Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Πρώτη Σερρών:Ντοπιολαλιές από τον φίλο Παναγιώτη Δασκαλούδη-"Αρνίθα μι τα κρουμύδγια κι κατσιαμάκι"




Παναγιώτης Δασκαλούδης 

https://www.facebook.com/panagiotis.daskaloudis?fref=nf 



Η μπαρμπα Γιώργης, χρόνια πουλλά είχει κουπάδι απού γίδγια κι κάθι όπους κάθι προυί, μνια μέρα σκώθκει, πήγει στου μαντρί, άρμιξει τα ζώα, έπιξει του γάλα κι καταπόδι τα ξισφάλσει τα γίδγια κι αυτά έφκαν όξου απού του μαντρί. Πήγει ύστιρα ζ καλιβούδα που είχει στου μαντρί, πήρει δγιο φέτεις ψουμί, τα έβανει ζντου τουρβά κι αφού ντουν έριξει ζντη πλάτη, πήρει του τσιουμάκι κι άιντι κι αυτός όξου μαζί μι τα γίδγια. Τα γύρσει πέρα δώθει, πέρασει κι ώρα κι κατά του μησιμέρι, τα μάζηψει όλα ακάτ απού μνια σκιά λίγου πιο πέρα απού του μαντρί, για να μη τα τρώει κι αυτά η ζέστα κι πλάγιασει κι αυτός, όδει κει, μπέλκη κμοιθεί λιγούτσκου κι πάρει κι κανα μικρό νιμπέτι.
Δε πέρασει πουλύ ώρα, κιρός απουγύρσει, λίγου θα να συνέφχιασει δρόσισει τάχα, κι τα γίδγια αρχίνσαν λίγου λίγου να ξιανοίγουντει απού κάτ απού ντη σκιά, αλλά βουσκούσαν όδει κει κι μον καναδγιό παλιόγιδεις τρανές ζ νηλικία, ξιμάκριναν λίγου. Η Μπαρμπα Γιώργης, ξύπνησει θαν άκσει να γκδούνια να βρουντούν, αλλά κι αφού τα είδει τα γίδγια κει λουγύρου, δεν πουλυταράθκει. Ήξηρει κι για ζ δγιό ζ γίδεις που ξέφυβγαν λίγου, αλλά «δε πειράζει ήλιγει απού μέσα τ, τρανές είνει οι καημένεις, δόντγια δεν έχουν θαν ιμένα, άς πάν λίγου παρακάτ, μπέλκη βρούν κανα πρασνάδι».
Κει απού κάνταν, να κι η Νικόλας. Είχει κι εκείνους λίγου απού μιριά μαντρί, είχει κανα δγιό γίδγια κι νακαδγιό προυβατίνεις κι καμνιά πεντέξι κότεις, αλλά αυγά δεν ίτσι δεν ήπηρνει γιατί τάτρουγαν τα ζούδγια. Αλιπές δε ζήγουναν ντιπ, γιατί είχει τρία σκλιά στου μαντρί, κι μέρα - νύχτα, δεν άφναν τίπουτα να ζγώσει, αλλά ζ μπουτκοί δε μπουρούσει να ξιπατώσει κι όλου ντουν έτρουγαν τα αυγά απού σ κότεις.
Έκατσει κι Νικόλας κει κάτ απού ντη σκιά κι τα ήλιγαν, μέχρι που φάνκει η γναίκα σ Νικόλα μι μνια αρνίθα ζ ναγκαλιά τς.
-Γειά σας αρέ παλκάργια, τι κάντει……πως είστει…..
-Γειά σου Πασχάλου γειά σου….. ντην είπει η Γιώργης….. πως κι έτσι ιδώ απάν τέτχοια ώρα κι μι ντην αρνίθα ζ αγκαλιά;…….
-Να ρε Γιώργη…… είπει η Νικόλας……. Ειπειδής δεν παίρνουμει ίτσι αυγά απού σ αρνίθεις ιδώ απάν απού έχουμει γιατί τα τρών συνέχεια οι μπουτκοί, η Πασχάλου κάθει προυί, έρχητει κι αυγουλουγά σ αρνίθεις. Αν είνει καμνιά που έχει αυγό για να γινήσει, ντη παίρνει ακάτ στου σπίτι, ντη κλείνει ζ απουθήκη κει που εχουμει τα άχυρα, κι άμα γινά του αυγό, ντη ξαναφέρνει πίσου στου μαντρί.
Κάπχοια στιγμή η Γιώργης, σκώθκει να πάει κατά τα γίδγια μιργιά, σ απουχιρέτσει, κι η Νικόλας ντουν είπει……
-Εεεεη Γιώργη…… Του βράδυ άμα θέλς έλα σπίτι να πχιούμει κανα ρακί. Του σπίτι σ απού δίπλα μας είνει…… Θα σι πιριμένου……
-Ιντάξι Νικόλα…..θα νέρτου…..
Η Νικόλας, σκώθκει κι τράβξει μι ντη γναίκα τ κατά του μαντρί τ, έκατει κει καμπόση ώρα κι έκανει καναδγιό δλούδεις απού είχει κι καταπόδι μαζί μι ντη γναίκα τ, κατέφκει σια του χουργιό για του σπί τ. Η Γιώργης, μάσει σιγά σιγά τα γίδγια, τα έβανει μέσα στου μαντρί, τα πότσει, κι άμα έκανει κι αυτός κανα δγιο δλειές απού είχει, σφάλσει του μαντρί κι καταπόδι τράβξει κι αυτός για του σπίτι τ. Κατά τα σμούχρια, έφτασει στου σπίτι, άλλαξει, πλύθκει κι τιργιάσκει για να πάει στου σπίτι σ Νικόλα για να πχιούν ρακί κι να μουχαμπιτχιάσουν, άλλουστει έτσι κι του είχαν κανουνίσει.
-Γναίκα…..είπει η Γιώργης….. Θα παένου ζντου Νικόλα, έτσι για να κάνουμει λίγου μουχαμπέτι κι να πχιούμει κανα πουτήρι ρακί……
-Να πάς Γιώργη να πας……μόν μη ξιχαστείς κι κουμπαργιαστείς πουλύ, γιατί θα κάνου κατσιαμάκι, τα πιδγιά θα μαζιφτούν σι λίγου, να κάτσουμει όλνοι μαζί στου τραπέζι…… έχει ντην ένοια σ…….
Γιώργης πήγει καταπόδι σ Νικόλα του σπίτι. Η Πασχάλου, έβανει σι ένα μικρό ταψούδι ένα τσιαηρό ρακί μι δγιο πουτήργια κι τα άφσει στου τραπέζι….. Η Γιώργης κι Νικόλας, έβαναν στα πουτήργια, ήπχιαν ένα, του ένα γίνκει δγιό, τα δγιό γίνκαν τρία,…… κι του μουχαμπέτι μάκρυνει…. Η ώρα πέρασει, κι η Πασχάλου ήθιλει να στρώσει του τραπέζι κι να βάνουν να φαν. Έκανει κι του ουρίστη ζντου Γιώργη κι ντουν είπει……
-Άντι Γιώργη,……έτσι όπους στρώθκητει, να βάνου κι του φαϊ να πω κι τα πιδγιά να φάμει όλνοι μαζί….. κι κάτσει κι συ να φάς μαζί μας….. Ένα πχιάτου παραπάν, δε βαργιέσει, έχουμει να δώσουμει….. Έχουμει αρνίθα μι τα κρουμύδγια…..
Γιώργης θαν άκσει αυτό που είπει η Πασχάλου, μνια φουρά τα άντιρα τ λιγώθκαν κι άρχισαν να τρέχουν τα σάλια τ, αλλά έλα που ήταν κι λίγου πιρήφανους, αντρέπουνταν κι όσου νάνει, είπει ζ Πασχάλου…..
-Αμάν μαρή Πασχάλου…… Να μι σχουρέεις, δε θα κάτσου….. Του ίδγιου φαϊ έχουμει κι μεις στου σπίτι (σιγά μην ήταν ίδγιου με του κατσιαμάκι που θα έκανσκει η γναίκα ζ Γιώργη),….. τι δώ να φάου τι στου σπίτι μας…….Πες ότι έφαγα μαζί σας……
-Ε τότει να μη σι χουρίσουμει απ τα πιδγιά σ κι απού ντη γναίκα σ……. αφνοί είνει παραπάν απού μας….πάεινει σπίτι καλλίτιρα…..
Σκώθκει Γιώργης για να φύγει κι τότει ακούσκει ζ ναυλή η φουνή ζ γναίκας τ, να φουνάζει δυνατά κι να λέει……..
-Πασχάλου……μαρή Πασχάλου…… Πε ντου Γιώργη να έρτει σπίτι……. Άντι φτάνει τόσου απού έκατσει….. Τα πιδγιά μαζεύκαν, του κατσιαμάκι είνει έτοιμου, έστρουσα να φάμει……. Θα κρυώσει του φαϊ, να μην αργεί…..




Επιμέλεια: Παύλος  Π. Νούνης

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg