Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Πρώτη Σερρών: Ντοπιολαλιές του Παναγιώτη Δασκαλούδη-"Οι γιουφκάδεις, του καλλίτιρου από όλα τα φαγιά".

Η Λένκου κι η Κώτσιους είχαν δγιο πιδούδγια, του Νικουλάκη κι ντου Δημητράκη. Η Νικουλάκς πχιο τρανός ζντην ηλικία, ότι ντουν ήλιγαν μαμπάς κι μάνα τ, τα άκουει κι όλου ήλιγει ναι. Πουτές δε σκάνιαζει για ότι κι αν ντουν όρζαν, σι όλεις ζ δλειές βουθούσει, πουτές δεν ήλιγει θέλου κείνου, θέλου του άλλου κι έτρουει όλου του φαϊ τ. Η Δημητράκς, πχιο μικρός ζ νηλικία, παραχαϊδιμένους, όλου στου ντιριντάχτα ντουν είχαν, όλα τα κέφχια ντουν έκαναν κι αυτός, άλλου που δεν ήθιλει, όλου αριθυμνιές ήταν κι όλου κουσούργια στου φαϊ έβρισκει. Η μάννα τ η Λένκου, ντουν είχει πιρισσότιρου αδυναμία απ του Νικουλάκη, θα μικρότιρους απού ήταν, κι όλου ντουν έφκιανει τα κέφχια. Κι για του φαϊ όταν έκανσκει, όλου ντουν ρουτούσει….
-Δημητράκη……πιδούδιμ,….σήμιρα θα κάνου φασούλια…..Θα φάς για δεν, να σι κάνου κάτι άλλου…..
-Φασούλια;……. Μπιαμπιάξ…..δε τρώου γω τέτχιου φαϊ…. ήλιγει Δημητράκς……
-Αααα….. άμα σι κάνου πατατούδεις τηγανητές θα φάς ιντάξει του πιδούδι μ;…….
-Τέτχιου φαϊ ναι…….θα φάου…… Αυτό είνει απού τα φαγιά που μι αρέσουν……Τέτχοια να κάνς…..
Η μάννα παραχάιδιβει ντου Δημητράκη, όλου ντουν έκανει ιδιαίτιρου φαϊ, άμα δεν ντουν άριζει αυτό απού είχαν κι η μπαμπάς βίρα στραβουμούτσκουνει κι όλου ντην ήλιγει ντη Λένκου……
-Μαρή γναίκα….. αυτόν ντου μικρό ντου κιαρατά, όλου αλλοιώτκου φαϊ ντου κάνς κι δε μι αρέσει…… Τέτχοια χουζμέτχια δε βγαίνουν σι καλό….. Ότι αριθυμνά κόλους τ ντου φκιάνς κι απού αυτά που μαγιρέβς, ίτσι ούτει τα γκλουτσιάζει….. Τι χάλια είνει αυτά….. Ούλου του πιδούδι μ ότι θέλει, λές κι αυτός,…… Μι φαίνητει, πήρει κόλους τ παραμύθι……. Για άφκητουν νυσκόν κανα δγιο μέρεις, να κλουθούν τα άντιρα τ κι θα σι πω γω αν φάει ή αν δε φάει…..Ας ντου πιρικάνει νυσκάδα κι καταπόδι θα σι πω γω……
-Άντρα……γιαζ΄κ του πιδούδι μας…… Άς τρώει ότι θέλει κι άμα έχουμει κι απού αυτό που του αρέσει, ……εεεε….θα του φκιάνου γω……Είνει λίγου ντιλικάτκου, τι να κάνουμει τώρα…..
-Γναίκα βλέπς ντου τρανό…… Ότι έχουμει κι ότι βρηθεί στου τραπέζι, αυτό τρώει κι πουτές δε είπει ότι δεν ντουν αρέσει…..Αυτό του πιδί δεν είνει άθρουπους, αριθυμνιές δεν έχει;……. Για σμαζηφτούς λίγου κι στρώστουν ντου μικρό, γιατί άμα πάρου ανάπουδεις, καμνιά μέρα θα ντου στρώσου ιγώ κι θα ντου κάνου πολύ ίσχιου…… Θα τρώει απ όλα τα φαγια, κι τα φασούλια, κι ντη φακή, κι σ παπούδεις…….
Είπαν και ξαναείπαν Κώτσιους κι η Λένκου για ντου μικρό απού δεν έτρουγει κι ήταν ντιλικάτς κι κάπχια μέρα, ένα προυί είπει Κώτσιους……
-Μάγκεις…… Τώρα γιά, θα έρτητει μαζί μ, θα πάμει στου χασλαμαλ΄κι για να γυρίσουμει ντη κουπριά……Πάρτει απού ένα φκιάρι κι ακλουθάτει….. Όλνοι μαζί παρέα….άντι μπράβου…..
Δημητράκς θαν άκσει ντου μπαμπά τ ότι θα ντουν έπιρνει ζντη δλειά, μνια φουρά τα τσίπρουσει που λέμει, ντου κόπκει η φόρα, αλλά κι αλλοιώς δε μπουρούσει να κάνει, γιατί κι τρανός πάεινει μαζί μι ντου μπαμπά κι η μάννα τ που βίρα ντου κανάκιβει, κι αυτήνα απού ζ μπαμπά του μέρους ήταν κι είπει…..
-Αντι άντι…….κι τα δγιο τα πιδούδγια θαν έρτουν μαζί σ….. Μάνι μάνι, τρία φκιάργια, ως δω να κει ντη κουπριά θα ντη γυρίστει…… Θα πιχνιδούδι είνει αυτήνα η δλειά, ξικούραστη, ξικούραστη…….
Πήραν τα φκιάργια ζντουν όμου, μπρουστά μπαμπάς κι καταπόδι ένας πίσου ζντουν άλλου, κίνσαν μι τα πουδάργια να παν στου χασλαμαλ΄κι….. Λίγους ήταν δρόμους, απ όξου απ του χουργιό του χασλαμαλ΄κι, μάνι μάνι έφτασαν κι μπαπάς σ είπει……
-Μάγκεις….. Θα γυρίσουμει όλη ντη κουπριά κι καταπόδι θα φύγουμει….. Άμα θα φτουρέστει κι δε χασουμιρείτει, θα φύγουμει νουρίς…… άμα σιαχτίζτει μνια δω κι μνια ικεί, θα φύγουμει άμα νυχτώσει….. Πάντους άμα δεν μπιτίσουμει, στου σπίτι δε γυρνάμει……
Εμ εικείνη η κουπριά, ήταν ίσα μι δέκα φουρτχιά….. Ένας κουπαρίκους δγιο μέτρα μπόι, που μόλις ντουν έβλιπεις απιλπισία σι έπχιανει……Που να βρουν κουράγια να ντη γυρίσουν κι όλη σι μνια μέρα κι μέχρι του βράδυ….. Τα πιδγιά μι ντη πρώτη ματχιά κι μόλις ντην είδαν ντη κουπριά, μνια φουρά έπισαν κάτ τα αυτχιά τς, αλλά κι να πουν….. Να πουν ότι δε μπουρούσαν να δλέψουν, δε γίνουνταν…… Να έλιγαν να φύγουν, πάλι αυτό δεν γίνουνταν….. Μπαμπάς σ είπει, ότι άμα δεν ντη γυρνούσαν όλη, σπίτι δε θα γύρζαν….. Σκέφκαν κι ξανασκέφκαν, έσφιξαν τα φκιάργια κι δόστου απού δω, δώστου απού κει, άρχιζαν να γυρίζουν ντη κουπριά…. Μπαμπάς, σαν σταματούσαν λίγου, όλου τς κοίταζει μι ένα χινέτκου βλέμμα κι τς έλιγει…..
-Δλέβτει κιαρατάδεις γιατί άμα πχιάσου του φκιάρι απού ντην ανάπουδη, του στιλιάρι ζντη ράχη σας θα τσακίσει…..
Πού να βρούν ώρα για ξικούραση τα πιδιά…… Δεν σ άφσει να πάρουν ανάσα….. Φκιάρξαν, φκιάρξαν όλου του προυί κι άργά του μισημέρι μπίτσαν του γύρζμα….. Κι άμα τέλειουσαν, ξαναφουρτώθκαν τα φκιάργια ζτουν όμου κι ένας καταπόδι πίσου απού ντουν άλλου, ξικίνσαν για του σπίτι….
Δεν άργησαν κι πουλύ, έφτασαν στου σπίτι κι η Λένκου, μπιρντέν τς είπει……
-Άντι…… πάτει να νιφτείτει κι να ξυπλύντει τα χέργια σας….. Να κάτσουμει να φάμει….άντι….
Η Δημητράκς, θαν άκσει για φαϊ μνιά φουρά ρώτσει ντη μάννα τ….
-Μάννα……τι φαϊ έχουμει σήμιρα…..
-Γιουφκάδεις πιδούδι μ……γιουφκάδεις…… Κι να δγεις τι καλνοί που γίνκαν σήμιρα……Τέτχοια νουστιμνιά, τι να σι πω…….Έτσι χουρίς ψουμί να τς φάς……είπει η Λένκου.
-Γω μάννα γιουφκάδεις δε τρώου……. Γιουφκάδεις δε μι αρέσουν…… Φάτει σεις κι αφήστει μι μένα…… είπει Δημητράκς.
-Γιατί πιδούδι μ…… γιατί δε θα φάς, το καλλίτιρου φαϊ είνει η γιουφκάς…… Αλλά άμα θέλς μιτά θα σι κάνου πατατούδεις…….Να μη μίνς νυσκό ντιπ……είπει η μάννα.
Η μπαμπάς η Κώτσιους, άγκει κι αυτός απού μιριά του μουχαμπέτι σ μάννα σ μι ντου Δημητράκη, σ αγριουκοίταζει κι θαν άκσει ότι η Λένκου θα τχάνζει καταπόδι πατάτεις χώργια για του Δημητράκη, είπει μι γινάτι…..
-Γναίκα…… Γιόμου για ντου μικρό ένα πχιάτου γιουφκάδεις κμουλουμένου κι βάντουν στου τραπέζι να κάτσει……
-Ρε Κώτσιου……του πιδούδι γιουφκάδεις δε ντουν αρέσουν…..δε θα φάει…..τι να βάνου έτσι κουτουρού, για να του ξανααδγιάζου πάλι μέσα ζντου ντέτζιρι;…….
-Θα φάει Λένκου…..θα φάει…..θα φάει, άκου μένα….είπει Κώτσιους.
Κι έτσι έγινει…..Έβανει η μάννα η λένκου τέσσιρα πχιάτα κι έκατσαν όλνοι στου τραπέζι….. Όλνοι ξικίνσαν να τρών, μόν Δημητράκς είχει του χλιάρι στου χέρι κι όλου έσφιγκει τα δόντια τ…… Νικάτιβει του πχιάτου μι σ γιουφκάδεις κι ίτσι ούτι μνιά χλιαριά έβαζει στου στόμα τ…….
-Φάει ρε του φαϊ σ…… ντουν ήλιγει μπαμπάς…..
-Δε θέλου σι είπα……δε μι αρέσει…..Δε μπουρώ να φάου τέτχιου φαϊ……
Είπει ακόμα καναδγιό φουρές ζτου Δημητράκη η μπαμπά ζουτ να φάει, αλλά που να πάει του χλιάρι απού του πχιάτου ζ Δημητράκη του στόμα…… Μον κοίταζει ιδώ κι κει κι μπουλαντζμάδα όλου ντουν ήρχουνταν, μέχρι που για μνια στιγμή, σκώθκει μπαμπάς απού ντη καρέκλα κι……θαν έπχιασει του πχιάτου ζ Δημητράκη, έτσι κμουλουμένου κιόλας όπως ήταν, του σήκουσει κι σιάααατ….. του κουπάνξει ζ Δημητράκη του κιφάλι κι ντουν είπει…..
-Θα σι γαμή….ου κιαρατά……. Δε τρως γιουφκάδεις κι θέλς πατατούδεις έεεεε…… Μη ταραχτεις απού κει που είσει γιατί θα σι κριμάσου ανάπουδα……
Ντου Δημητράκη ντουν έπχιασει κρύους ιδρώτας, οι γιουφκάδεις έπισαν απάν στου κιφάλι τ κι στα ρούχα τ, έτριξαν τα ζμιά απάνου τ, δεν ήξιρει τι να πει, μαζεύκει ζτη καρέκλα κι ζάρουσει…… Ήλιγει από μέσα τ πριν, ότι θα μάνζει μπαπάς ζουτ που δεν έτρουει του φαϊ, θα έλιγει κι καμνιά κουβέντα παραπάν, αλλά δεν πιρίμινει να ντου κουπανίσει στου κιφάλι ζ γιουφκάδεις…..
-Σήκου γναίκα κι βάνει άλλου πχιάτου ζτου Δημητράκη να φάει……βάνει γιουφκάδεις κι να δγεις ότι τώρα θα σ φάει….. Ντουν άνξα ντην όριξη σίγουρα….. είπει η Κώτσιους.
Σιασίρτσει η Λένκου, σκιάθκει κιόλας, αλλά κι τι μπουρούσει να πει…..Να έλιγει ότι θα ντουν έκανει ντου μικρό πατατούδεις;….. Φουβήθκει μην ντην έρτει κι σ αυτήνα στου κιφάλι τς κανα πχιάτου γιουφκάδεις…. Σκώθκει κι μάνι μάνι ξανάβανει ένα πχιάτου στου Δημητράκη μπρουστά……Η Δημητράκς, δε τουλμούσει να βγάλει μιλιά, κιτρίνσει απού ντου φόβου τ, έτριμαν κι τα χέργια τ κι σιγά σιγά έπχιασει του χλιάρι κι άρχισει να τρώει….
-Να μην μίνει τίπουτας…… Του πχιάτου θα του σφουγγίεις μι του ψουμί….. Άμα δγιώ απουμινάδι μέσα, θα στου ξαναφέρου ζτου πατσιά…….Κατάλαβεις;……ήλιγει η Κώτσιους.
Δίχους να του καταλάβει η Δημητράκς, έφαει, έφαει ζ γιουφκάδεις μέχρι που μπίτσει όλου του φαϊ τ κι αφού ντουν έδιξει άδγιου του πχιάτου ζντου μπαμπά τ, σκώθκει απ ντη καρέκλα κι ντου πήρει η μάννα τ, για να του αλλάξει κι να ντου πλύνει, γιατί τα ρούχα τ ήταν μέσα ζ λαδιά, στα ζμιά κι ζ γιουφκάδεις……
Καταπόδι η Δημητράκς, όσεις φουρές η μάννα τ μαγύριβει γιουφκάδεις πάντα σ έτρουγει, πουτές αυτήνα δεν έκανει χώργια φαϊ για να φάει, πατατούδεις τάχα, κι όταν ντου ρουτούσει η μπαμπάς τ πχοιό φαϊ ντουν αρέζει πιρισσότιρου αυτός ήλιγει……
-Οι γιουφκάδεις μπαμπά……οι γιουφκάδεις…..
Που να τουλμίσει να πει κι αλλοιώς…..




Επιμέλεια: Παύλος  Π. Νούνης

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg