζει την μνήμη του Αγίου Παϊσίου του Αγιορείτη Μεγάλη η Χάρη Του.

Άγιος Παισιος

 Γέροντας Παΐσιος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ο Όσιος Παΐσιος o Αγιορείτης (κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, 25 Ιουλίου 1924 - 12 Ιουλίου 1994) ήταν Έλληνας μοναχός που έζησε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και έγινε ευρέως γνωστός για τον βίο και το έργο του. Ανακηρύχθηκε Άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 13 Ιανουαρίου 2015[1].

Ο βίος του

Παιδική ηλικία

Ο Αρσένιος Εζνεπίδης γεννήθηκε στα Φάρασα της Καππαδοκίας[2], στη Μικρά Ασία, στις 25 Ιουλίου του 1924. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πρόδρομος και ήταν πρόεδρος των Φαράσων, ενώ η μητέρα του λεγόταν Ευλαμπία. Είχε ακόμα 8 αδέλφια. Στις 7 Αυγούστου του 1924, μια εβδομάδα πριν οι Φαρασιώτες φύγουν για την Ελλάδα, βαφτίστηκε από τον ιερέα της ενορίας Αρσένιο, που το 1988 η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε ως άγιο.[3] Ο Αρσένιος επέμεινε και του έδωσε το δικό του όνομα «για να αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είχε πει.
Πέντε εβδομάδες μετά τη βάπτιση του μικρού τότε Αρσένιου, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1924 η οικογένεια Εζνεπίδη, μαζί με τα καραβάνια των προσφύγων, έφτασε στον Άγιο Γεώργιο στον Πειραιά και στη συνέχεια πήγε στην Κέρκυρα, όπου και τακτοποιήθηκε προσωρινά στο Κάστρο. Στην Κέρκυρα η οικογένειά του έμεινε ενάμιση χρόνο. Στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην Ηγουμενίτσα και κατέληξε στην Κόνιτσα. Εκεί ο Αρσένιος τελείωσε το δημοτικό σχολείο και πήρε το απολυτήριο του «με βαθμό οκτώ και διαγωγή εξαίρετο». Από μικρός συνεχώς είχε μαζί του ένα χαρτί, στο οποίο σημείωνε τα θαύματα του Αγίου Αρσενίου. Έδειχνε ιδιαίτερη κλίση προς τον μοναχισμό και διακαώς επιθυμούσε να μονάσει. Οι γονείς του χαριτολογώντας, του έλεγαν «βγάλε πρώτα γένια και μετά θα σε αφήσουμε».

Εφηβικά χρόνια και ο στρατός

Στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι να υπηρετήσει στο στρατό ο Αρσένιος δούλεψε σαν ξυλουργός. Όταν του παραγγελλόταν να κατασκευάσει κάποιο φέρετρο, ο ίδιος, συμμεριζόμενος την θλίψη της οικογένειας, αλλά και τη φτώχεια της εποχής, δεν ζητούσε χρήματα.
Το 1945 ο Αρσένιος κατατάχτηκε στο στρατό και υπηρέτησε σαν ασυρματιστής κατά τον ελληνικό εμφύλιο. Όσο καιρό δεν ήταν ασυρματιστής, ζητούσε να πολεμά στην πρώτη γραμμή, προκειμένου κάποιοι οικογενειάρχες, να μην βλαφτούν. Το μεγαλύτερο όμως διάστημα της θητείας του το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή. Γι' αυτό και πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως "Ασυρματιστή του Θεού". Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την κατά τη στρατιωτική του θητεία αυτή ιδιότητα, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι "ασυρματιστές του Θεού", εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Απολύθηκε από το στρατό το 1949.

Μοναστικός Βίος

Τα πρώτα χρόνια

Ο Αρσένιος εισήλθε πρώτη φορά στο Άγιο Όρος για να μονάσει το 1949, αμέσως μετά την απόλυσή του από το στρατό. Όμως επέστρεψε στα κοσμικά για ένα χρόνο ακόμα, προκειμένου να αποκαταστήσει τις αδελφές του, έτσι το 1950 πήγε στο Άγιο Όρος. Η πρώτη μονή στην οποία κατευθύνθηκε και παρέμεινε για ένα βράδυ ήταν Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στις Καρυές (Διόρθωση: ΔΕΝ υπάρχει τέτοια Μονή στις Καρυές. Και το λινκ στην Μονή της Πάτμου οδηγεί). Εν συνεχεία κατέλυσε στη σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος, στο κελί των Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί γνώρισε τον πατέρα Κύριλλο που ήταν ηγούμενος στη μονή και τον ακολούθησε πιστά.
Λίγο αργότερα αποχώρησε από τη μονή και κατευθύνθηκε στη Μονή Εσφιγμένου. Εκεί τελέσθηκε η τελετή της «ρασοευχής» και πήρε το πρώτο όνομά του που ήταν Αβέρκιος. Και εκεί αμέσως ξεχώρισε για την εργατικότητά του, τη μεγάλη αγάπη και κατανόηση που έδειχνε για τους «αδελφούς» του, την πιστή υπακοή στο γέροντά του, την ταπεινοφροσύνη του, αφού θεωρούσε εαυτόν κατώτερο όλων των μοναχών στην πράξη. Προσευχόταν έντονα. [εκκρεμεί παραπομπή] Ανάμεσα στα αγαπημένα του αναγνώσματα ήταν οι ρήσεις των Πατέρων της ερήμου και ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος.[3]
Το 1954 έφυγε από τη μονή Εσφιγμένου και κατευθύνθηκε προς την Μονή Φιλοθέου, που ήταν ιδιόρρυθμο μοναστήρι όπου μόναζε και ένας θείος του. Η συνάντησή του όμως με το γέροντα Συμεών ήταν καταλυτική για την πορεία και διαμόρφωση του μοναχικού χαρακτήρα του Παϊσίου. Μετά από δύο χρόνια, το 1956, χειροθετήθηκε «Σταυροφόρος» και πήρε το «Μικρό Σχήμα». Τότε ήταν τελικά που ονομάστηκε και «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του. Ο Γέρων Αυγουστίνος αυτήν την περίοδο απέκτησε στενή σχέση με τον Παΐσιο.
Το 1958, ύστερα από «εσωτερική πληροφόρηση», πήγε στο Στόμιο Κονίτσης. Εκεί πραγματοποίησε έργο το οποίο αφορούσε στους ετερόδοξους αλλά περιελάμβανε και τη βοήθεια των βασανισμένων και φτωχών Ελλήνων, είτε με φιλανθρωπίες, είτε παρηγορώντας τους και στηρίζοντάς τους ψυχολογικά, με αιχμή το λόγο του Ευαγγελίου. Επί 4 έτη έμεινε στην Ιερά Μονή Γενεθλίων της Θεοτόκου στο Στόμιο, όπου αγαπήθηκε πολύ από τον λαό της περιοχής για την προσφορά και τον μετριοπαθή χαρακτήρα του.
To 1962 πήγε στο Όρος Σινά, όπου παρέμεινε για δύο χρόνια στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης[εκκρεμεί παραπομπή]. Έγινε ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.[3]

Επιστροφή στο Άγιο Όρος

Το 1964 επέστρεψε στο Άγιο Όρος, από όπου δεν ξαναέφυγε ποτέ. Έμεινε στη Σκήτη Τιμίου Προδρόμου Ιβήρων. Την εποχή εκείνη ήταν υποτακτικός του Ρώσου μοναχού Τύχωνα, που ασκήτευε στο Σταυρονικητιανό κελλί του Τιμίου Σταυρού[εκκρεμεί παραπομπή] μέχρι το θάνατό του το 1968, μετά τον οποίο, ακολουθώντας την επιθυμία του Τύχωνα, έμεινε στο κελί του για έντεκα χρόνια. Τον ίδιο χρόνο, συμβούλεψε έναν από τους κοντυνότερους μαθητές του, το Βασίλειο Γοντικάκη να γίνει ηγούμενος για να βοηθήσει την ανακατασκευή της Μονής Σταυρονικήτα, που ήταν σημαντικό βήμα για την αναβίωση του μοναχισμού στον Άθω.[4] Ο Γέροντας Παΐσιος ευλαβείτο πολύ το γέροντά του, Τύχωνα, και πάντα μιλούσε με συγκίνηση γι'αυτόν.
Tο 1966 ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Νοσοκομείο Παπανικολάου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου.
Από τότε άρχισε να δέχεται πολλές επισκέψεις. Ήδη το όνομά του έχει αρχίσει να γίνεται αρκετά γνωστό μακριά από το Όρος και κάθε λογής βασανισμένοι άνθρωποι οδηγούνταν σε αυτόν, μαθαίνοντας για ένα χαρισματούχο μοναχό που ονομάζεται Παΐσιος. (Διόρθωση: αυτά έγιναν πολύ αργότερα) Το επόμενο έτος μεταφέρθηκε στη Μονή Σταυρονικήτα. Βοήθησε σημαντικά σε χειρωνακτικές εργασίες, συνεισφέροντας στην ανακαίνιση του μοναστηριού.

Στην Παναγούδα

Το 1979 αποχώρησε από την σκήτη του Τιμίου Σταυρού και κατευθύνθηκε προς την Μονή Κουτλουμουσίου. Εκεί εισχώρησε στή μοναχική αδελφότητα ως εξαρτηματικός μοναχός. Η Παναγούδα ήταν ένα κελί εγκαταλελειμμένο και ο Παΐσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Οι ασθένειες του Γέροντα

Το ιστορικό

Το 1966 ο γέροντας νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Παπανικολάου λόγω βρογχεκτασιών. Μετά την επέμβαση για την αφαίρεσή τους και λόγω της χρήσης ισχυρών αντιβιοτικών ο γέροντας έπαθε ψευδομεμβρανώδη κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά προβλήματα. Κάποια στιγμή, ενώ εργαζόταν στην πρέσα που είχε στο κελί του, έπαθε βουβωνοκήλη. Αρνήθηκε να νοσηλευτεί και υπέμεινε καρτερικά την ασθένεια, η οποία του έδινε φοβερούς πόνους για τέσσερα ή πέντε χρόνια. Κάποια μέρα σε μια επίσκεψή του στη Σουρωτή, κάποιοι γνωστοί του γιατροί κυριολεκτικά τον απήγαγαν και τον οδήγησαν στο Θεαγένειο νοσοκομείο, όπου και χειρουργήθηκε. Παρά την αντίθεση των γιατρών, ο γέροντας συνέχισε τη σκληρή ασκητική ζωή και τις χειρωνακτικές εργασίες κάτι που επιδείνωσε και άλλο την κατάσταση της υγείας του.

Το τέλος της ζωής του

Μετά το 1993 παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία.[5] Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 χειρουργήθηκε.
Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.
Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Τελικά απεβίωσε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης. Έκτοτε, κάθε χρόνο στις 11 προς 12 Ιουλίου, στην επέτειο της κοίμησής του, τελείται αγρυπνία στο Ιερό Ησυχαστήριο, με συμμετοχή χιλιάδων πιστών.

Συγγραφικό έργο

Ο Γέροντας Παΐσιος συνέγραψε 4 βιβλία, τα οποία έχουν εκδοθεί από το Ιερόν Ησυχαστήριον «Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος» (Σουρωτή Θεσσαλονίκης). Τα βιβλία αυτά τιτλοφορούνται [6]:
  • Ο Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (1991)
  • Ο Γέρων Χατζη-Γεώργης ο Αθωνίτης, 1809-1886 (1986)
  • Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα (1993)
  • Επιστολές (1994)

Αποτίμηση και μεταθανάτια φήμη

Ήδη πριν το θάνατο του Παΐσιου, είχε αρχίσει να σχηματίζεται ένας μύθος γύρω από το όνομά του και έγινε πρόσωπο αμφιλεγόμενο για τη μοναστική κοινότητα του Άθω: κάποιοι παλαιότεροι μοναχοί και ζηλωτές, όπως εκείνοι της Μονής Εσφιγμένου, του ασκούσαν κριτική.[7] Σύμφωνα με τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο, ο Παΐσιος ήταν ένας από τους υπεύθυνους για την αναβίωση του μοναχισμού στο Άγιο Όρος, που βρισκόταν σε παρακμή ως τη δεκαετία του 1960.[8] Στην Ελλάδα και στο Άγιο Όρος είναι γνωστός μαζί με τον Άγιο Πορφύριο ως θαυματουργός και θεραπευτής.[5] Οι Μητροπολίτες Ναυπάκτου Ιερόθεος και Μαραθώνα Μελίτων έχουν προτείνει την κατάταξή του στα δίπτυχα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως Αγίου.[εκκρεμεί παραπομπή]
Η θαυματολογία γύρω από τον γέροντα Παΐσιο έχει ως αποτέλεσμα εκατοντάδες άτομα να επισκέπτονται καθημερινά τη Μονή Αγίου Ιωάννη Θεολόγου στη Σουρωτή, όπου είναι θαμμένος, η οποία είναι γνωστή και με το όνομά του.[7] Κυκλοφορούν επίσης δεκάδες βιβλία με διδασκαλίες του και προφητείες του, που έχουν να κάνουν με διάφορα θέματα, από το τέλος του κόσμου ως την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και αλβανικών εδαφών από την Ελλάδα. Το ενδιαφέρον για τον Παΐσιο ενισχύθηκε ιδιαίτερα την περίοδο της οικονομικής κρίσης.[9] [10]
Το 2011[εκκρεμεί παραπομπή] δημιουργήθηκε στο Facebook η σατιρική σελίδα «Γέροντας Παστίτσιος» με σκοπό τη σάτιρα μπλογκ και εντύπων που εκμεταλλεύονταν το όνομα του γέροντος Παΐσιου για να προβάλλουν υποτιθέμενα θαύματα και προφητείες. Ένα ψεύτικο θαύμα που «κατασκεύασε» ο χειριστής της σελίδας αναδημοσιεύτηκε ως αληθινό σε δεκάδες μπλογκ και ιστοσελίδες θρησκευτικού περιεχομένου και σε εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας τον Αύγουστο του 2012. Η σύλληψη του χειριστή της σελίδας το Σεπτέμβριο του 2012, δύο μέρες μετά από σχετική ερώτηση βουλευτή της Χρυσής Αυγής στο Κοινοβούλιο, με κατηγορίες για κακόβουλη βλασφημία και καθύβριση θρησκευμάτων προκάλεσε τις έντονες αντιδράσεις κομμάτων της αριστεράς και χρηστών του Facebook και του Twitter, καθώς έθιγε βάναυσα, ουσιαστικά δικαιώματα και ελευθερίες.· νέες σελίδες με παρόμοια ονόματα δημιουργήθηκαν και το hashtag της διαμαρτυρίας έγινε διεθνές trending topic. [11] [12] Τελικά, ο 27χρονος κατηγορούμενος παραπέμφθηκε σε τακτική δίκη[13] και τον Ιανουάριο του 2014 καταδικάστηκε σε δεκάμηνη φυλάκιση με αναστολή για εξύβριση θρησκεύματος κατ' εξακολούθηση.

Αγιοκατάταξη

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του μοναχού Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανακοίνωση[14] της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:
«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.
Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην [..]

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»


https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%93%CE%AD%

Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2012

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ - ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ



«Μοῦ ἔλεγε ὁ π. Παΐσιος, πού τόν εἴχαμε ἐπισκεφτεῖ πρότινος [27-3-1978], τό ἑξῆς. Μοῦ εἶπε καί κάτι καταπληκτικά πράγματα, δέν μπορῶ νά σᾶς τά πῶ. Μοῦ εἶπε λοιπόν τό ἑξῆς: Ὅτι πολλοί λένε ὅτι ἔνιωσαν μιά χαρά, γιατί εἶδαν κάτι κτλ., ἴσως πνευματικό πρᾶγμα κτλ. Μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι πάρα πολύ χοντρική αὐτή ἡ χαρά. Εἶναι χοντροειδέστατη, εἶναι σάν τή χαρά πού αἰσθάνεται κανείς ἀπό τήν ἐρωτική ζωή, ἀπό τόν ρημαγμόν τῆς καρδιᾶς. Ἡ πνευματική χαρά ἔχει μιά τέτοια λεπτότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀσύλληπτη! Λοιπόν, σέ ἄπειρο βαθμό ὑπάρχει αὐτός ὁ ρημαγμός τῆς καρδιᾶς, ὅταν πληγωθεῖ ἀπό τό βέλος «Ἰησοῦς Χριστός!».

(Ψαλμοί, ὁμιλία 18η)
«Ὁ π. Παΐσιος, κάποτε τόν φιλοξενήσαμε στό μοναστήρι μας, καί πολλές φορές ἀνέφερε τή λέξη «ἀνθρωπιά», τοῦ ἄρεσε πολύ αὐτό. Ὁ Χριστιανός,
ὅταν τηρεῖ τόν κώδικα, τό εὐαγγελικό ἦθος, ἔχει ἀνθρωπιά. Ἔλεγε καί κάποια ἄλλη λέξη, «ἀρχοντιά». «Ὁ ἄνθρωπος», λέει, «γεμίζει ἀπό ἀνθρωπιά, γεμίζει ἀπό ἀρχοντιά, και εἶναι πολύ ὡραῖο πρᾶγμα, ἀνεξάρτητα ἄν εἶναι φτωχός, πλούσιος, μορφωμένος, ἀμόρφωτος, νά ἔχει τήν τιμή, αὐτή τήν ἀνθρωπιά, αὐτή τήν ἀρχοντιά!».
(Πρός Ρωμαίους, ὁμιλία 17η)

«Ὁ μακαριστός π. Παΐσιος, πού κάποτε μᾶς ἐπισκέφτηκε ἐδῶ στό μοναστήρι, ἦταν προσφιλής του χαρακτηρισμός ἡ λέξη «ἀρχοντιά». «Νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος ἀρχοντιά», καί θά πεῖ ὁ ἀνώτερος ἄνθρωπος, ὁ ὄντως ὡραῖος ἄνθρωπος!».
(Σειράχ, ὁμιλία 219η)

«Εἴχαμε φιλοξενήσει πρό ὀλίγου καιροῦ τόν πατέρα Παΐσιο [1978], καί μιλοῦσε γι’ αὐτήν τήν ἀρχοντιά πού ὑπάρχει στούς ἀνθρώπους, στούς ἀληθινά πνευματικούς, ἔχοντας μέσα τους Πνεῦμα Θεοῦ. Ξέρετε, δέν κάνει ἄρχοντα τόν ἄνθρωπο τό χρῆμα. Ἐκεῖ, βλέπετε πῶς τό χαρακτήρισε; «Γυφτιά». Χτυπᾶς μιά πόρτα, δέ σοῦ λένε: «Πεινᾶς; Διψᾶς; Εἶσαι κουρασμένος;» … γυφτιά! Ἐνῶ, ποιά εἶναι ἡ ἀρχοντιά; Ἡ ἀρχοντιά εἶναι νά κατανοήσεις τόν ἄλλον ἄνθρωπο. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχοντιά, εἶναι ἡ φιλοτιμία!».
(Τωβίτ, ὁμιλία 11η)

«Ὁ π. Παΐσιος ὁ μακαριστός ἔλεγε ὅτι στέλνει ὁ διάβολος τήν τηλεόρασή του. Μοῦ τό ἔγραφε σέ μιά ἐπιστολή του γιά κάποια περίπτωση. «Ἔστειλε», λέει, «σέ αὐτό τό πρόσωπο ὁ διάβολος τήν τηλεόρασή του, τή φαντασία». Δουλεύει ἡ φαντασία!».
(Σειράχ, ὁμιλία 257η)

«Μοῦ ἔλεγε ἕνας ἁγιορείτης μοναχός, ὁ π. Παΐσιος συγκεκριμένα, τό ἑξῆς περιστατικό μέ μία γυναῖκα, πού ἔλεγε: «Χριστέ μου, ἐγώ οὕτως ἤ ἄλλως στή Βασιλεία Σου δέν θά μπῶ, εἶμαι τόσο ἁμαρτωλή γυναῖκα. Δῶσε νά Σέ δῶ τώρα στήν παροῦσα ζωή καί νά ἔχω μία χαρά, τή δική Σου τήν παρουσία». Πράγματι, κάποτε εἶδε τό Χριστό ἐν Ἁγίῳ Ποτηρίῳ, στό Ἅγιο Ποτήριο Τόν εἶδε τό Χριστό! Τόσο πολύ χάρηκε, ἀλλά καί ταυτοχρόνως γέμισε ἀπό ἔπαρση καί ἄρχισε νά λέει: «Ἐγώ εἶδα τό Χριστό, ἐγώ εἶμαι πολύ σπουδαία»! Καί ἡ ταλαίπωρη στό τέλος χάθηκε! Βέβαια, ὁ Χριστός πού εἶναι καρδιογνώστης ἐπέτρεψε αὐτό, εἶναι παραχώρηση, γνωρίζοντας ὅτι αὐτή ἡ γυναῖκα θά χανόταν. Δέν εἶναι ἕνα πείραμα, πού κάνει ὁ Χριστός, νά χάνονται οἱ ἄνθρωποι, ἀλλά γιά νά ἀποκαλύψει αὐτό πού πολλές φορές λέγεται μυστική, κρυφή ὑπερηφάνεια. Ἡ γυναῖκα αὐτή ἔλεγε «εἶμαι ἁμαρτωλή», εἶχε ὅμως κρυφή ὑπερηφάνεια, καί αὐτή δέν φαίνεται οὔτε σέ ἐκεῖνον πού τήν κατέχει, παρά μόνο στά μάτια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι λοιπόν πολύ ἐπικίνδυνο τό νά νομίζουμε ὅτι φθάσαμε ὅπου φθάσαμε καί ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα τεκμήριο ὅτι θά σωθοῦμε!».
(Πράξεις, ὁμιλία 8η)


                                                                                                   Ἐπιμέλεια
Παντελῆς Γκίνης 
 
 

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg