Σάββατο, 12 Δεκεμβρίου 2015

Αφιέρωμα : Η ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ-Χριστούγεννα στην Ελλάδα


Χριστούγεννα στην Ελλάδα                    
Επιστροφή στις αγαπημένες γεύσεις του παραδοσιακού γιορτινού εδεσματολογίου, που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά. Πόσο μακριά απέχουν τα Χριστούγεννα του Νεοέλληνα από τις γιορτές των παππούδων του! Ωστόσο, οι στενεμένοι καιροί αλλά και η τάση της επιστροφής στη γαστρονομία της παράδοσης είναι η καλύτερη ευκαιρία για να ανακαλύψουμε ξανά τη νοστιμιά του χοιρινού, της κοτόσουπας, της σπιτικής γιορτινής βασιλόπιτας, του χριστόψωμου και των γλυκών των προγόνων μας.
Το έθιμο των χοιροσφαγίων Το σφάξιμο του χοίρου του σιτευτού, που κάθε οικογένεια ανατρέφει με ιδιαίτερη επιμέλεια, ταΐζοντάς τον αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρο, ζεστό νερό κι αλάτι ήταν σίγουρα το πιο γενικευμένο έθιμο σε όλη την Ελλάδα, με ρίζες που κρατούν από την αρχαιότητα. Γιατί ο χοίρος αυτός δεν ήταν μόνο ευκαιρία για τρικούβερτο γλέντι, αλλά και το κρέας που θα συντηρούσε για έναν ολόκληρο χρόνο την οικογένεια, ενώ από το δέρμα του έφτιαχναν ακόμη και παπούτσια, τα «γουρνοτσάρουχα» όπως τα έλεγαν στη Θεσσαλία. Ενα μέρος από το φρέσκο κρέας γινόταν παστό και με τα εντόσθιά του ετοίμαζαν τις γιορτινές λιχουδιές: Πηχτή, τσιλαδιές (ό,τι μένει από το σιγανό λιώσιμο του λίπους στα καζάνια), σύγλινα και ομαθιές στην Κρήτη, λουκάνικα, σύβραση με πράσα, σούπα αλλά και κοψίδια στη θράκα. Πολύ διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα είναι και η συνταγή του μαγειρευτού χοιρινού με σέλινο. Το χοιρινό μαγειρεύεται επίσης παραδοσιακά ψητό στον φούρνο, κοκκινιστό με πιλάφι, τηγανιά με ρίγανη και κοκκινοπίπερο και με αγριόχορτα. Το έθιμο των χοιροσφαγίων διατηρήθηκε στην Ελλάδα μέχρι το ’40, όταν σταμάτησε τις δύσκολες μέρες του Πολέμου. Το έθιμο της γαλοπούλας ήταν συνηθισμένο μόνο στα ελληνικά αστικά κέντρα Παλιότερα, όμως, από την Κρήτη ώς τη Μακεδονία, το φαγητό που έτρωγε η οικογένεια όταν επέστρεφε από τη βραδινή λειτουργία ήταν η κοτόσουπα.
Το ψωμί του Χριστού «Χριστοκουλούρα», «Κουλούρα», «Σταυροψώμι», «Ψωμί του Χριστού», «Βλάχες», «Σταυροί». Διαφορετικά ονόματα για ένα τελετουργικό ψωμί. Σε κάποιες περιοχές, το χριστόψωμο κόβεται στο δείπνο της παραμονής και συνοδεύεται πάντα από νηστίσιμα ντολμαδάκια (που αναπαριστούν τον Χριστό στα σπάργανα). Στη Σπάρτη το πλάθουν σε σχήμα σταυρού. Στη Στερεά, ο ιερέας περνά από τα σπίτια για να το ευλογήσει, ενώ στην Κορινθία η νοικοκυρά το φουσκώνει μόνο σε άσπρη λεκάνη κάνοντας το σταυρό της και λέγοντας ευχές. Στα Επτάνησα, όλη μαζί η οικογένεια ακουμπά το χριστόψωμο και κατευθύνεται προς το τζάκι όπου ο νοικοκύρης ρίχνει λάδι ή κρασί στη φωτιά.

Τα Χριστούγεννα στον ελληνικό παραδοσιακό πολιτισμό Πολυμέρου-Καμηλάκη, Αικατερίνη  διευθύντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών
Το 378 για πρώτη φορά γιορτάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη ως αυτοτελής γιορτή
Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων αντικατέστησε πιθανότατα αρχαιοελληνικές ή ρωμαϊκές γιορτές, όπως τα Σατουρνάλια, τα Κρόνια κ.ά., συνδεδεμένες με τις χειμερινές τροπές του ήλιου (το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 22 Δεκεμβρίου). Περιλαμβάνει τις ημέρες από την παραμονή των Χριστουγέννων (24 Δεκεμβρίου) έως την παραμονή των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Έτσι, είναι φυσικό, οι χριστιανικές γιορτές, όπως είναι η Γέννηση του Χριστού, η εορτή του Αγίου Βασιλείου, η Περιτομή και η Βάπτιση να έχουν συνδεθεί με ειδωλολατρικές συνήθειες που αποσκοπούσαν στον εξευμενισμό των δαιμονικών όντων και στην ευετηρία (καλοχρονιά).
Κύριο χαρακτηριστικό των ημερών αυτών είναι οι αγερμοί (κάλαντα) από μικρούς και μεγάλους, οι μεταμφιέσεις, οι προληπτικές ενέργειες για το καλό της χρονιάς κ.ά.
Τα χοιροσφάγια
Μια χαρακτηριστική εκδήλωση των Χριστουγέννων είναι τα χοιροσφάγια, με θυσιαστικό χαρακτήρα, απήχηση αρχαίων εξιλαστήριων και καθαρτήριων θυσιών που συνοδεύονται από μαγικές και δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως τα μαντέματα. Οι Ρωμαίοι στην εορτή των Βρουμαλίων στο τέλος του έτους θυσίαζαν χοίρους στον Κρόνο και τη Δήμητρα. Ο χοίρος είναι πιθανότατα μία ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, είτε επειδή καταστρέφει τη βλάστηση είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του. Στον παραδοσιακό πολιτισμό η λατρεία είναι ενσωματωμένη στην αγροτική οικονομία. Η εκτροφή του χοίρου εξασφαλίζει στην οικογένεια κρέας και λίπος για ολόκληρη τη χρονιά. Δεν ήταν δύσκολο να διατηρούν από ένα χοίρο σε κάθε σπίτι καθώς ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία και είχαν να τον ταϊσουν σιτηρά, τυρόγαλο, βελανίδια και αποφάγια αντί να τα πετάνε. Για τη σφαγή ακολουθούνταν ιδιαίτερη εθιμοτυπία καθώς γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και θύτης ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Από το αίμα του ζώου έγραφαν ένα σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών για τον πονοκέφαλο. Κάρφωναν το ρύγχος του χοίρου στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα για να διώχνει τους καλικαντζάρους. Από τη σπλήνα και το συκώτι του μάντευαν το μέλλον της οικογένειας. Έπειτα μαζεύονταν στα σπίτια και δοκίμαζαν τους χοιρινούς μεζέδες και παρασκεύαζαν τα λουκάνικα, τα απάκια και τα σύγλινα. Ιδιαίτερα φιλανθρωπικό χαρακτήρα αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπο είχε η συνήθεια να στέλνουν «τα σκουτελικά για ψυχικό» δηλαδή καλάθια με δώρα, κυρίως φαγώσιμα.
Τα Χριστούγεννα και τα έθιμά τους
Η γιορτή των γενεθλίων του Χριστού θεσπίστηκε στις 25 Δεκεμβρίου από τους Χριστιανούς και ο εορτασμός της επεκτάθηκε σταδιακά σε όλο το ρωμαϊκό κράτος, ανατολικό και δυτικό. Στόχος τους ήταν να παραμερίσουν τον περσικό θεό Μίθρα, θεό του ήλιου και του φωτός. Η μέρα των γενεθλίων του «το Γενέθλιον του αήττητου Ήλιου» γιορταζόταν στις 25 του Δεκέμβρη. Η γιορτή αυτή συνδυαζόταν με τα Σατουρνάλια, παλιά αγροτική γιορτή που έγινε μία από τις σπουδαιότερες γιορτές των Ρωμαίων και γιορταζόταν από τις 17 έως τις 23 Δεκεμβρίου. Ο σύνδεσμος του Χριστού με τον ήλιο φανερώνεται και στην υμνογραφία των Χριστουγέννων: «Ανέτειλας, Χριστέ, εκ Παρθένου, νοητέ Ήλιε της Δικαιοσύνης». Η γέννηση του Χριστού γιορταζόταν αρχικά στις 6 Ιανουαρίου, μαζί με τη βάπτιση. Το 378 για πρώτη φορά γιορτάστηκαν στην Κωνσταντινούπολη τα Χριστούγεννα ως αυτοτελής γιορτή. ροάγγελος των Χριστουγέννων είναι οι ομάδες των παιδιών που τραγουδούν τα κάλαντα. αρχίζοντας με την εξιστόρηση της γέννησης του Χριστού, συνεχίζουν με παινέματα για το σπίτι και τους σπιτικούς και τελειώνουν ζητώντας πλούσιο φιλοδώρημα.
Στο Ζαγόρι της Ηπείρου για παράδειγμα, ξημερώνοντας Χριστούγεννα, κάνουν τα «σπάργανα», τηγανίτες με πολλά καρύδια επάνω που συνηθίζουν να προσφέρουν σε όσους επισκέπτονται λεχώνα. Το Δωδεκαημέρου που μεσολαβεί ανάμεσα στη γέννηση και τη βάπτιση του Χριστού είναι μια ιδιαίτερη χρονική περίοδος. Αν για τα μικρά αβάπτιστα παιδιά και τις λεχώνες παίρνονται ιδιαίτερες προφυλάξεις για να τα προστατεύσουν καθώς είναι ευάλωτα στις επιβουλές και συνάμα επικίνδυνα, ο χρόνος που μεσολαβεί ως τη βάπτιση του Χριστού είναι χρόνος αταξίας που αφορά ολόκληρη την παραδοσιακή κοινωνία.
Τα Χριστούγεννα αποτελούν οικογενειακή γιορτή, που συγκεντρώνει τα μέλη της οικογένειας γύρω από το κοινό τραπέζι, όπου θα κόψουν το χριστόψωμο, στολισμένο με καρύδια και σχέδια από ζυμάρι. Στη Μακεδονία και αλλού τα Χριστούγεννα μαγείρευαν ντολμαδάκια (σαρμάδες) με λάχανο και κρέας χοιρινό, συνοδευμένο με σέλινο, πράσο ή σπανάκι, ενώ σε άλλες περιοχές έσφαζαν κότα και έφτιαχναν σούπα. Η γαλοπούλα είναι νεώτερη συνήθεια στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι.
Τα κάλαντα των Χριστουγέννων
Τα κάλαντα είναι τραγούδια που λέγονται από ομάδες παιδιών ή ενηλίκων στους δρόμους ή τα σπίτια με φιλοδώρημα. Πήραν το όνομά τους από τη γιορτή των Καλενδών του ρωμαϊκού ημερολογίου. Την παραμονή των Χριστουγέννων παιδιά ή άντρες γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι κι έλεγαν τα κάλαντα. Στη Χίο το βράδυ της παραμονής ομάδες παιδιών ή άντρες γύριζαν στα σπίτια με τύμπανα και φλογέρες ή με μουσική και έψαλλαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.
Στην περιοχή Κοζάνης κρατούσαν ένα ξύλο μήκους μισού μέτρου και σχήματος Τ (την τζομπανίκα) για να χτυπούν τις πόρτες και ένα τροβά (υφαντό σακούλι για τα δώρα). Οι νοικοκυρές τους «φιλεύουν» μήλα, σύκα, καρύδια, κάστανα, κουλουράκια (κολιαντίνες), αβγά, χρήματα κ.ά.
Στην Ήπειρο τραγουδούσαν:
Κόλιαντα , μπάμπω, κόλιαντα,
Και μένα κολιαντίνα
Κι αν δεν μου δώσεις
Κι αν δεν μου δώσης κόλιαντα,,
Δώσ' μας την θυγατέρα σ'.
-Τι την θέλεις, τη δική μου θυγατέρα
-Να την φιλώ να την τσιμπώ
να με ζεσταίνει το βράδυ
Φέρτε μας τα κόλιαντα,
Τι μας πήρ' η μέρα.
Η μέρα μερουλίζει
Το πουλί τσουρίζει.
Η γάτα νιαουρίζει,
Ο Χριστός γεννιέται,
Γεννιέται και βαφτίζεται
Στους ουρανούς απάνω.
Οι άγγελοι χαίρουνται
Και τα δαιμόνια σκάνουν (=σκάνε)
Σκαίνουν και πλαντάζουν
Τα σίδερα δαγκάνουν
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο φαίνεται ότι εμφανίστηκε στη νεώτερη Ελλάδα την εποχή του Όθωνα. Βέβαια μόνο ύστερα από τον τελευταίο πόλεμο εκλαϊκεύτηκε και αγαπήθηκε ως χριστουγεννιάτικο στολίδι. Είναι γερμανικό και σκανδιναβικό έθιμο και από εκείνους τους λαούς το έμαθαν και οι άλλοι. Η χρήση πράσινων κλαδιών αειθαλών δένδρων υπήρχε και στις αρχαίες γιορτές των «δεντροφοριών» και στις ρωμαϊκές και βυζαντινές καλένδες. Το δέντρο με τα αναβλαστικά σχήματα και το πράσινο χρώμα ήταν πάντα ένα σύμβολο ζωής. Όσον αφορά το στολισμένο καραβάκι τα παιδιά των νησιών και των παραθαλασσίων περιοχών τραγουδούσαν τα κάλαντα κρατώντας φωτισμένα καράβια σαν φαναράκια. Στην Ηπειρωτική και Ορεινή Ελλάδα κρατούσαν επίσης φανάρι, μια εκκλησία, ένα ομοίωμα της αγιας-Σοφιάς.
Οι καλικάντζαροι
Οι καλικάντζαροι έρχονταν την παραμονή των Χριστουγέννων και έφευγαν τα Θεοφάνεια. Έχουν διάφορες ονομασίες: Λυκοκαντζαραίοι, σκαρικατζέρια, καρκατζέλια, πλανήταροι (Κύπρος), Κάηδες (Σύμη), καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι (Πόντος), κωλοβελόνηδες, παρωρίτες ή παραωρίτες (πριν από το λάλημα του πετεινού), παγανά. Με παρεμφερή ονόματα υπάρχουν οι καλικάντζαροι και στους βαλκανικούς λαούς. Και στους άλλους χριστιανικούς λαούς εμφανίζονται δοξασίες για δαιμονικά όντα κατά το Δωδεκαήμερο: Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες, Νόρνες. Συμβολίζουν το σκοτάδι και ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης, προσπαθώντας να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Όταν είναι πολύ κοντά να το πετύχουν, την παραμονή των Χριστουγέννων ανεβαίνουν στη γη δημιουργώντας προβλήματα στους ανθρώπους. Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικών όντων που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης. Μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους δώδεκα ημέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής να αναβλαστήσει. Ο λαός τους φαντάζεται μαύρους και άσχημους, κουτσούς, ψηλούς με μάτια κόκκινα, πόδια τραγίσια και σώμα τριχωτό. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους και κυριότερα με τη φωτιά, η οποία καίει συνεχώς στο τζάκι όλο το Δωδεκαήμερο. Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο. Με τη στάχτη του ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων τρέποντας σε φυγή τα δαιμόνια.
Σύμφωνα με μια παράδοση: «Οι Λυκοκαντζαραίοι έρχονται από τη γης αποκάτου. Ούλο το χρόνο πελεκάν με τα τσεκούρια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γης. Κόβουν κόβουν όσο που μενέσκει λιγάκι ακόμα ως μια κλωνά άκοπο, και λεν «χάισε να πάμε, και θα πέση μοναχό του». Και στα νησιά φτάνουν οι καλικάντζαροι. Με το καράβι τους. Κάνουν ζημιές: Χύνουν το νερό, τ' αλεύρι, κατουρούν τη στάχτη. Γι αυτό και βάζουν στη φωτιά ρείκια, αλάτι, που κάνουν κρότο, ή ρίχνουν κανένα πετσί να βρωμάει».
Ο λαός πιστεύει ότι Καλικάντζαροι γίνονται όσοι γεννιούνται το Δωδεκαήμερο, γιατί έχουν συλληφθεί την ίδια μέρα με το Χριστό. Θέλουν να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Είναι άσκημοι, κουτσοί, εριστικοί, ανόητοι γιατί δεν βοηθά ο ένας τον άλλον και για το λόγο αυτό είναι αναποτελεσματικοί στο να κάνουν κακό. Όσους περπατούσαν τη νύχτα έξω τους ανάγκαζαν να χορέψουν μαζί τους (είναι χαρακτηριστικό το παραμύθι με τη Μάρω που γύριζε από το μύλο τη νύχτα). Οι μυλωνάδες που εργάζονταν στο μύλο, ο οποίος ήταν συνήθως χτισμένος σε μέρος μακριά από τον καθαγιασμένο χώρο του οικισμού δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Τα Φώτα όλα τα πονηρά πνεύματα φεύγουν με τον αγιασμό..
Το «Χριστόξυλο»
Κλαδιά δέντρων, ανάλογα με την περίσταση, χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της χρονιάς για στολισμό, επίτευξη γονιμότητας, αποτροπή επιβλαβών ζωυφίων, προστασία από τη βασκανία και γενικά για ευεργετική επίδραση σε ανθρώπους, ζώα και κτήματα. Έτσι η ελιά σύμβολο μακροβιότητας, γονιμότητας και ευτυχίας εξαιτίας του αειθαλλούς της φυλλώματος και του εξαιρετικά θρεπτικού και υγιεινού καρπού της, χρησιμοποιήθηκε και εξακολουθεί να έχει την μεγαλύτερη χρήση στα χαρακτηριστικά περάσματα του ανθρώπινου κύκλου της ζωής (από τη γέννηση ως το θάνατο), αλλά και στον κύκλο του χρόνου (από τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά, την Πρωτομαγιά). Αλλά και το πουρνάρι (δρυς, δέντρο), η καρυδιά, η κρανιά, η μηλιά κ.ά. χρησιμοποιούνται εθιμικά για τον αποχρωματισμένο τελετουργικά στολισμό των σπιτιών κατά τη διάρκεια του χρόνου. Στη Χίο το βράδυ της παραμονής ομάδες παιδιών ή άντρες γύριζαν στα σπίτια με τύμπανα και φλογέρες ή με μουσική και έψαλλαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα.

Παραδοσιακά έθιμα επιβιώνουν στα ελληνικά χωριά και αντιστέκονται στους... αγγλοσαξονικούς εορτασμούς ΕΛΛΗ ΙΣΜΑΗΛΙΔΟΥ
Στολισμένα βαυαρικά έλατα με λαμπερά φωτάκια. Βρετανικά κάλαντα μεταφρασμένα κακήν κακώς στα ελληνικά. Και ο Αμερικανός Αγιος Βασίλης ντυμένος σαν φιγούρα από διαφημιστικό της Coca-Cola να τραγουδάει «χο, χο, χο».
http://asset.tovima.gr/assetservice/Image.ashx?c=16943714&r=0&p=0&t=0&q=100&v=1&s=1&w=1000

Στα Ραγκουτσάρια της Καστοριάς ολόκληρη η πόλη μασκαρεύεται και οι καρναβαλιστές κυκλοφορούν στην πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας
Οσο και αν απολαμβάνουμε τη σύγχρονη χριστουγεννιάτικη (υπο)κουλτούρα, παραμένει γεγονός ότι οι γιορτές στις ελληνικές πόλεις δεν έχουν σχεδόν τίποτε το... ελληνικό. Τη στιγμή που τα παραδοσιακά έθιμα της χώρας μας έχουν σχεδόν εκλείψει στις πόλεις, υπάρχουν ακόμη ελληνικά χωριά όπου επιβιώνουν χριστουγεννιάτικες και πρωτοχρονιάτικες συνήθειες που διαφυλάσσουν την παράδοση του λαού μας εδώ και αιώνες. Πόσοι από εμάς ωστόσο τις γνωρίζουμε;
«Τα παραδοσιακά έθιμα συνδέονταν περισσότερο με τη φύση, είχαν χαρακτήρα λατρευτικό και στόχους που απέβλεπαν στην αποτροπή των ασθενειών,στη γονιμότητα και στην επιτυχία της σοδειάς. O σύγχρονος τρόπος ζωής στις μεγάλες πόλεις ήταν αναμενόμενο ότι θα οδηγούσε σε εξάλειψη τις περισσότερες από αυτές τις παραδόσεις.Δεν είναι τυχαίοάλλωστεότι τα μόνα έθιμα που επεβίωσαν έχουν χαρακτήρα κοινωνικό:συγκεντρωνόμαστε γύρω από το τραπέζι για να φάμε και να κοινωνικοποιηθούμε. Είναι ένα σημείο συνοχής» σχολιάζει μιλώντας στο «Βήμα» η κυρία Κατερίνα Πολυμέρου-Καμηλάκη, διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών. «Υπάρχουν ακόμη περιοχές όπου επιβιώνουν παραδοσιακά έθιμα, αρκεί κανείς να έχει τη διάθεση να συνδεθεί με την τοπική κοινωνία για να τα ανακαλύψει» προσθέτει η κυρία Πολυμέρου-Καμηλάκη.
Αν κι εσείς αγαπάτε την ελληνική παράδοση, επισκεφθείτε τις παρακάτω περιοχές και είναι σίγουρο ότι θα συναντήσετε τοπικά έθιμα που δεν έχουν εξοβελιστεί από το κύμα των εμπορευματοποιημένων Χριστουγέννων. Κάποια από αυτά εκδηλώνονται σε οργανωμένη μορφή από τους κατά τόπους δήμους, όπως για παράδειγμα οι γιορτές μεταμφιέσεων στη Δυτική Ελλάδα που συγκεντρώνουν μεγάλο αριθμό τουριστών απ΄ όλη τη χώρα. Αλλα είναι λιγότερο ορατά και οργανωμένα, κρυμμένα στην καθημερινότητα των φιλόξενων ντόπιων, αλλά γι΄ αυτό ακριβώς και πιο γοητευτικά.
1 Μεταμφιέσεις και χοροί Αν και στις πόλεις μεταμφιεζόμαστε στα Καρναβάλια, σε πολλά χωριά της Ελλάδας οι μεγαλύτερες γιορτές μεταμφιέσεων γίνονται στο δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων! Φουστανελοφόροι και άλλοι μεταμφιεσμένοι με παραδοσιακές φορεσιές εμφανίζονται στα Γρεβενά και στην Ελασσόνα την Πρωτοχρονιά, στη Σιάτιστα τα Θεοφάνια και στην Καστοριά στις 6-8 Ιανουαρίου. Ειδικότερα τα Ραγκουτσάρια της Καστοριάς αποτελούν μια ξέφρενη γιορτή πανελλαδικής φήμης, όπου ολόκληρη η πόλη μασκαρεύεται φορώντας αλλοπρόσαλλα παλιά ρούχα. Οι καρναβαλιστές κυκλοφορούν στην πόλη χορεύοντας και τραγουδώντας, ενώ συχνά συνοδεύονται από ορχήστρες με χάλκινα και τύμπανα.
2 Γουρουνοχαρά και χοιροσφάγια Αν και το σύγχρονο χριστουγεννιάτικο τραπέζι περιέχει γαλοπούλα, το παραδοσιακό μενού βασιζόταν στο... χοιρινό. Ετσι, η σφαγή του χριστουγεννιάτικου χοίρου κατείχε πάντα θέση τελετουργικού για την ελληνική οικογένεια, ενώ ειδικότερα στη Θεσσαλία η λεγόμενη «γουρουνοχαρά» αποτελούσε τη σημαντικότερη γιορτή, η οποία προετοιμαζόταν ήδη από το καλοκαίρι. Στις μέρες μας τα «χοιροσφάγια» διασώζονται σε ορισμένα χωριά της Θεσσαλίας, της Φθιώτιδας, καθώς και στην Κρήτη, όπου ο χοίρος αξιοποιείται μέχρι τελευταίου... γραμμαρίου. Το λίπος λιώνεται και χρησιμοποιείται στη μαγειρική, ενώ παράλληλα παρασκευάζουν κάθε είδους «πειρασμούς»: λουκάνικα, απάκια, ομαθιές και σύγλινα. 

3 Ρόδι, ποδαρικό και... κολόνιες
Στα χωριά όλης της Ελλάδας επιβιώνουν έθιμα που σχετίζονται με την υποδοχή του νέου έτους και την «καλοτυχία» που προσπαθούν να προσελκύσουν οι άνθρωποι για τη νέα χρονιά. Η είσοδος στο σπίτι με το δεξί την Πρωτοχρονιά διατηρείται σε πολλές γωνιές της Ελλάδας, ενώ ειδικότερα στα χωριά της Πελοποννήσου το σπάσιμο του ροδιού στην πόρτα ακόμη και σήμερα συνηθίζεται ως ένα μέσο προστασίας του σπιτιού από τα κακά πνεύματα. Στην Κεφαλλονιά, από την άλλη, λίγοι ντόπιοι εξακολουθούν να κυκλοφορούν το βράδυ της Πρωτοχρονιάς κρατώντας μπουκαλάκια κολόνιες και... ραντίζοντας ο ένας τον άλλον, ανταλλάσσοντας ταυτόχρονα ευχές για το νέο έτος.
4 Το χριστόψωμο κερδίζει τη βασιλόπιτα  

Αν και στις πόλεις το βασικό γλυκό των εορτών είναι η βασιλόπιτα, στα χωριά την πρωταγωνιστική θέση κατέχει το χριστόψωμο. Πρόκειται για ένα στρογγυλό γλυκό ψωμί, που διακοσμείται με έναν σταυρό από ζυμάρι και με εικόνες από την αγροτική και την κτηνοτροφική ζωή. Στην παράδοση των Σαρακατσάνων ανήκει και η «τρανή χριστοκουλούρα», ενώ στη Δυτική Μακεδονία μπορείτε ακόμη και σήμερα να βρείτε τις «κολιαντίνες», μικρά χριστόψωμα για τα παιδιά που λένε τα κάλαντα. Στην Κρήτη μάλιστα οι γυναίκες τραγουδούν καθώς ζυμώνουν το χριστόψωμο: «Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει». Παραλλαγή του χριστόψωμου είναι και τα «σπάργανα», τηγανίτες με πολλά καρύδια που παρασκευάζουν στο Ζαγόρι της Ηπείρου και συνηθίζουν να τα προσφέρουν σε όσους επισκέπτονται οποιαδήποτε λεχώνα τα Χριστούγεννα.

Παραδοσιακά Χριστουγεννιάτικα έθιμα
Το αναμμένο πουρνάρι, το τάισμα της βρύσης, ο έθιμο της Καμήλας, έθιμα από κάθε γωνιά της χώρας. Μην χάσεις την ευκαιρία να τα παρακολουθήσεις αν βρεθείς τις γιορτές σε κάποιο από τα παρακάτω χωριά. Πόλεις και χωρία σ’ όλη τη χώρα έχουν στολιστεί και περιμένουν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Ιδιαίτερο χρώμα όμως δίνουν οι παραδόσεις και τα έθιμα που αναβιώνουν κάθε χρόνο σε όλες τις γωνιές της χώρας.
Το αναμμένο πουρνάρι Αν βρεθείς σ’ ένα από τα χωριά της Άρτας ή των Ιωαννίνων τις μέρες των γιορτών θα δεις ν’ αναβιώνει το έθιμο των αναμένων πουρναριών. Όλοι κρατούν στα χέρια τους ένα κλαδί από πουρνάρι όταν πηγαίνουν επισκέψεις στα σπίτι. Στο δρόμο το ανάβουν και το πηγαίνουν αναμμένο στο σπίτι, γεμίζοντας έτσι τους δρόμους από μικρές κινούμενες φωτιές.
Το έθιμο στα Γιάννενα έχει μια μικρή παραλλαγή. Ο κόσμος κρατά στα χέρια του μια χούφτα δαφνόφυλλα που τα πετά στο τζάκι μόλις μπει στο σπίτι και καλημερίσει. Μόλις πάρουν φωτιά κι αρχίζουν να καίγονται τότε λένε την εξής ευχή: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!»
Το τάϊσμα της βρύσης Το έθιμο κρατά πολλά χρόνια στα χωριά της Θεσσαλίας και αναβιώνει κάθε Χριστούγεννα. Τα κορίτσια ξυπνούν από τα χαράματα και πηγαίνουν στην κοντινή βρύση για να κλέψουν ” το άκραντο νερό”(το ονομάζουν έτσι γιατί δεν μιλούν στη διάρκεια της διαδρομής). Αλείφουν τις βρύσες του χωριού με μέλι και βούτυρο με την ευχή όπως θα τρέχει το γλυκό νερό, έτσι να τρέχει και η τύχη στο σπιτικό τους. Μόλις φτάσουν ταΐζουν τη βρύση με λιχουδιές, και μάλιστα λέγεται ότι όποια κοπέλα φτάσει πρώτη, θα είναι και η πιο τυχερή. Μετά ρίχνουν στη στάμνα τους ένα βατόμουρο και τρία χαλίκια, κλέβουν το νερό κι επιστρέφουν σπίτι. Εκεί πίνει όλη η οικογένεια και ραντίζουν τις τέσσερις γωνιές του σπιτιού, σκορπώντας στο σπίτι και τα χαλίκια της στάμνας.
Τα Πρωτοχρονιάτικα Μπαμπαλιούρια Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς αναβιώνουν κάθε χρόνο στη Λάρισα τα Μπαμπαλιούρια, ένα έθιμο που έχει τις ρίζες του στις Διονυσιακές γιορτές. Οι άντρες φορούν τη στολή του Μπαμπαλούρη, ένα μάλλινο παντελόνι δηλαδή, ένα πουκάμισο λευκό, τσαρούχια και μια ζώνη γεμάτη κουδούνια. Το πρόσωπό τους είναι καλυμμένο από μια μάσκα από προβιά ζώου, τη λεγόμενη φουλίνα. Τα Μπαμπαλούρια λοιπόν ξεχύνονται στις εκκλησίες και περιμένουν να τελειώσει η λειτουργία για να βγει ο κόσμος. Κρατούν ένα κουμπαρά και δεν αφήνουν κανέναν να περάσει αν δεν προσφέρει χρήματα. Μετά την εκκλησία, τα Μπαμπαλούρια ξεχύνονται στους δρόμους μέχρι το βράδυ, κάνοντας θόρυβο με τα κουδούνια τους για να διώξουν τα κακά πνεύματα.
Το έθιμο της Καμήλας Κάθε χρόνο, την παραμονή της Πρωτοχρονιάς τα μέλη του πολιτιστικού συλλόγου Καβακλή των Κουφαλίων Θεσσαλονίκης ξεχύνονται στους δρόμους της πόλης για το έθιμο της καμήλας. Δεν λένε τα κάλαντα όπως όλοι, αλλά μεταμφιέζονται σε καμήλες και φωνάζουν δυνατά διάφορα συνθήματα. Σκοπός τους είναι να παραπλανήσουν τους στρατιώτες του Ηρώδη που ψάχνουν να βρουν το νεογέννητο Ιησού, ώστε να μην μπορέσουν να τον σκοτώσουν.
Οι κεφαλλονίτικες κολόνιες Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς στην Κεφαλονιά, τα παιδιά βάζουν μια Άγιο-βασιλίτσα στην είσοδο του σπιτιού, για να φυλάει το σπίτι. Το μεσημέρι, οι Κεφαλλονίτισσες μαγειρεύουν τηγανίτες. Το ίδιο βράδυ, οι κάτοικοι στο Αργοστόλι πηγαίνουν στην εκκλησία κρατώντας κολόνιες με τις οποίες ραντίζουν ο ένας τον άλλο ενώ εύχονται καλή χρονιά. Στο γυρισμό, σπάνε στο κατώφλι ένα ρόδι και μετρούν τα σπόρια του. Κάθε σπόρος συμβολίζει και μια ευχή που θα πραγματοποιηθεί τη νέα χρονιά για την οικογένεια.
Τα Αγιοβασιλιάτικα καραβάκια Στην πόλη της Χίου την παραμονή της Πρωτοχρονιάς αναβιώνει το έθιμο των αγιοβασιλιάτικων καραβιών. Έτσι κάθε χρόνο οι ενορίες κατασκευάζουν πλοία σε σμίκρυνση. Μοιάζει μ’ ένα μικρό διαγωνισμό μεταξύ των ενοριών και συναγωνίζονται ως προς την ποιότητα κατασκευής και την ομοιότητά τους με τα’ αληθινά πλοία. Οι ομάδες κατασκευής, το πλήρωμα όπως τους αποκαλούν, γεμίζουν με τις φωνές τους κάθε ενορία, καθώς τραγουδούν τα κάλαντα όσο φτιάχνουν τα καράβια.
Τα δαιμονικά Στα Γρεβενά ανάβουν ένα μεγάλο κούτσουρο σε μια γωνιά από την παραμονή των Χριστουγέννων και η φωτιά καίει συνέχεια μέχρι τα Φώτα για να προστατεύει την οικογένεια από τα δαιμονικά
Οι τηγανίδες Στα χωριά έξω από τη Μάνη, πλάθουν και ψήνουν τις τηγανίδες, τα μανιάτικα λαλάγγια. Στο σοφρά ή σε κάποιο τραπέζι, η μητέρα και τα κορίτσια πλάθουν το έτοιμο ζυμάρι σε χοντρό μακαρόνι και το διπλώνουν στα τέσσερα.
Η ζύμη Σε χωριά της επαρχίας Αμαρίου, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων βάζουν λίγη κοινή ζύμη σ’ ένα πιάτο και κάποια στιγμή, ενώ βεγγερίζουν (ξενυχτούσαν συζητώντας) περιμένοντας, η ζύμη ανέβαινε και γινόταν προζύμι. Τότε, κατά την πίστη των ανθρώπων, ήταν η ώρα που γεννάται ο Χριστός.
«Πάντρεμα της φωτιάς» Την παραμονή των Χριστουγέννων σε πολλά μέρη της Ελλάδας “παντρεύουν”, τη φωτιά. Παίρνουν δηλαδή ένα ξύλο με θηλυκό όνομα, π.χ. κερασιά και ένα με αρσενικό όνομα, συνήθως από αγκαθωτά δέντρα. Τα αγκαθωτά δέντρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα, όπως τους καλλικάντζαρους.
«Η γουρουνοχαρά» Ένα από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα της Θεσσαλίας είναι το σφάξιμο του γουρουνιού. Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γίνεται με εξαιρετική φροντίδα, ενώ ακολουθεί γλέντι μέχρι τα ξημερώματα, για να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία την επόμενη και τη μεθεπόμενη μέρα. Τρεις-τέσσερις συγγενικές οικογένειες καθόριζαν με τη σειρά ποια ημέρα θα έσφαζε το γουρούνι της.
«Οι Μωμόγεροι» Στα χωριά Πλατανιά και Σιταγροί του Νομού Δράμας συναντάμε το έθιμο των Μωμόγερων, το οποίο προέρχεται από του Πόντιους πρόσφυγες. Η ονομασία του εθίμου έχει τις ρίζες της στις λέξεις μίμος ή μώμος και γέρος και συνδέεται με τις μιμητικές κινήσεις των πρωταγωνιστών. Αυτοί, φορώντας τομάρια άγριων ζώων ή ντυμένοι με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά, έχουν τη μορφή γεροντικών προσώπων. Οι Μωμόγεροι, εμφανίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια του δωδεκαημέρου των εορτών, και προσδοκώντας τύχη για τη νέα χρονιά, γυρίζουν σε παρέες στους δρόμους των χωριών και τραγουδούν ευχετικούς στίχους. Όταν δύο παρέες συναντηθούν, κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.Παραλλαγές του ίδιου εθίμου, συναντώνται σε χωριά της Κοζάνης και της Καστοριάς, με την ονομασία Ραγκουτσάρια.
«Οι κολόνιες» Το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, οι κάτοικοι γεμάτοι χαρά για τον ερχομό του νέου χρόνου, κατεβαίνουν στους δρόμους κρατώντας μπουκάλια με κολόνιες και ραίνουν ο ένας τον άλλον τραγουδώντας: “Ήρθαμε με ρόδα και με ανθούς να σας ειπούμε χρόνους πολλούς”. Η τελευταία ευχή του χρόνου που ανταλλάσσουν είναι: “Καλή Αποκοπή”, δηλαδή με το καλό να αποχωριστούμε τον παλιό χρόνο.

Λαογραφικά του Δωδεκαημέρου  http://oiax.blogspot.com/
Ονομάζουμε Δωδεκαήμερο ή Δωδεκάμερο (έτσι το λένε και οι άλλοι Χριστιανικοί λαοί: les Douze Jours, The Twelve Days, I Dodici Giorni) την περίοδο των 12 (στην πραγματικότητα 13) ημερών και νυχτών, από την παραμονή των Χριστουγέννων έως το πρωί του Αγιασμού (6/1).
Στο διάστημα αυτών των ημερών, τα ειδωλολατρικά και χριστιανικά έθιμα συνυπάρχουν ειρηνικά και τελούνται με παραδοσιακή ένταση. Σύμφωνα με τις δοξασίες, σε αυτές τις 12 μέρες παρατηρείται μια κυριαρχία των κακών πνευμάτων στη γη. Οι Καλλικάντζαροι σε εμάς, οι λυκάνθρωποι, οι δράκοντες και οι μάγισσες στους ξένους λαούς, είναι οι κυρίαρχοι της νύχτας και της υπαίθρου και εχθρεύονται, ή ζηλεύουν, την οικογενειακή ζωή. Πολιορκούν σχεδόν τα σπίτια και χαίρονται να μολύνουν κάθε είδος από την τροφή και την ενδυμασία τους.
 Ο φόβος για τους Καλλικάντζαρους έκανε τους ανθρώπους να μεταχειρίζονται διάφορα μέσα για να τους κρατήσουν μακριά από τις κατοικίες, με κυριότερο αυτό της φωτιάς.
 Γι’αυτό η φωτιά στο τζάκι έκαιγε μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο.
[Την παραμονή των Χριστουγέννων κάθε νοικοκύρης έφερνε στο σπίτι του ένα χοντρό ξύλο, κομμένο από δέντρο αγκαθωτό (αχλαδιά, αγριοκερασιά). Τα αγκαθωτά δένδρα, κατά τη λαϊκή αντίληψη, απομακρύνουν τα δαιμονικά όντα. Το κούτσουρο αυτό λέγεται Χριστόξυλο ή Δωδεκαμερίτης.]
Επίσης, έκαιγαν λιβάνι ή αλάτι στη φωτιά, ή κρεμούσαν ένα κατωσάγονο χοίρου στην καμινάδα.
Άλλοι θέλοντας να τους εξαπατήσουν -μια και οι Καλλικάντζαροι θεωρούνταν κουτοί- έδεναν στο κρικέλι της πόρτας ένα σκουλί λίνάρι (ώσπου να μετρήσει ο δαίμονας τις ίνες του λιναριού, θα λαλούσε ο πετεινός).
Μια όμορφη ιστορία: Ο Γιώργης και το καλικαντζαράκι μας διηγείται το blogaki.
Τα χριστουγεννιάτικα, λοιπόν, έθιμα είναι κατ’εξοχήν «εστιακά». Ο χώρος που τελεσιουργούνται είναι η εστία, τόσο με τη συγκεκριμένη έννοια της φωτιάς και του τζακιού, όσο και με την ευρύτερη σπιτική που σχετίζεται με τη συνοχή των μελών της οικογένειας και τις ευετηρικές τους προσδοκίες για υγεία, ευτυχία, ευτεκνία, καλή παραγωγή κτλ.
Πρωταγωνίστρια με πολυσήμαντο και πολυδιάστατο ρόλο, υπεύθυνο για τις ενδοοικιακές εργασίες, τις συγκεντρώσεις και την προετοιμασία για τις εορτές είναι η γυναίκα (μητέρα – σύζυγος – πεθερά – νύφη – κόρη – αδελφή). Οι εορταστικές ενέργειες αφορούν στην εστία, στα γεύματα και τη φιλοξενία.
Κύριο μέλημα της νοικοκυράς ήταν να διατηρηθεί άσβεστη η εστιακή πυρά, όπου γύρω της μαζεύονταν όλα τα μέλη της οικογένειας, από το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Εκεί έκαναν τις σπιτικές τελετές τους, πριν ξημερώσει για την εκκλησία (το πάντρεμα της φωτιάς ή την σπονδή με το κρασί και την κουλούρα της γωνιάς). Περνούσαν έτσι και τις άλλες βραδιές, κουβεντιάζοντας και τρώγοντας «ευκαρπιακές» λιχουδιές. Η νοικοκυρά χαιρόταν να βλέπει τη συγκέντρωση των δικών της και να ακούει το χαρούμενο «μιληταριό» που θα έχανε, όταν θα περνούσαν οι Γιορτές.
Τα γεύματα έπρεπε να είναι πλουσιοπάροχα ακόμη και για την πιο φτωχή οικογένεια. Με τα χοιρομαγειρέματα (από τα τελετουργικά χοιροσφάγια), ή τη βραστή όρνιθα/πετεινό, έως τα Χριστόψωμα, που ήταν ο βασικός άρτος της γιορτής (και που συχνά φιλοτεχνούσαν οι λεγόμενες ψωμοκεντήστρες) και τα διάφορα γλυκούδια.
Για τη Ζακυνθινή Κουλούρα και τους Συμβολισμούς της γράφει η Κική στο Hungry for life.
Η φιλοξενία είναι η πηγή για τα πολλά γλυκίσματα του Δωδεκαημέρου. Η διάθεση για προσφορά και κεράσματα στους ξένους, αλλά και στους σπιτικούς, απορρέει από την αγάπη και τη στοργή και αποβλέπει στην καλοσύνεψη των πνευμάτων και την ευχή για μια γλυκαμένη ζωή.
Η νοικοκυρά φρόντιζε και για το στολισμό του σπιτιού με μια απλή πρασινάδα (μυρτιά, δάφνη, κουμαριά) και πορτοκάλια στα πιάτα και στα παράθυρα. Ήταν ένα σύμβολο της χαράς για τη μετάβαση από τη χειμωνιάτικη περίοδο και το σκοτάδι, στο ανοιξιάτικο φως και τη βλάστηση. Αυτά με τον καιρό αντικαταστάθηκαν από το έλατο.
Το δέντρο των Χριστουγέννων έχει σαν έθιμο βαυαρική προέλευση. Πρώτη φορά στολίστηκε στην Αθήνα στα ανάκτορα του Όθωνα το 1833.
Η ελληνική νησιωτική παράδοση, κυρίως επηρεασμένη από τον πολιτισμό της θάλασσας, στόλιζε καραβάκι. Το καράβι συντρόφευε, σαν φαναρένιο φωτισμένο τεχνούργημα, τα κάλαντα των παιδιών στα Νησιά. Αντίστοιχα, τα παιδιά της στεριάς και των βουνών τεχνουργούσαν φωτισμένη βυζαντινή εκκλησία, που την έλεγαν Αγιά Σοφιά.
Τα Κάλαντα (κάλανδα, κόλιαντρα, καλήμερα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς, των Θεοφανείων) είναι ευχετικά και επαινετικά τραγούδια για την οικογένεια και το σπιτικό και συγχρόνως η μελοποιημένη αφήγηση του γεγονότος της ημέρας. Κύριοι και θαυμάσιοι συνεχιστές, με την προθυμία της αγνότητας και τη διάθεση της γνωριμίας με τις χαρές της ζωής είναι πάντοτε τα παιδιά που συνήθιζαν να κρατούν και ένα καλαθάκι για τα «φιλέματα». Τα φιλέματα στην ελληνική ύπαιθρο ήταν κυρίως γλυκά: δίπλες στην Πελοπόννησο, ξεροτήγανα στην Κρήτη, δάκτυλα στην Κύπρο, λουκουμάδες στη Σαλαμίνα, αλλά και ξηροί καρποί, κουραμπιέδες ή μελομακάρονα. Από τα πιο συνηθισμένα φιλοδωρήματα ήταν τα «κόλιντρα», μικρές κουλούρες από σιτάρι ή κριθάρι. Η αμοιβή των καλανδιστών δεν είναι ούτε φιλανθρωπία, ούτε ζητιανιά, αλλά πράξη τελεστική. Περισσότερα για τα κάλαντα γράφει η witch of daffodils σε σχετική καταχώρηση: Τα κάλαντα, λίγη ιστορία... Ενώ στο «Άκουσον Άκουσον» του Γεράσιμου Μπερεκέτη μπορείτε να κατεβάσετε Κάλαντα Πρωτοχρονιάς της Ρόδου.
Η ημέρα της Πρωτοχρονιάς, εναρκτική, διαβατήρια και ως εκ τούτου κρίσιμη είναι το κλειδί για την είσοδο και την πορεία στην ευτυχία ή στη δυστυχία. Για το λόγο αυτό τα πάντα με τον νέο χρόνο πρέπει να αρχίσουν καλά, ευνοϊκά και ευοίωνα. Η προσοχή στρέφεται κυρίως σε μερικές πράξεις και ενέργειες που είναι δυνατόν να εξασφαλίσουν την ευτυχία, όπως το καλό ποδαρικό, τα διάφορα διατροφικά σύμβολα (καρύδια, ρόδια, αμύγδαλα κ.α.), τα γλυκίσματα, τα καλοπιάσματα, οι ευχές κλπ. Πολλοί, ακόμη και σήμερα, κρεμούν στην πόρτα μποτσίκι (άγρια κρεμμύδα). Σχετικά με τη βασιλόπιτα, η παράδοση αναφέρει ότι όταν ο Μέγας Βασίλειος ήταν επίσκοπος στην Καισάρεια, ο τότε έπαρχος της Καππαδοκίας θέλησε να εισπράξει φόρους. Οι κάτοικοι ζήτησαν την προστασία του ποιμενάρχη τους και εκείνος τους προέτρεψε να συγκεντρώσουν ό,τι πολύτιμα αντικείμενα είχαν, ώστε να δώσουν αυτά στον έπαρχο. Στη συνάντηση που ακολούθησε ήταν τέτοια η εντύπωση που προκάλεσε η παρουσία του μεγάλου Ιεράρχη, που ο έπαρχος δεν απαίτησε τίποτα. Όταν ο Μέγας Βασίλειος θέλησε να αποδώσει πίσω τα αντικείμενα, διέταξε να φτιάξουν «πλακούντια», δηλαδή μικρές πίτες, και μέσα στην κάθε πίτα έβαλε ένα ένα τα αντικείμενα. Όταν τα μοίρασε στους χριστιανούς ο καθένας βρήκε ό,τι είχε προσφέρει.
Το έθιμο όμως του εορταστικού άρτου (ευετηρική προσφορά) και των μειλιγμάτων (εξευμενιστική προσφορά προς τους νεκρούς και τα επίφοβα πνεύματα) το συναντάμε και στα ρωμαϊκά Σατουρνάλια και στα ελληνικά Κρόνια.
Στη βασιλόπιτα με τις μερίδες που ξεχωρίζονται για το Χριστό, τον Αγιο Βασίλειο
(κατά τη λαϊκή πίστη, ο Άγιος είναι ακόμη ζωντανός και επισκέπτεται κάθε σπίτι για να φιλευτεί) η πίτα έχει κιόλας αγιαστεί. Από την αγιασμένη αυτή πίτα έριχναν μπουκιές στα χωράφια και στα δέντρα για να καρπίσουν, τάιζαν τα ζώα για να είναι γερά και οι ανύπανδρες κοπέλες έβαζαν κάτω απ’το μαξιλάρι τους και παρακαλούσαν τον Άγιο να τους δείξει στο όνειρο τον γαμπρό. Το κομμάτι του φτωχού είναι η εξιλέωση και η εξουδετέρωση του φθόνου για τα αγαθά του συμποσίου. Το μοίρασμα της πίτας σε ίσια κομμάτια με το νόμισμα στο ζυμάρι είναι μια συμβολική κατανομή της «μοίρας», δίκαιης όπως το θέλει ο άνθρωπος, για τη συμμετοχή του στο αβέβαιο μέλλον.
Τα Θεοφάνια είναι για τον λαό μεγάλη γιορτή, θεότρομη, επειδή τότε αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα παγανά. Την έννοια του καθαρμού και της απαλλαγής από την επίδραση των δαιμονίων του Δωδεκαημέρου είχαν και μερικές άλλες συνήθειες, όπως το άναμμα μεγάλων φωτιών, το σταύρωμα του σπιτιού με κεριά των Φώτων κτλ. Αγίασμα από τον Μεγάλο Αγιασμό έφερναν και στα σπίτια τους και έπιναν από αυτό όλοι. Ακόμη, ράντιζαν με ένα κλαδί όλους τους χώρους του σπιτιού, καθώς και τα χωράφια και τα αμπέλια, για να τα προφυλάξουν από ασθένειες.
Βασικό, λοιπόν, στοιχείο των εθίμων του Χριστουγεννιάτικου Δωδεκαημέρου, είναι ο εξορκισμός ή η ευλόγηση του χρονικού περάσματος από το παλιό στο νεώτερο στάδιο. Από το λίγο φως του φθινοπωρινού ηλιοστασίου, στο περισσότερο του χειμερινού. Από το πέσιμο των φύλλων και της γήινης στειρότητας στην ελπιδοφόρα αναβλάστηση και από τις διαψευσμένες ελπίδες μας του παλιού χρόνου, στις πιθανότερες επιτυχίες του επόμενου. Όλα είναι αναγεννητικά και αυτήν τη σημασία παίρνει και η ίδια η γιορτή της γέννησης του βρέφους Χριστού, ιδιαίτερα στην Υμνογραφία μας. Αναγεννητικό γίνεται και το τέλος του Δωδεκαημέρου, με τον Αγιασμό και τα Θεοφάνια, τα λουσμένα στο νερό και το φως.
Ακόμη ένα ποστ για το Δωδεκαήμερο και τις Γιορτές του από τον Θοδωρή Γούτα.
Λίγα λόγια για τα «αργκουτσάρια»
Στη Β. Ελλάδα, την Ήπειρο, τη Θράκη και κατ' επέκταση και στον Πόντο και τη Μ. Ασία γίνονται την Πρωτοχρονιά, όπως και τα Χριστούγεννα και την ημέρα των Φώτων, αγερμοί ενηλίκων, οι οποίοι μεταμφιέζονται. Συνήθεις ονομασίες των μεταμφιεσμένων του δωδεκαημέρου είναι Ρογκάτσια και Ρουγκατσιάρια με διάφορες κατά τόπους παραλλαγές, όπως Αργκουτσιάρια, Λιουγκατζιάρια, Λογκατσάρια, Λουκατσάρια. Ρογκατσάδες, Ρουγκατσιαραίοι, Ρουγκουτσιάρια κ.ά.
Οι όμιλοι αυτοί των μεταμφιεσμένων δίνουν στην ύπαιθρο και διάφορες παραστάσεις που έχουν κάποτε δραματικό (θεατρικό) χαρακτήρα.
Η εκπληκτική αντοχή του εθίμου των μεταμφιέσεων στον χρόνο και η διάσωση μέσω αυτού πανάρχαιων λατρευτικών στοιχείων και δοξασιών δεν είναι δυσερμήνευτη, αφού από τις ευετηρικές τελετές ο λαός κράτησε κυρίως το εύθυμο στοιχείο, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα χαράς και πανηγυρισμού.
Οι μεταμφιέσεις του δωδεκαημέρου είναι εκδηλώσεις οι οποίες συνάπτονται με τις ρωμαϊκές εορτές που εντοπίζονται στις χειμερινές τροπές του ήλιου και αντιστοιχούν στα χειμερινά Διονύσια, που τελούνταν μεταξύ 15ης Δεκεμβρίου και 15ης Ιανουαρίου.  Όλες αυτές οι τελετές έχουν πανάρχαια καταγωγή και χαρακτήρα ευετηρικό, είναι δηλαδή εορτές με κύριο σκοπό την καλοχρονιά.
Οι μεταμφιέσεις αποτελούσαν το κύριο χαρακτηριστικό των παραπάνω αναφερόμενων ρωμαϊκών εορτών και εισήχθησαν σ' αυτές από την αρχαία ελληνική λατρεία.
Γλωσσολογικά, αν προσπαθήσει κανείς να βρει την ετυμολογία της λέξης αργκουτσιάρια (βλαχ. argutsiarί), ίσως θα πρέπει να αποδεχτεί ως ρίζα την λατινική λέξη rogator-oris ( = ζητιάνος) και το ρήμα rogare (=παρακαλώ, δέομαι), από τα οποία προέκυψε το ελάχιστα χρησιμοποιούμενο σήμερα ρήμα της βλάχικης γλώσσας rogu ή arogu που σημαίνει παρακαλώ, δέομαι. Η λέξη ίσως προέρχεται και απ' την λατινική λέξη ruga-ae (= ρυτίδα προσώπου) και το ρήμα rugoare (= ρυτιδούμαι, ασχημίζω), που στα βλάχικα μεταπλάστηκαν σε ruga tsi are (= αυτός που έχει ρυτιδωμένο πρόσωπο. Πράγματι, παλαιότερα, η ομάδα των μεταμφιεσμένων ανδρών περιφερόταν στους δρόμους του χωριού χορεύοντας και μαζεύοντας φαγητά, γλυκά ή χρήματα που στο τέλος τα κατανάλωναν σε κοινό γλέντι (σήμερα διατηρούνται ελάχιστα κατάλοιπα αυτής της πράξης).
Η Κλεισούρα Καστοριάς διατήρησε τη ρωμαϊκή περίοδο μεταμφίεσης, δηλαδή την περίοδο του Δωδεκαημέρου και ιδιαίτερα για τα αργκουτσιάρια την ημέρα της Πρωτοχρονιάς. Το έθιμο λοιπόν αυτό της πλήρους μεταμφίεσης μεταφυτεύτηκε στους Βλάχους γύρω στο 146 μ.Χ. με την Ρωμαιοκρατία.
Το έθιμο όμως ανδρώθηκε στην Κλεισούρα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πήρε το ρόλο του δρώμενου και απέκτησε συμβολικό χαρακτήρα. Τα αργκουτσιάρια απετέλεσαν μια ομάδα με αρχηγό και παλικάρια και πήραν χαρακτήρα εθνικοαπελευθερωτικό. Η ομάδα αυτή φανερώνει την καταστολή της δράσης ενός Τούρκου δυνάστη, του Γκέκα ή Γκέγκανου και της αρπακτικής του όρεξης για μια ντόπια κοπέλα, της γνωστής στο δρώμενο Κοκόνας Τα παλικάρια τον απαγάγουν μαζί με την κοπέλα και τον οδηγούν δέσμιο και δεσμώτη πια, σε κωμικούς και χορευτικούς εξευτελισμούς.
Οι συμμετέχοντες στο δρώμενο και η ενδυμασία τους
Κάθε παρέα αποτελείται από τα εξής "πρόσωπα":
Τον "τσερκέζο" Είναι ο επικεφαλής της ομάδας, αυτός που την διευθύνει. Είναι ντυμένος με μαύρο μάλλινο σαλβάρι, μαύρο πουκάμισο και αμάνικο γιλέκο και φορά τσαρούχια. Στο χέρι κρατά γκλίτσα με την οποία διευθύνει την παρέα προπορευόμενος αυτής.
Το" γκέκα ή γκέγκανο" Είναι ο Τουρκαλβανός που έχει αρπάξει την κοκόνα, Φορά μαύρο κοντό ως το γόνατο παντελόνι με μάλλινο άσπρο καλτσόν από κάτω και τσαρούχια, πουκάμισο και γιλέκο με υπέροχα κεντήματα, μεταξωτό μαντήλι στο κεφάλι και μάσκα στο πρόσωπο.    Την  "κοκόνα" Είναι η βασική και μοναδική γυναικεία μορφή της ομάδας, ντυμένη ευρωπαϊκά, που την παριστάνει πάντα άνδρας, μια και στο έθιμο συμμετέχουν μόνο άνδρες. Είναι η μόνη μορφή του θιάσου που σήμερα δεν φορά μάσκα όπως παλιά. Στο χέρι κρατά μια ομπρέλα ηλίου (παρασόλι)   
Τους "αργκουτσιάρηδες" Είναι ντυμένοι με τους τοπικούς μαύρους ντουλαμάδες, τους μανδύες που εισήχθηκαν στο έθιμο μετά το Μακεδονικό Αγώνα, και άσπρες μακριές κάλτσες και περικνημίδες πλεγμένες με μαλλί ή βαμβάκι, πάνω από τις οποίες θα δέσει τις μαύρες καλτσοδέτες με φούντες με κερί για να μην καταστρέφεται από την υγρασία που δημιουργούν τα χνώτα.
Τα όργανα και οι χοροί Για το γιορτάσι αυτό έφερναν τους ζουρνάδες και τα νταούλια  Οι μεταμφιεσμένοι χορεύουν συνήθως:
1. Κατινιώ αλ Παπαπέτρη (κλεισουριώτικη καρναβαλίστικη πατινάδα).
2. Ούνα ταχινά (κλεισουριώτικος συρτός που χορεύεται από την κοκόνα).
3. Τσάμικο βαρύ (χορεύεται από το γκέγκανο).
4. Μουρίκι (κλεισουριώτικος τσάμικος χορός).
5. Μπεράτι.
6. Στα τρία (χοροί όπως Χασάπικο, Χάιδω, Παιδιά της Σαμαρίνας κ.ά.)
7. Γκάιντα.
8. Ναουσαίικο (πρόκειται για το χορό Μουσταμπέικο).
Το δρώμενο ενθουσίασε τους παρευρισκόμενους και οι εκδηλώσεις αγάπης από όλους  ήταν ιδιαίτερα θερμές. Υπήρξε, δε, πρόσκληση  η οποία και έγινε αποδεκτή, να επισκεφθεί αντιπροσωπεία του Δήμου Ανατολικής Μάνης την Κλεισούρα τον Αύγουστο, περίοδο κατά την οποία πραγματοποιούνται εκδηλώσεις από τον Σύλλογο. Από πλευράς Δήμου Ανατολικής Μάνης αλλά και του Συλλόγου Αρεοπολιτών Μάνης «Πέτρος Μαυρομιχάλης» δόθηκαν στους φιλοξενούμενους αναμνηστικά δώρα , ενώ ο κοινός χορός όλων στο τέλος της εκδήλωσης ήταν μια ακόμα απόδειξη αγάπης,  φιλίας και φιλοξενίας.

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg