Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Λόγια της Πόλης........

Μια βδομάδα στην Κωνσταντινούπολη
H Άνδρος, η Τήνος, η Μύκονος, τα ψηλά βουνά της Νάξου. Εμφανίζονται δίπλα απ’ το φτερό του τούρκικου αεροπλάνου.
Το Αιγαίο είναι μπλε κι απέραντο κι η Πόλη σιγοψιθυρίζει πίσω απ’ τον ορίζοντα: “Το ξέρεις ότι είμαι γεμάτη θόρυβο, αλλά δεν μ’ ακούς τώρα”.
Μια ώρα και δέκα λεπτά αναμονή στον έλεγχο διαβατηρίων. Χίλιοι ιδρωμένοι επισκέπτες και μια χούφτα μπαηλντισμένοι υπάλληλοι.
Η Πόλη λέει: “Δε σ’ έχω ανάγκη, αλλά θα σε δεχθώ, και θα δούμε πως θα τα πάμε”.
Ταξιτζής με μουστάκι, ίδιος με οποιονδήποτε Έλληνα παππού, ευγενικός, του δίνεις το χάρτη με τον προορισμό σου. Βγαίνεις από το ταξί και συνειδητοποιείς ότι είσαι στην οδό Σκουφά, εκεί, λίγο πριν φτάσεις στον Άγιο Διονύση. Η Πόλη λέει “θα προσποιηθώ ότι μοιάζω με τη δικιά σου πόλη, κι ίσως λίγο τα καταφέρω”.

Απέναντι απ’ το παράθυρο του δωματίου σου υψώνεται ο λόφος του Ταξίμ και προς τον Κεράτιο Κόλπο ξεπροβάλλει μέσα απ’ τις σκεπές ένας φωτισμένος πύργος βγαλμένος από ένα μεσαιωνικό παραμύθι. Δεν ξέρεις ποιος είναι, πως λέγεται. Από πίσω του, στον ορίζοντα, μιναρέδες, ίσως είναι της Αγίας Σοφίας, μοιάζουν τεράστιοι, σαν διαστημόπλοια έτοιμα να πετάξουν προς τον Αλλάχ. Είναι οι πρώτες ώρες της νύχτας. Κρέμεσαι έξω από το παράθυρο και κλείνεις τα μάτια. Ακούς την άγνωστη, γιγάντια πόλη να αναπνέει με σιγουριά. Σου μιλάει με τη φωνή των γλάρων, αλλά δεν καταλαβαίνεις τι λέει.

Βγαίνεις βόλτα στα στενά, δεν έχεις χάρτη, δεν έχεις προορισμό. Είναι ένα ζεστό βράδυ κι η Πόλη έχει αμολύσει τους κατοίκους της στους δρόμους. Τα μάτια τους είναι σκούρα και βαθειά, οι μύτες τους μεγάλες, όμορφες και γαμψές. Πίνουν τσάι στα καφέ, περπατάνε πάνω-κάτω κουβαλώντας τσάντες με ψώνια, μιλάνε δυνατά και μοιάζουν αγέρωχοι κάτοικοι μιας πανίσχυρης πόλης. Τα βλέμματα τους λένε “Είμαστε δυνατοί. Είμαστε περήφανοι”.
Είσαι στη γειτονιά που λέγεται Τζιχάνγκιρ. Μαγαζιά με βιολογικά προϊόντα, καφέ με cupcakes, ντιζάιν επιπλάδικα, παλιατζίδικα με vintage φουστάνια, κοκτέιλ μπαρ, ιταλικά εστιατόρια. Όλα μοιάζουν γνώριμα – εδώ είναι η Ευρώπη, αλλά τα μάτια της είναι σκοτεινά σαν την Ασία. Η Πόλη λέει :”Μην ξεγελιέσαι – ξέρεις πως δεν είσαι εκεί που νομίζεις” και σε προτρέπει να το διαπιστώσεις στα στενά, πίσω απ’ τους κεντρικούς δρόμους. Την ακούς.
Είσαι σ’ ένα λαβύρινθο από σκάλες, σοκάκια, αδιέξοδα, ανηφόρες, κατηφόρες. Μια στροφή σ’ ένα βρώμικο μικρό σοκάκι και ξαφνικά είσαι στην Ελληνική επαρχία του ’70. Μυρίζει τηγανισμένο ψάρι, τα ρούχα είναι απλωμένα στο δρόμο, παιδιά παίζουν με μια μπάλα σ’ ένα στενό, ένας αμανές ξεχύνεται νωχελικά από κάποιο παράθυρο με μια φτηνιάρικη κουρτίνα. Ο αμανές λέει: “Γιατί υποκρίνεσαι ότι δεν με ξέρεις;”
 
Οι ανηφόρες σε κουράζουν, αλλά η φωτογραφική μηχανή στο χέρι σου διψάει να κοιτάξει, να ρουφήξει στην ματιά της όλους τους θησαυρούς που υπόσχεται η Μητρόπολη. “Ψάξε με, κι ας με φοβάσαι λίγο”, σου λέει η Πόλη στο αυτί.
Ο πύργος που έβλεπες από το παράθυρο εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά σου. Δεν είναι πια κομμάτι της θέας από το παράθυρο σου. Τώρα είναι γιγάντιος κι αληθινός. “Ο Πύργος του Γαλατά” μαθαίνεις ότι λέγεται.
 
Στα πόδια του στέκονται, λες και ζητούν την έμπνευση και την προστασία του, αμέτρητες παρέες από τουρίστες και φοιτητές. Στην κορυφή του περιστρέφονται σαν υπνωτισμένοι ένα εκατομμύριο γλάροι, κι οι κραυγές τους ανακατεύονται με τη βοή του πλήθους. Η Πόλη δε λέει κουβέντα, παρά σ’ αγκαλιάζει τρυφερά μ’ ‘ενα μεσαιωνικό ριχτάρι και σε πετάει μέσα στη γλυκιά νύχτα. Κοιμάσαι με ανοιχτό το παράθυρο για να ακούς τον παλμό της.
 
Τα ξημερώματα κάποιος κλαίει μέσα στ’ αυτί σου. Η φωνή του μοιάζει παραμορφωμένη, σαν να ακούγεται με ραδιοφωνικά παράσιτα στα βραχέα. Ο ήλιος ανατέλλει κι έξω απ’ το παράθυρο σου βλέπεις, ελάχιστα μέτρα παραδίπλα, έναν πέτρινο πύραυλο να εκτοξεύεται προς τον γαλάζιο ουρανό. Ο μιναρές μοιάζει γέρικος, όπως και τα μεγάφωνα που έχει κολλημένα πάνω του, όπως και η φωνή του ιμάμη που ψέλνει.
Κάτω από τον μιναρέ ένα ξεχασμένο νεκροταφείο. Μοιάζει μεσαιωνικό και σου θυμίζει αυτό του Κεραμεικού.
 
Καταδικασμένο να πνιγεί απ’την άγρια βλάστηση, παρατημένο μέσα σ’ έναν ακάλυπτο, συνυπάρχει σε απόλυτη αρμονία με την απλωμένη μπουγάδα που κρέμεται από κάποιο πίσω μπαλκόνι και την τούρκικη ποπ που ακούγεται κάπου από το τετράγωνο. Γυρνάς το βλέμμα σου προς τον ορίζοντα, και η Πόλη είναι μεγαλοπρεπής, σαν να ‘χει ξεπηδήσει από μια ασιατική φαντασία του Τόλκιν και του Μοέμπιους.
Σε λίγο ο δρόμος από κάτω σου γεμίζει ζωή. Σε μια πιάτσα ταξί στην απέναντι γωνία οι ταρίφες πίνουν καφέ, στο μινι-μαρκετ αρχίζουν να τακτοποιούν τα καφάσια με τα φρούτα, η καθημερινή ζωή της πόλης παίρνει μπρος. “‘Έλα μπλέξου μέσα στο πλήθος”, σε προκαλεί η γιγάντια Πρωτεύουσα.
Πίνεις τσάι και καπνίζεις ναργιλέ κάτω απ’ τον πύργο του παραμυθιού, μέσα στον ήλιο, με ένα ζευγάρι ηλικιωμένων Άγγλων φίλων σου που ήρθαν πριν λίγα χρόνια για διακοπές κι έμειναν για πάντα. “This city is magical” σου λένε με παιδικό ενθουσιασμό, πριν αρχίσουν να σου λένε για την “ανάπλαση” της περιοχής. Κάτω απ’το βλέμμα του Γαλατά και τους μιναρέδες, η λέξη “gentrification” ακούγεται υπερβολικά δομημένη και προτεσταντική.
Σε βολτάρουν στην ψαραγορά κοντά στη γέφυρα του Γαλατά, μια γέφυρα που διασχίζει τον Κεράτιο Κόλπο και είναι έτοιμη να βουλιάξει απ΄τα καλάμια ψαρέματος και τους ψαράδες. Οι ψαράδες λένε μοιρολατρικά και χαρούμενα μαζί: “Έχουμε πίστη. Έχουμε υπομονή”.
 
Ρουφάς τα στενά με το βήμα σου και παντού βλέπεις γάτες. Και γλάρους. Και ψάρια. Κάπου στο μυαλό σου σχηματίζεται αυτόματα ένας θυρεός για την πόλη. Και δεν έχει σαν σύμβολο ούτε την Αγιά Σοφία, ούτε τίποτε τέτοιο, παρα μόνο έναν γλάρο, έναν γάτο κι ένα ψάρι σε μια πολύχρωμη εραλδική σύνθεση.
Παίρνεις το τραμ για μια περιοχή που λέγεται Σουλταναχμέτ. Συμμετέχεις σε μια μπιενάλε που έχει απόψε εγκαίνια. Το κτήριο της έκθεσης είναι ένα Μεσαιωνικό παλάτι. Η τηλεοπτική κάμερα παίρνει συνεντεύξεις κι οι συμμετέχοντες τυφλώνονται απ΄τα φώτα της αναγνώρισης. Μοιάζουν σαν να ‘χουν πάρει ντόπα. 
Βγαίνεις έξω να πάρεις αέρα. Σ’ ένα πλαϊνό σοκάκι βρίσκεις ένα ωραίο μικρό καφέ. “Denizen Coffee”, γράφει η επιγραφή, και την παραγγελία σου παίρνει κάποιος με Αμερικάνικη προφορά. Καταλήγεις να μιλάς μαζί του για καμιά ώρα. Tον λένε Ken και ήρθε ταξίδι με το φίλο του απο το Σαν Φρανσίσκο πριν κανένα χρόνο και τελικά δε γύρισαν ποτέ πίσω. Εδώ και έξι μήνες έχουν ανοίξει αυτό το cafe. Δεν σκοπεύουν να επιστρέψουν. “Έλα κι εσύ”, νομίζεις πως ακούς την Πόλη να σου λέει.
 
Χαιρετάς. Ξεκινάς να ξαναπερπατάς στα στενά. Η Πόλη είναι μια γυναίκα με τούρκικη μαντίλα και κατακόκκινο κραγιόν. Σου λέει γελώντας αυτάρεσκα: “θα σου λιώσω τα πόδια στο περπάτημα”. Η χροιά της φωνής της σε μεθάει.
Παπουτσάδικα. Αμέτρητα παπουτσάδικα. Μικρές βιοτεχνίες, μεγάλες βιοτεχνίες, μικροσκοπικές τρύπες με τσαγκάρηδες. Έχεις τυχαία βρεθεί σε μια γειτονιά που φτιάχνει παπούτσια. Είναι βράδυ, και μέσα στους σκοτεινούς, στενούς δρόμους, στις ανηφόρες και τις κατηφόρες, μυστήριες μορφές κινούνται δίπλα σου σαν φαντάσματα. Μέσα στα εργαστήρια τους βλέπεις να εργάζονται, να σφυροκοπούν τα δέρματα, να διαλέγουν καλούπια. Λες: “θέλω να τους φωτογραφίσω, να τους μιλήσω”. Όμως νιώθεις εισβολέας, παρείσακτος, τουρίστας.
Αποφασίζεις να περπατήσεις προς το σπίτι, να μην πάρεις πάλι το τραμ. Τα στενά του Σουλτάναχμέτ είναι γεμάτα τουριστικά ξενοδοχεία κι εστιατόρια. Tα τείχη του Τοπ Καπί υψώνονται δίπλα σου γεμάτα αλαζονεία κι αυτοκρατορική ευγένεια. 
 
Στον κεντρικό δρόμο που περνάει το τραμ αγοράζεις ένα καλαμπόκι από ένα πλανόδιο γέρο. Σε ρωτάει από που είσαι. Λες: “Γιουνάν”. Είναι Τούρκος αλλά μιλάει Ελληνικά. Σου εύχεται καλή βόλτα. Περνάς τη γέφυρα του Γαλατά και λες, δεν θα γυρίσω σπίτι, θα περπατήσω κι άλλο.

Φτάνεις στο Πέρα, και σε λίγο στο Ταξίμ. Στην κεντρική του πλατεία νιώθεις οτι είσαι στην Τεχεράνη. Μικρή αγοραφοβία. Ξαναχάνεσαι στα στενά. Από ένα παράθυρο ξεπροβάλει μια εκπληκτικά ελκυστική γυναίκα. Μιλάει με αντρική φωνή. Λέει με αυθεντική Αμερικάνικη προφορά: “How are you today, beautiful?” 
Tην επόμενη μέρα συναντάς Έλληνες φίλους που έτυχε να είναι για δουλειά στην Πόλη. Έχουν έρθει για ένα κινηματογραφικό γύρισμα. Πίνεις μια μπύρα μαζί τους στο Tünel. Εκεί γνωρίζεις τον Utum, φωτογράφο, στην ηλικία σου. Περπατάς μαζί του ως το Τζιχάνγκιρ. Τα λέτε λες και δεν υπάρχει κανένα Αιγαίο, κανένας Ελλήσποντος, κανένας Βόσπορος να σας χωρίζει. Πριν χαιρετηθείτε σου λέει: “Πάμε αύριο μαζί να φωτογραφίσουμε τους παπουτσάδες”.
Στο σπίτι που ζεις, το ζευγάρι που ζει απο κάτω έχει ένα καυγά. Φωνές, πράγματα που σπάνε. Αρχίζει να βρέχει. Η Πόλη αλλάζει όψη. Η βροχή δε σταματάει όλο το βράδυ. Σ”ενα τσατ στο ίντερνετ, μια Τουρκάλα φίλη σου, γέννημα-θρέμμα της Πόλης, λέει: “Ναι, είναι μαγική αυτή η πόλη. Αλλά περιμένε να δεις πως είναι οταν σου δείξει τα δόντια της”.
Η βροχή συνεχίζει για δύο-τρεις μέρες. Κλείνεσαι στο δωμάτιο σου και σε καφέ της γειτονιάς και δουλεύεις. Κι όταν νιώθεις πως θες να βολτάρεις κυκλοφορείς με αυτές τις άσπρες, διάφανες πλαστικές ομπρέλες που φαίνεται πως έχουν όλοι σ’αυτήν την πόλη. 
‘Ενα βράδυ η βροχή σταματάει για λίγο και εξερευνείς το Τζιχάνγκιρ, που πλέον, τέσσερις μέρες μετά, το νοιωθεις σαν γειτονιά σου. Χίλιες γωνιές ξετρυπώνουν απο παντού, και ένα άνοιγμα ανάμεσα απ’ τα σοκάκια σε βγάζει σ’ ένα μικρό ξέφωτο με θέα το Βόσπορο. Τα καράβια περνάνε αργά, σαν να επιπλέουν πάνω στην άκρη της γης, πάνω στο όριο μεταξύ δυο κόσμων. Η βροχή ξαναξεκινάει, αλλά εσύ κάθεσαι και γίνεσαι μούσκεμα. Δε σε νοιάζει. Ο μαγνητισμός του υδάτινου καναλιού σ’ έχει ακινητοποιήσει.
 
Ο ουρανός είναι γεμάτος μολύβι, ο Βόσπορος σκοτεινός σαν την Ιστορία. Εκεί, σ’ αυτά τα νερά, μέσα στο μαύρο βράδυ, νιώθεις δυο πολιτισμούς, δυο αυτοκρατορίες, δυο κουλτούρες, ίσως τρεις και τέσσερις, να ανακατεύονται μέσα στις ρότες των καραβιών. Μπλέκονται, αγκαλιάζονται, παλεύουν, πληγώνονται κι αγαπιούνται και με ένα μαγικό τρόπο τελικά παντρεύονται. Η Πόλη σου λέει ρυθμικά, μέσα στη βροχή και το σκοτάδι, σαν τον Χορό σε κάποια αρχαία τραγωδία: “H καρδιά μου είναι κρυμμένη στα θεμέλια του πύργου του Γαλατά, και η ραχοκοκκαλιά μου στο βυθό του Βοσπόρου”.
Την επομένη αποφασίζεις να ψάξεις τα παλαιοβιβλιοπωλεία. Χάνεσαι για ώρες σε κάτι στοές στο Ταξίμ. ‘Εντυποι θησαυροί από μια κοινωνία τόσο άγνωστη και τόσο γνώριμη. Βιβλία που προπαγανδίζουν την “απειλή” των Ελλήνων, περιοδικά απ’ τη δεκαετία του ’60 που είναι σαν τις “Εικόνες” και το “Φαντάζιο”, η αφίσα του Star Wars στα τούρκικα. Έξω από το club “Babylon” κόσμος – έχει ένα καλό live. Συνεχίζεις την περιπλάνηση.
 
Φτάνεις σε μια μεγάλη λεωφόρο, που μοιάζει να χωρίζει το Ταξίμ από μια άλλη συνοικία, που μοιάζει πολύ πιο ήσυχη. Διασχίζεις τη λεωφόρο. Που διάολο είσαι πια δεν ξέρεις. Μια πολύ μεγάλη ανηφόρα και μετά μια πολύ απότομη κατηφόρα. Βρέχει, σταματάει, ξαναρχίζει. Ένας ορθόδοξος ναός σε ένα ύψωμα, σχεδόν παρατημένος, όπως και τα περισσότερα κτήρια γύρω σου, που μοιάζουν να μην έχουν καν ηλεκτρικό. Παρέες στέκονται στις εισόδους τους, και όταν περνάς σταματάνε να μιλάνε και σε κοιτούν απ’ την κορυφή ως τα πόδια. Τα βλέμματα τους βαραίνουν πάνω σου και φωνάζουν μέσα στην αμήχανη ησυχία. Μια κυρία πετάει τα σκουπίδια από το παράθυρο κατευθείαν στο δρόμο. Λες: “Κάτι δεν πάει καλά εδώ”.
 
Μια παρέα κλείνει το διάβα σου. Το σοκάκι είναι στενό αλλά δεν παραμερίζουν να περάσεις. Κάποιοι γελάνε, κάποιος σου μιλάει επιθετικά, λες σα βλάκας “Γιουνάν”, σου λένε κάτι που δεν καταλαβαίνεις. Καταφέρνεις να προσπεράσεις και να φύγεις προς ένα άλλο στενό. 
Η Πόλη σου τρίζει τα δόντια της.
 
Είσαι στο Ταρλάμπασι, παλιά ελληνική συνοικία, τώρα παρακμιακό άνδρο της Κουρδικής μαφίας, αλλά δεν το ξέρεις. Συναντάς στο δρόμο ένα μικρό κορίτσι με τεράστια μαύρα μάτια. Κρατάει στο χέρι της τετράδια και βιβλία δεμένα με ένα λάστιχο, κάτι που είχες να δεις απ’ τη δεκαετία του ’70. Λες: “Πως μπορώ να ξαναγυρίσω στο Τζιχάνγκιρ?”. Χαμογελάει λαμπερά και σου λέει: “Έλα μαζί μου”. Περπατάς με κατεύθυνση το Πέρα και το Γαλατά πάνω σε μια λεωφόρο που ‘χει θέα όλη την Πόλη.

Η βροχή έχει μόλις σταματήσει κι όλα έχουν την μυρωδιά της. Βρίσκεις φίλους και πίνετε μπύρες. Είσαι πίσω σπίτι, ζαλισμένος κι εξοντωμένος.  Έξω απ’ τη φαρδιά τζαμαρία η Πόλη υψώνεται βαριά, απέραντη, χτισμένη πάνω σε αμέτρητες στρώσεις θρύλων και ιστορίας.
 
Στον πύργο του Γαλατά έχουν επιστρέψει τα θαλασσοπούλια. Αμέτρητα και μαγνητισμένα, σαν σε ιεροτελεστία, χορεύουν γύρω απ’ τον κωνικό τρούλο σε αργή κίνηση. H Πόλη σου λέει με ψιθυριστή φωνή: “Σε βλέπω. Εσύ βλέπεις τον εαυτό σου σε μένα;”
πηγή: lifo.gr

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg