Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2016

Βιβλίο: αφιέρωμα-"Στο δρόμο των αρωμάτων" - " Ένα κλειδί, τρεις πόρτες" του Μάνθου Σκαργιώτη

Στο δρόμο των αρωμάτων
"Στο δρόμο των αρωμάτων"
ο Κωσταντίνος Ντούλας ξεκινά ένα τεράστιο και επικίνδυνο ταξίδι: Ξορκίζεται να εκτελέσει την τελευταία επιθυμία του νεκρού πατέρα του, να φέρει λίγο ασβέστη και λίγο χώμα από τα γεφύρια όπου έθαψαν ζωντανές τις αδερφές του...
ISBN:
978-960-364-943-4
Συγγραφέας:
Επιμελητής:
Δανάη Ανταβαλή
Έκδοση: 1η
Ημερομηνία έκδοσης:
29/10/2015
Αριθμός σελίδων: 552
Format: Paperback
Μέγεθος: 140 x 205
Χώρα προέλευσης: Ελλάδα
Θεματολογία: Ιστορικό Μυθιστόρημα
15.93 €
 
"Τι έχω αδερφό στην ξενιτιά μη λάχει και περάσει".

Με το που γυρίζει από τα μακρινά ξένα ο Κωσταντίνος Ντούλας ξορκίζεται να εκτελέσει την τελευταία επιθυμία του νεκρού πατέρα του. Πριν από μερικά χρόνια οι τρεις αδερφές του είχαν θυσιαστεί για να στεριώσουν τρία ονομαστά γεφύρια: του Δούναβη, του Ευφράτη και της Άρτας. Ο πατέρας του δεν θα βρει αναπαμό, αν ο Κωσταντίνος δεν πάει στα τρία γεφύρια για να φέρει από εκεί λίγο ασβέστη και λίγο χώμα.
Ο δρόμος του απ’ την Ήπειρο ως τη Μεσοποταμία και τις παραδουνάβιες χώρες είναι στρωμένος με περιπέτειες και κινδύνους. Πειρατές, δουλέμποροι, θεομπαίχτες καλόγεροι, αιχμαλωσίες, καμηλιέρηδες, περιστασιακοί έρωτες, ληστές, βεδουίνοι, ιεροφάντες, σύντομες μα βαθιές φιλίες, μάγοι, φοβισμένα στόματα, αδυσώπητες αναμετρήσεις, δερβίσηδες, ανατολίτικη λαγνεία, σκοτεινές ιεροτελεστίες, τεκέδες, απαγωγές, αφιλόξενες στέπες? και μέσα σ’ όλα μια αγάπη αναμμένο κάρβουνο κάτω απ’ τη στάχτη.
Ακόμα όμως κι αν καταφέρει να γλιτώσει και γυρίσει πίσω στη μικρή πατρίδα του, τον περιμένουν ο δήμιος για ένα έγκλημα που διαπράχτηκε τη μέρα της αναχώρησής του, ο προδότης της παιδικής φιλίας, η μάνα στην άκρη του γκρεμού κι η αρραβωνιαστικιά του ριγμένη ανάμεσα σε σφυρί και αμόνι.

Σχετικά με τον Συγγραφέα Μάνθος Σκαργιώτης

Μάνθος Σκαργιώτης
Ο Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων το 1952. Σπούδασε φιλολογία. Ζει στην Αθήνα. Έχει εκδώσει επτά μυθιστορήματα και δυο ποιητικές συλλογές. Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε ανθολογίες. Δημοσίευσε εισαγωγικές μελέτες για έργα του Κ. Θεοτόκη, του Κ. Κρυστάλλη και του Γιώργου Κοτζιούλα, καθώς και πορτρέτα ηπειρωτών δημιουργών. Αφηγήματά του είναι δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.

Η εργογραφία του αναλυτικά: Το λαθραίο (Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1991), Ουδέτερη Ζώνη (Κέδρος, Αθήνα 1995), Η αλάνα με τις ακονόπετρες (Δωρικός, Αθήνα 1995), Δώδεκα μήνες, δεκατρία φεγγάρια Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001, Το παρελθόν επιστρέφει από τον άλλο δρόμο (Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2004), Ένα κλειδί, τρεις πόρτες (Μεταίχμιο, Αθήνα 2009).

Ποιήματα: Ματωμένοι Σάρακες
Κριτήριο, Αθήνα 1974
Στο ρυθμό της Κύπρου
Ιδιωτ. έκδοση, Γιάννενα 1978
 

Μάνθος Σκαργιώτης"Στο δρόμο των αρωμάτων"

sto_dromo_twn_arwmatwn 
Ο χρόνος και ο τόπος
Συγγραφείς όπως ο Μάνθος Σκαργιώτης έχουν πάντα ανοιχτά, πάντα άγρυπνα τα μάτια της ψυχής τους. Κι αισθάνονται να κατοικεί μέσα τους ένας περίεργος προφήτης. Που περιφέροντας εναγωνίως το βλέμμα του στα τωρινά, στα μετά και στα πριν, στηρίζει το ένα του πόδι έξω απ’ τη γη για να μπορέσει να σταθεί επάνω της. Γι’ αυτό και συνοψίζεται αρμονικά μέσα του ο σύμπας χρόνος και ο σύμπας χώρος. Που αναπλάθεται αγαθά και αποδίδεται συμβολικά με παραμύθια και παραβολές. Κι όποιος έχει ώτα που ακούνε, ας ακούσει. Και ο νοών νοείτω.
Με το νέο του μυθιστόρημα «Στο δρόμο των αρωμάτων» που κυκλοφόρησε πριν τρεις μήνες από τις εκδόσεις Διόπτρα, ο συγγραφέας επιχειρεί μια περιπετειώδη κατάβαση στην ταραγμένη εποχή λίγο μετά την ατυχή έκβαση της εξέγερσης των χριστιανών την οποία οργάνωσε το 1611 στα Γιάννενα ο μητροπολίτης Τρίκκης Διονύσιος ο Φιλόσοφος, Σκυλόσοφος κατά τους εχθρούς του. Τα πνεύματα είναι οξυμμένα και η μανία της τουρκικής διοίκησης εναντίον όσων έλαβαν μέρος σ’ αυτή ή απλά την υποστήριξαν, ακόμη και με μια κουβέντα, ξεσπά με αμείλιχτη και ακραία βία. Ο δραματικός της απόηχος διαπερνά το υπόστρωμα της αφήγησης. Από την άλλη πλευρά, την ανατολική, της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες ρωγμές και να σημειώνονται οι πρώτοι κλυδωνισμοί.
Ο Μάνθος Σκαργιώτης βγαίνει εκτός συνόρων. Και παίρνει τους δρόμους των θρύλων της Ανατολής, ακολουθώντας το τραγικό ταξίδι και τις περιπέτειες του Κωνσταντίνου, αυτού του Αρτινού ξενιτεμένου παλικαριού που, επιστρέφοντας κάποτε από την Αραβική Τζέντα στην πατρίδα του, λίγο μετά τη θεμελίωση του γιοφυριού της Άρτας, βρίσκει να τον περιμένει στο σπίτι η επιθυμία του εκλιπόντος πατέρα του που εντέλλεται να πάει να ψάξει και να βρει τα γεφύρια του Δούναβη και του Ευφράτη, όπου θεμελιώθηκαν για να στεριώσουν οι δύο άλλες του αδερφές. Η τρίτη, η μικρότερη, στοίχειωσε στα θεμέλια του Αράχθου και έτσι στέριωσε το γεφύρι. Κι από εκεί να φέρει στην Άρτα λίγο χώμα και λίγο ασβέστη. Γιατί έτσι θα ηρεμήσει η ψυχή τού θαμμένου μα άλιωτου ακόμα πατέρα του.
Ο αναγνώστης, ωστόσο, βαδίζει μαζί με τον συγγραφέα στους παράλληλους δρόμους του Ηροδότου, του Ξενοφώντα και των μυρίων του. Βαδίζει στους δρόμους του Ευριπίδη και του Μεγαλέξανδρου. Βαδίζει στους δρόμους της καθ’ ημάς Ανατολής. Αλλά και στους δρόμους της άλλης Ανατολής. Όπου άκμασε κάποτε ο ελληνισμός και φώτισε με τις ξαφνικές δυνατές του λάμψεις τα σκοτάδια της πρόληψης και της δεισιδαιμονίας που μάστιζαν –και μαστίζουν ακόμα δυστυχώς– τις κοινωνίες της. Αλλά νιώθει να περπατά πιο πολύ πάνω στους στίχους «Του νεκρού αδελφού» και «Του γιοφυριού της Άρτας», που μοιάζουν σαν δρόμοι άλλοτε ανοιχτοί κι άλλοτε κλειστοί, πλημμυρισμένοι, ωστόσο, με πόνους, φόβους κι ελπίδες.

Το αδοκίμαστο και τ’ αλλιώτικο
Ο συγγραφέας προχωρά σε μια βαθιά διείσδυση στους περίπλοκους κόσμους του παραλόγου και των τρομερών αντιθέσεων που εκμηδενίζουν τον άνθρωπο και τον καθιστούν παιχνίδι της τύχης. Σ’ αυτό το ταξίδι του πηγαιμού και της επιστροφής τίποτε δεν είναι βέβαιο. Μια πάλη μ’ όλα τα θηρία η ζωή και μια ανάσα ο θάνατος απ’ αυτή. Ο ταξιδευτής σκοντάφτει αδιάκοπα πάνω στο αδίσταχτο κράτος της βίας. Όλα κρέμονται από μια κλωστή. Μέσα σ’ αυτή την ατέλειωτη θύελλα της απειλής και του τρόμου, που τη διασπούν ελάχιστες αχτίδες μιας παγκόσμιας φυσικής ανθρωπιάς, το άτομο δοκιμάζεται και μάχεται να βγει απ’ το σκοτάδι και να νικήσει. «Στο δρόμο των αρωμάτων» νικητής είναι το άτομο που τολμά πιστεύοντας στη δύναμη της ψυχής του. Νικητής είναι ο Κωνσταντίνος, που επιστρέφει στο γενέθλιο τόπο έχοντας εκτελέσει την επιθυμία και την εντολή του πατέρα του. Αλλά το κόστος της νίκης του αυτής υπήρξε εντέλει πολύ ακριβό. Αλλά ποιος αγώνας και ποια νίκη δεν έχει κόστος;
Ανιχνεύοντας το παρελθόν και περιπλανώμενος στις σκοτεινές ιστορίες, τους μύθους του και τους θρύλους του, ο Μάνθος Σκαργιώτης ανασύρει στην επιφάνεια τις σεισμικές δονήσεις της σύγχρονης εποχής, όπως αυτός τις ατενίζει μέσα απ’ τη δική του οπτική και τη δική του προσωπική μυθολογία. Αφετηρία του και σκοπός του δεν είναι να κεντρίσει το ενδιαφέρον και να εξάψει τη φαντασία του αναγνώστη του για όσα παράδοξα και περίεργα έγιναν –ή δεν έγιναν– μια φορά κι έναν καιρό σε κόσμους παραμυθένιους και αλλιώτικους. Αφετηρία του και σκοπός του είναι να απαντήσει στην ανάγκη της ψυχής του και, υπακούοντας στην εντολή της, να βουτήξει την πένα του στα ταραγμένα νερά του δικού του καιρού και τόπου και να μιλήσει με τη δική του γλώσσα για όλα όσα τον κατακλύζουν με τις νεροποντές και τα κύματα που έχουν ήδη ξεσπάσει και καταφτάνουν σήμερα εδώ συρρέοντας από άλλους καιρούς κι άλλους τόπους.
Τότε και τώρα
Ο αναγνώστης που η σκέψη του φεύγει πίσω απ’ το κείμενο, διαισθάνεται γεγονότα του δικού του καιρού. Και ομολογεί, με πίκρα ίσως, πως αυτά που έγιναν κάποτε γίνονται ακόμα και σήμερα, με τη μια ή την άλλη μορφή. Το ανθρώπινο δράμα συνεχίζεται με πράξεις αλλεπάλληλων ύβρεων δίχως κάθαρση. Ποτάμια και θάλασσες καταπίνουν αλύπητα την ανθρώπινη σάρκα και την ξεβράζουν σε μέρη σιωπηρά και αφιλόξενα. Για να θεμελιώνεται πιο δυνατά και να μην κινδυνεύει η αυτοκρατορία των όπλων και των εμπόρων του αίματος.
Ο Μάνθος Σκαργιώτης είναι ένας αφηγητής με πλατιά και βαθιά ποιητική ενδοχώρα. Που σε κερδίζει με τη δύναμη και τη μαγεία της γλώσσας του. Το βιβλίο του «Στο δρόμο των αρωμάτων» είναι ο κοινωνικός χάρτης μιας εποχής. Αλλά είναι ταυτόχρονα και ένα εγχειρίδιο λαϊκής σοφίας και γλώσσας. Ένα γεφύρι αλλιώτικο, που ζεύει την όχθη τού τώρα με την όχθη τού τότε. Και την όχθη τού εδώ με την όχθη τού εκεί. Διαβάζοντας ξεχνιέσαι. Και γεύεσαι την ομορφιά και την αυθεντικότητα του ζωντανού λόγου μιας εποχής που όλα μοιάζουν με τα σημερινά και τίποτε δεν είναι ίδιο μ’ αυτά. Ο συγγραφέας ως μεσολαβητής αποσύρεται και αφήνει την ιστορία να κυλήσει μόνη της ομαλά και αβίαστα. Η δική του φιλοσοφία ζωής περνά μέσα από τη θυμοσοφία των απλών ανθρώπων. Το ταξίδι προς τα μέρη της Ανατολής είναι η αφορμή για να ξεκινήσει μια καταπληκτική περιπέτεια. Που ανασύρει στο διάβα της τα φοβερά και τα ελεεινά μιας εποχής που εντέλει δεν είναι παρά η εποχή μας.
 
 
ΜΑΝΘΟΣ ΣΚΑΡΓΙΩΤΗΣ




"Γράφω άνευ σχεδίων"

Ο Μάνθος Σκαργιώτης γεννήθηκε στο χωριό Μονολίθι Ιωαννίνων. Είναι φιλόλογος. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές και μυθιστορήματα ενώ δημοσίευσε εισαγωγικές μελέτες για το έργο του Κώστα Κρυστάλλη και του Γιώργου Κοτζιούλα. Από το 2002 παρουσιάζει τα "πορτρέτα" ηπειρωτών δημιουργών στο Δελτίο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταρείας Τζουμέρκων. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα ιταλικά.


ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΝΤΙΝΟΣ ΓΙΩΤΗΣ

Γυρνώντας στα παλιά: πώς βρεθήκατε στο χώρο της λογοτεχνίας;
Μαθητής Γυμνασίου διάβαζα Κρυστάλλη και άκουγα δημοτικό τραγούδι απ’ τις παλιές γυναίκες του χωριού. Αυτά με μάγευαν και, απομονωμένος, γέμιζα σελίδες τετραδίων με ποιήματα και πεζά. Αλλά και το τοπίο (ποτάμι, ρυάκια, γκρεμοί, δέντρα κρεμασμένα σε βράχια, καταρράχτες) ήταν άκρως ποιητικό και με προδιέθετε για να πλάθω παραμύθια. Και μέσα σ’ αυτό το τοπίο, οι κουβέντες των χωρικών (στο σπίτι, στο δρόμο, στο χωράφι) που είχαν μια πρωτόγονη γνησιότητα. Πώς να τις άφηνες να πέσουν κάτω; Αργότερα, στις τελευταίες τάξεις, διάβαζα Ντοστογιέφσκι, Μαγιακόφσκι, Θεοτόκη, Στάιμπεκ. Αυτοί μ’ έριξαν σ’ άλλα νερά. Φοιτητής δημοσίευσα σε μια συλλογή τα πρώτα ποιήματά μου.

Ίντερνετ και λογοτεχνία. Τι είδους σχέση;
Με την επικράτηση του ίντερνετ, πολλοί φοβήθηκαν πως το ηλεκτρονικό βιβλίο θα παραγκωνίσει το έντυπο. Οι φόβοι έμειναν φόβοι. Δεν είναι δυνατό να έχουμε μαζί μας και έναν υπολογιστή, κάθε φορά που επιθυμούμε (στο μετρό, στο αυτοκίνητο, στο βουνό, στην ακροθαλασσιά) να διαβάσουμε! Και κάτι ακόμα: ανάμεσα στον αναγνώστη και στο λογοτεχνικό βιβλίο αναπτύσσονται σχέσεις αγάπης. Αγαπούμε τους ήρωες του έργου («καλούς» και «κακούς») και νιώθουμε ότι μας αγαπούν κι εκείνοι. Κι αυτή η αγάπη περνάει μέσ’ απ’ το χαρτί, απ’ το χρώμα του βιβλίου, απ’ τη μυρουδιά του. Έχουμε λοιπόν την ανάγκη να το αγγίξουμε, να το μυρίσουμε. Φαντάζεστε να επικοινωνούσαμε με τα παιδιά μας μέσω μιας οθόνης; Το ίντερνετ, βέβαια, έχει ποικίλες δυνατότητες. Αν κάποιες αξιοποιηθούν από το λογοτέχνη, μπορεί το ίντερνετ να γίνει η παραδουλεύτρα της λογοτεχνίας.

Ζούμε στην εποχή της εικόνας. Πιστεύετε ότι η τηλεόραση έχει επιβάλει, ανεπιστρεπτί, την εύκολη θέαση και, κατά συνέπεια, η ανάγνωση παραμερίζεται;

Η τηλεόραση, πέραν του ότι εθίζει τον άνθρωπο στην εικόνα, του αναπτύσσει και μια ευδαιμονιστική μακαριότητα. Το βιβλίο είναι ξένο σ’ αυτό το πνεύμα. Ασυμβίβαστο. Το διάβασμά του θέλει φαντασία και καλλιεργημένη ψυχή. Μοιάζει επομένως παρείσακτο στον κόσμο της εικόνας. Ενοχλεί. Για τον παραμερισμό όμως της ανάγνωσης δεν είναι ένοχη μόνο η τηλεόραση και οι αξίες που αυτή προβάλλει. Μεγάλη είναι η ευθύνη της οικογένειας και του σχολείου. Να λάβουμε, επίσης, υπόψη και την εξωστρέφεια του μεσογειακού ανθρώπου. Το ελληνικό φως και τα καμώματα της φύσης δε μας αφήνουν ούτε εντός σπιτιού ούτε εντός εαυτού.

Βρίσκετε κάποιου είδους ευτυχία στην ανάγνωση των βιβλίων;
Το βιβλίο είναι ό,τι ο κρυφός τόπος προσευχής. Το εργαστήρι του ονειροπόλου. Σου ανοίγει πόρτα για τον κόσμο που θέλεις ή καταγγέλλει τον κόσμο που δε θέλεις. Και καθώς γυρνάς μία-μία τις σελίδες, γίνεσαι καθ’ οδόν – εδώ είναι η ομορφιά του – κι εσύ δημιουργός μαζί με το συγγραφέα. Ώσπου φτιάχνεις έναν κόσμο στα μέτρα σου. Ας είναι φανταστικός. Χρειάζεται για την ισορροπία σου. Τον χτίζεις, όπως έχτιζε ο άνθρωπος το σπίτι του πριν απ’ την εποχή των πολυκατοικιών. Πλάστης κι εσύ, ένας καθημερινός θεός, πώς λοιπόν να μη νιώσεις ευτυχής;

Τί θα αλλάζατε από τη σημερινή Ελλάδα;

Αν είχα τη δύναμη, θα αφάνιζα την παχυδερμία των πολιτικών, την υποκρισία των μεγαλοπαπάδων και την ευκολοπιστία του λαού.

Εξακολουθείτε να επιστρέφετε στο γενέθλιο τόπο, κυριολεκτικά και μεταφορικά;
Μεταξύ του γενέθλιου τόπου και εμού υπάρχει έρωτας διαχρονικός. Εκεί όλα παραπέμπουν στην παιδική ηλικία κι έχω την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Δεν θα ήθελα όμως να μείνω μόνιμα στον τόπο που μεγάλωσα, γιατί τότε θα χαθεί η γοητεία που εκπέμπει. Προτιμώ τους ισόβιους αρραβώνες μαζί του. Θέλω να με ξεπροβοδίζει και να με καλωσορίζει. Συχνά.


Τί σας αρέσει από (σ)την Ήπειρο;

Η ανθρωπιά του τοπίου, η αθωότητά του. Οι θρύλοι που διατρέχουν τα ποτάμια, τα σκόρπια σπίτια στις βουνοπλαγιές, τα απομεσήμερα του Αυγούστου, το καθαρό βλέμμα του ξωμάχου, το τσεμπέρι που πάει να εκλείψει.

Τί δεν σας αρέσει από (σ)την Ήπειρο;
Η προσπάθεια άλωσής της από τη λογική της μοντέρνας «ανάπτυξης».

Ποιά είναι τα σχέδιά σας για το άμεσο μέλλον;
Λένε πως, όταν κάνουμε σχέδια, ο Θεός γελάει. Εκείνο που θέλω είναι να καταστρώνω σχέδια και να τα ακυρώνω αμέσως, έτσι που να μην προλαβαίνει ο Θεός να γελάσει.Tις επόμενες μέρες θα πάω στο Βόλο, στην Άρτα και στα Γιάννενα, όπου παρουσιάζεται το νέο μυθιστόρημά μου «Ένα κλειδί, τρεις πόρτες». Κατά τα άλλα, γράφω άνευ σχεδίων.

Ποιά συμβουλή έχετε κρατήσει για τη ζωή, ως μότο, από τους γονείς σας;

Από τον πατέρα: «ποτέ μην πεις μισή την καλημέρα». Από τη μάνα: «όποιος αγαπάει τα ρόδα πρέπει να `χει υπομονή/ όταν τον τρυπούν τ’ αγκάθια, να μη λέει πως πονεί». Ιερές παρακαταθήκες.
 
http://artapress.gr/articles/587/

Ένα κλειδί, τρεις πόρτες   
 

" Ένα κλειδί, τρεις πόρτες"

 
ISBN: 978-960-455-683-0
Σελίδες: 312
Ημερομηνία έκδοσης: 01/11/2009 

Λίγα λόγια για το βιβλίο


Μια οικογενειακή τραγωδία, στη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, αποκαλύπτεται είκοσι επτά χρόνια μετά. Πού και σε ποια κατάσταση βρίσκει η αποκάλυψη αυτή τους ενόχους και τα θύματα; Πώς από τις αγγλικές λίρες της Κατοχής και το μνημείο των «κατασκευασμένων» ηρώων του αντιδικτατορικού αγώνα έφτασαν η σύγκρουση και η τιμωρία; Ένας βουλευτής, μια εμβρόντητη σύζυγος, ο αμφιλεγόμενου ήθους μητροπολίτης, ένας αγνοημένος «νεκρός», μια καλόγρια, ο υιοθετημένος γιος, ο γέρος που κρατούσε μυστικά, η μισοσαλεμένη μάνα, όλοι δέσμιοι των παθών τους, παραδίνονται στη δίνη των παλαιών γεγονότων και των αιφνίδιων συνεπειών τους.

Βασισμένο σε πραγματικό γεγονός, το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στη διάρκεια μιας νύχτας ανασυστήνοντας, με τις απαραίτητες αναχρονίες, την Ελλάδα σε όλες τις φάσεις της πρόσφατης ιστορίας της.
Έγραψε ο Τύπος
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
 "Βιβλιοθήκη", 5.3.2010
Οι συνταγματάρχες, η περιπέτεια της γνώσης και ο Θεός
Χωρίς να είναι επιβλητική σε όγκο, όπως εύλογα ίσως θα περίμενε κανείς, η πεζογραφική παραγωγή της Μεταπολίτευσης με θέμα τα έργα και τις ημέρες της χούντας των συνταγματαρχών έχει να επιδείξει μιαν αρκετά εκτεταμένη γκάμα, με ποικίλες διαβαθμίσεις και αναλογίες: από τις συμβολικές και αλληγορικές απεικονίσεις των παλαιοτέρων, που γεννιούνται μέσα στη δικτατορία και συνεχίζονται και επί δημοκρατίας (Μάριος Χάκκας, Κωστούλα Μητροπούλου, Γιώργος Χειμωνάς, Πέτρος Αμπατζόγλου, Θανάσης Βαλτινός, Χριστόφορος Μηλιώνης) μέχρι τη ρεαλιστική μυθοπλασία ή τις προσωπικές αναφορές και ενθυμήσεις παλαιοτέρων και νεοτέρων, που ξεκίνησαν να παράγονται στις αρχές της τελευταίας εικοσαετίας του 20ού αιώνα και δεν έχουν πάψει να εμφανίζονται μέχρι τις μέρες μας (Ελλη Αλεξίου, Βασίλης Βασιλικός, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Λιλή Ζωγράφου, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Κάσδαγλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Μάρω Δούκα, Νίκος Χουλιαράς, Ρέα Γαλανάκη, Ευγενία Φακίνου, Δημήτρης Νόλλας, Περικλής Σφυρίδης, Δημήτρης Πετσετίδης, Διονύσης Χαριτόπουλος). Στις επόμενες γενιές τα πράγματα μοιάζει να παίρνουν μια μάλλον διαφορετική τροπή και η επτάχρονη τυραννία τείνει πλέον να μετατραπεί σε σκηνικό προβολής καυτών ζητημάτων του παρόντος, όπως συμβαίνει πάντα όταν η πολιτική εμπειρία μεταλλάσσεται σε ιστορικό υλικό (Απόστολος Δοξιάδης, Τάκης Θεοδωρόπουλος), ενώ στους νέους συγγραφείς η όψη την οποία αποκτά το απριλιανό καθεστώς είναι η όψη μιας φανταστικής πολιτείας ή ενός ονειρικού τοπίου διαφυγής (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Αύγουστος Κορτώ).
Γεννημένος το 1952, ο Μάνθος Σκαργιώτης ανήκει στις ενδιάμεσες γενιές και το μυθιστόρημά του Ενα κλειδί, τρεις πόρτες οδεύει προς τα σκοτεινά χρόνια της χούντας για να ανακινήσει ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, αποκαλύπτοντας τα ανεπούλωτα τραύματά της και τις αφανείς πλην βαθιές συνέπειές τους στην καθημερινή ζωή. Η δράση στο Ενα κλειδί, τρεις πόρτες κινείται σταθερά από το παρόν προς το παρελθόν και τανάπαλιν, δείχνοντας με ποιον τρόπο ό,τι συνέβη κάποτε κατά παράβαση πάσης ηθικής και τάξεως δεν μπορεί παρά να έχει παραλυτικές (αν όχι κι εξοντωτικές) συνέπειες στις τωρινές καταστάσεις των πρωταγωνιστών. Ο Σκαργιώτης χωράει την ανέλιξη της πλοκής του στον αφηγηματικό χρόνο μίας και μοναδικής νύχτας και δίνει ζωηρή ανάσα στα πρόσωπά του, που εμπλέκονται στη δύστηνη μοίρα τους φέροντας στο ακέραιο την ευθύνη για την επιλογή και την τέλεση των πράξεών τους. 
http://www.metaixmio.gr/products/1336--.aspx 

Φόνος με σκηνοθεσία μυστηρίου σε κλειστές πόρτες

Μάνθος Σκαργιώτης
Ενα κλειδί, τρεις πόρτες
εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 302
Το μυθιστόρημα αφηγείται τις συνέπειες ενός οικογενειακού φόνου. Εστιάζει στις ενοχές και τους ενόχους, που επιδιώκουν την «αθώωσή» τους με την απόκρυψη του εγκλήματος.
Ο συγγραφέας ξεκινά με μια σκηνοθεσία μυστηρίου. Με την εμφάνιση ενός ξενιτεμένου στη Γερμανία, που επιστρέφει να ξεκαθαρίσει παλιούς λογαριασμούς με τον αδελφό του, βουλευτή τώρα, που απολαμβάνει γενικής εκτίμησης για την αντιστασιακή δράση -του ίδιου και της οικογένειάς του, κατά τη δικτατορία-, αλλά και οικονομικά ισχυρού, που κατοικεί με την οικογένειά του (σύζυγο, κόρη και τη γριά μάνα) σε βίλα στην Εκάλη. Από την πρώτη στιγμή, η παρουσία του αδελφού λειτουργεί στην αφήγηση ως το προμήνυμα ενός πανικού και μιας απειλής για ολοσχερή καταστροφή της ζωής τού πολιτικού. Ομως η ίδια η πραγματικότητα, καθώς λίγο λίγο απλώνεται μπροστά μας, μεγαλώνει τον κύκλο του πανικού, εμπλέκει περισσότερα πρόσωπα, διευρύνεται η έκταση της απειλής και φτάνει να αγκαλιάζει ολόκληρο το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα της Μεταπολίτευσης, δεμένο και αυτό στον κόμπο των οικογενειακών ενοχών, αφού, θεμελιωμένο καθώς είναι σε μια κατασκευασμένη δημοκρατικότητα, αναγκάζεται, στην πορεία, να αποκρύπτει σκοπιμότητες, να προβαίνει σε επιλογές που σκοπό έχουν να κάνουν ισχυρά τα πρόσωπα, τις οικογένειες, τους φίλους και τους κοινωνικούς συμμάχους. Ο κόμπος που γίνεται κουβάρι εμπλέκει, με κέντρο μια οικογένεια και γύρω της, σε ομόκεντρους κύκλους, ολόκληρη τη Μεταπολίτευση και κυρίως το σύστημα εκείνο που είχε την πολιτική διακυβέρνηση και την κοινωνική ισχύ. Κι όλα αυτά με τη γλώσσα την καλλιτεχνική και με την ατμόσφαιρα την τραγική, που μας δίνει την εντύπωση ότι βγαίνει από την ίδια την πηγή του αρχαίου τραγικού.
Εχουμε έτσι μια αιματηρή οικογενειακή ιστορία που η ζωή της μοιάζει σε πολλά με τη ζωή σύγχρονων Ατρειδών: φονικά, εκδίκηση, εξαφάνιση και επιστροφή, με σκοπό την αποκατάσταση της αλήθειας, αλλά με μέσα που προκαλούν νέα εγκλήματα, χαμένες ταυτότητες και χαμένες ζωές που εξαργυρώνουν τον νομικό τους θάνατο με την καταστροφή, απόλυτα διαρρηγμένοι δεσμοί, καθώς πνίγηκαν βουτηγμένοι μέσα στο πατρικό αίμα. Ομως πάνω από αυτά υπάρχει και ακόμη μία, υψηλότερη, βαθμίδα, υπάρχει μια μείζων τραγικότητα, που περιβάλλει τον αρχικό τραγικό κύκλο, σαν ένα αδυσώπητο εκκρεμές, όπως και στο αρχαίο δράμα: το εκκρεμές του δίκιου και του άδικου, του αθώου και του ενόχου. Την απάντηση τη δίνει αυτός που κρίνει. Ανάλογα αν είναι ο θεός ή ο άνθρωπος, το προσωπικό συμφέρον ή το κοινό αίσθημα του ηθικά ορθού. Το εκκρεμές δεν σταματά την κίνησή του και μετά το τέλος του μυθιστορήματος. Κι αυτό μας ακολουθεί, που σημαίνει ότι η ανάγνωση του μυθιστορήματος λειτουργεί όπως οφείλει να κάνει η τέχνη: να ανοίγει την αίσθησή μας, να μας μεγαλώνει το πεδίο της ζωής όπου μπορεί να κινείται η σκέψη, να νιώθουμε τον ίλιγγο όταν η ζωή αναμετράται με όρια.
Το κοινωνικό υλικό του μυθιστορήματος είναι η άλλη όψη της πεζογραφίας της νοσταλγίας του γενέθλιου τόπου. Ο Μάνθος Σκαργιώτης ανοίγει τα τεφτέρια των εγκλημάτων και των ενοχών μιας καθυστερημένης ελληνικής επαρχίας, στις δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο, με τις αδυσώπητες ιεραρχίες της, που καταδυναστεύουν τη ζωή, το δίκιο και την ηθική τάξη.
Στο Ενα κλειδί, τρεις πόρτες έχουμε μια πατροκτονία, μέσα στο πλαίσιο της αυτοδικίας που υιοθετούν κοινωνίες ενοχικές, όπως στα ελληνικά -και όχι μόνο- χωριά, και κοινωνίες αδιέξοδες, μέσα στα πλεγματικά δεσμά ενός αυταρχικού και ανελέητου ηθικού κανόνα.
Ο φόνος του σκληρού πατέρα από την ίδια την οικογένειά του -με αυτουργούς τους τρεις γιους, ηθικό αυτουργό τη μάνα και «συμπαραστάτες» τις αδελφές- είναι το κέντρο του λαβύρινθου, που περιπλέκει και στροβιλίζει σαν δίνη τις ζωές, που κουβαλούν τον λαβύρινθο μέσα τους. Η λακανική ερμηνεία δεν φτάνει να εξηγήσει τις καταβολές της πατροκτονίας, γιατί πρέπει να φωτιστεί με την ίδια ένταση ένας λαβύρινθος απωθημένων αισθημάτων εχθρότητας και ανταγωνισμού, διεκδίκησης και ενοχών, που ενσωματώνει μνήμες μητριαρχικές, ανταγωνισμού των φύλων, συμπλεγματικών σχέσεων μέσα στην οικογένεια (οιδιπόδειο, σύμπλεγμα Ηλέκτρας).
Η πορεία της αφήγησης μας φέρνει διαρκώς μπροστά από κλειστές πόρτες - μυστικές ζωές που ανοίγουν με ειδικά κλειδιά, αλλά χωρίς τελειωμό. Κάθε σελίδα και μια μυστική κάμαρη ανοίγει. Σε αυτό συμβάλλει και η αστυνομική πλοκή, όπως και οι διαφορετικές οπτικές γωνίες, ανάλογα με το ποιος αφηγείται το ίδιο γεγονός, στο πρώτο μέρος, με αποτέλεσμα να ισχυροποιείται ο λαβύρινθος της αλήθειας. Και μόνο στο τέλος του μυθιστορήματος η μάνα ξετυλίγει το κουβάρι των ενοχών. Η μάνα είναι μεν το κυρίως κλειδί, το καταλυτικό, αλλά αμφίβολο αν είναι και της κάθαρσης. Αποκαλύπτεται μια μάνα Κλυταιμνήστρα και Ηλέκτρα μαζί, να υπαγορεύει στον Αίγισθο/Ορέστη τον φόνο του τύραννου συζύγου και πατέρα. Η μάνα αποφασίζει να αφήσει το «κλειδί» στον γιο της τον Παύλο, μοναδικό επιζώντα από τους τρεις γιους της, αλλά όχι και και στις θυγατέρες της, πράγμα που σημαίνει ότι και στο διηνεκές το «μυστικό» (η τραγική μοίρα) δεν φεύγει απόλυτα από την οικογένεια.
Το τραγικό πραγματικά καιροφυλακτεί και φαίνεται πως ποτέ δεν επέρχεται πλήρως η κάθαρση. Στο τελευταίο κεφάλαιο υπάρχει ένα κλίμα κάθαρσης, ως η προσπάθεια να φτιαχτεί μια ψυχική σχέση ανάμεσα στους εναπομείναντες της οικογένειας. Από την αρχή του κεφαλαίου έχουμε την εντύπωση μιας «λύσης», έστω και ανάπηρης και με πολλά θύματα, όπου, επιτέλους, κάποια ηρεμία θα επικρατήσει. Κι εκεί που όλα φαίνεται να πηγαίνουν προς την κάθαρση και οι γιορτινές τελετές να ξορκίζουν το αίμα που χύθηκε, εμφιλοχωρεί στην αφήγηση μια ανυποψίαστης σημασίας αναφορά, που όμως είναι ακόμη μία κλειστή πόρτα που χρειάζεται το κλειδί της. Είναι ένα άνοιγμα που μας φέρνει στην έξοδο του μυθιστορήματος, στην τελευταία του σελίδα, τη σ. 300, όπου εκεί μας δίνει το καίριο κομμάτι για το παζλ της νύχτας του φόνου: έναν μάρτυρα, άγνωστο σε όλους, και θα παραμείνει τέτοιος και μετά το τέλος του μυθιστορήματος. Γίνεται γνωστός μόνο στους αναγνώστες. Το αποτέλεσμα για τα κύρια πρόσωπα του δράματος είναι να παραμείνουν εγκλωβισμένα μέσα στον κύκλο της τραγικής ειρωνείας, καθώς αγνοούν τον «μάρτυρα» και νομίζουν πως οι ίδιοι είναι οι μόνοι κάτοχοι του μυστικού. Αυτό σημαίνει πως το κλειδί χάθηκε για πάντα. Είναι αλλού. Το κρατά ο περιθωριακός και αΐσκιωτος του χωριού, ένα «κάθαρμα».
Ο Μάνθος Σκαργιώτης ξέρει να αφηγείται και να κατασκευάζει μια πλοκή. Καταφέρνει, επίσης, με τις ιστορίες του παλιού χρόνου, να δείχνει τα θεμέλια του τώρα. Και αυτό δίνει μεγαλύτερο ενδιαφέρον στα κείμενά του. Μάλιστα, στο δικό μας σήμερα, της πολύμορφης κρίσης, θα έλεγε κανείς ότι το μυθιστόρημα εκφράζει την ανήσυχη συνείδηση των ημερών μας, που αφυπνίζεται και θέλει να δει με τόλμη τα λάθη στις καλά σχεδιασμένες προσωπικές και συλλογικές σκοπιμότητες. Πολιτική, Αστυνομία, Εκκλησία, Τύπος, ένα δίχτυ που μπλέκεται με το οικογενειακό έγκλημα, που το προστατεύει για να επιβιώσει ολόκληρο το σύστημα των προσώπων, των σχέσεων και της εξουσίας τους. Το μυθιστόρημα μπορεί να αναχθεί σε ολόκληρη τη μεταπολιτευτική πολιτική σκηνή, στις εξουσίες και τις προσωπικές σταδιοδρομίες, που ξεκίνησαν από μια απάτη, από τον πολιτικό και οικονομικό υπολογισμό, που πορεύτηκαν με καλά κρυμμένα μυστικά, για να προστατέψουν τις καριέρες, τα πλούτη, τη δημόσια εικόνα.
Το σήμερα δίνει μια διάσταση που ίσως και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν υπολόγιζε όταν έγραφε το έργο του. Τη διάσταση του διαλόγου, την ανάγκη να δούμε κατάματα τα πράγματα. Και αυτό, όχι μέσα από μια πολιτική μπροσούρα, αλλά από ένα έργο του λογοτεχνικού μας πολιτισμού.
Γεωργία Λαδογιάννη, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
  

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg