Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

Πρώτη Σερρών : Ντοπιολαλιές- Γιατί βάζουμει φράγγου ζντη Βασιλόπιτα…… του μόνιμου συνεργάτη μας Παναγιώτη Δασκαλούδη & του Δημοσθένη Κοσλίδη


Αποτέλεσμα εικόνας για β ασιλόπιτα 2017
Σχόλιο του blog:

Ευχαριστώ πάρα πολύ τους αγαπητούς φίλους και

Μέλη της ομάδας  Παναγιώτη & Δημοσθένη για

την προσφορά τους .

Χρόνια Πολλά χαρούμενο το 2017



Παναγιώτης Δασκαλούδης 


Ου τόπους μας είνει γιουμάτους απού αντέτχια, που τα κάνουμει συνέχεια ιδώ κι πουλλά χρόνια κι ένα απού αυτά είνει κι του να βάζουμει ζντη Βασιλόπιτα φράγγου.
Η ιστουρία έρχιτει απ τα σκουτνά τα χρόνια, τότεις που ζούσει η Μέγας Βασίλειους, ζντη Καπαδουκία. Αυτός ήταν εικεί Δισπότς, αλλά κυβιρνούσει ένας τρανός κουμαντάρμπασης ζντη πιριουχή, κι ντου διέταξει να δώσει όλου του χρυσάφι που είχαν μαζιμένου οι αθρώποι σι αυτόν, κι άμα δε του έδουναν θα έκιγει όλη ντη πόλη. Η Μέγας Βασίλειους, θαν άκσει ότι θα τς έπιρναν ότι είχαν κι δεν είχαν ζ νάκρα κι πως άμα δε του έδουναν θα τς έκιγει, πήγει ζ ακλησχιά κι προυσεύχουνταν ζντου Θιό, να του βουθήσει να σώσουν ντη πόλη.
Άμα ξημέρουσει , ου κουμαντάρμπασης έστειλει ντου στρατό, κύκλουσει ντη πόλη κι πήγαν κι βρήκαν ντου Μέγα Βασίλειου ζ νακλησχιά. Αυτός τότεις, είπει ότι οι κάτοικοι απ ντη πόλη ήταν φτουχοί χουρίς να έχουν ζντουν ήλιου μοίρα και ότι δεν είχαν να δώσουν κι κάτι σημαντικό. Τότεις, μάνσει η κουμαντάρμπασης κι είπει ζντου Μέγα Βασίλειου, ότι θα ντουν ξιαπόστειλνει μακριά κι ότι θα ντου σκότουνει. Θαν άκσαν οι χριστχιανοί του τι θα γίνταν, πλάλξαν στα σπίτχια κι μάσαν σι ένα σιντούκι, ό,τι είχει κι δεν είχει καθένας κι του έδουσαν ζντου κουμαντάρμπαση για να σουθούν…..
Μόλις όμους πήραν του σιντούκι μι τα χρυσά κι του άνξαν, τότεις μνια λάμψη βγήκει απ του σιντούκι, κι τνάθκει απού μέσα ένας καβαλάρς (λεν ότι ήταν η Άγιους Μιρκούριους) κι άρχισει να κνηγά ντου στρατό κι σ αφάνσει όλνοι . Η πόλη κι οι χριστχιανοί σώθκαν…..
Μιτά, η Μέγας Βασίλειους, θα έπρειπει να δώκει πίσου τα χρυσαφικά σ αφνοί που τα έφιραν, χουρίς να αδικήσει κανέναν. Πού να ήξιρει ποιος έφιρει τι κι πόσα….. Έτσι, πήρει ντην απόφαση κι είπει σ παπάδεις ζου τ, να ζμώσουν τόσα ψουμνιά όσεις ήταν κι οι οικουγένειεις ζντη πόλη κι να βάνουν μέσα στου ψουμί, ίδγιας αξίας χρυφαφικά στου καθένα. Τα ιτοίμασαν, τα μοίρασαν σ οικουγένειεις θα λειτργουγιές. Έτσι, όταν τα πήραν κι άμα έκουφταν του ψουμί, στου καθένα έβρισκαν κι απού ένα χρυσαφικό, άλλου μι πχιό τρανή αξία απού αυτό που έδουσαν κι άλλου μι πχιο μικρή. Όλεις οι οικογένειεις όμους πήραν κάτι, κι άλνοι ήταν πολύ τυχιροί και άλνοι λιγότιρου .
Καταπόδι, για να θμούντει ντη καλουσύνη σ Μέγα Βασιλείου, κάθι χρουνιά ντη μέρα ζ γιουρτής τ, οι χριστιανοί σ πόλης, έκανσκαν ψουμνιά κι έβαζαν μέσα κι ένα φλουρί. Σι όπχοιουν τύχινει τη μέρα κείνη που του έκουφταν, ήταν κι η τυχιρός σ χρουνιάς.
Κι τράβιξει του αντέτι χρόνια κι χρόνια πουλλά, έφτασει σ μέρεις μας κι μεις θα χριστχιανοί, ντη παραμουνή σ Προυχρουνιάς κι σ μέρας ζ γιουρτής σ Αϊβασίλη, κόφτουμει ντη Βασιλόπιτα κι νικατέβουμει να βρούμει σι πχοιον έτυχει του φράγγου. Κι σι αυτόν του θα του βρει, λέμει ότι θα είνει η τυχιρός σ χρουνιάς κι όλα θα ντου πάν καλά.





 Δημοσθένης Κοσλίδης
Παραμουνή προυτουχρουνιάς, θαρρώ του '60 θα 'ταν. κι είχι ένα χιόν' , ίσα μι ένα μπόι. Μαζεύκαμι καμιά κουσαριά πιδούδια σ' μαχαλά μας κι ρουτούσι ένα τ' άλλου, του βράδ' ρε, σι πιο σπιτ' θα κάνουμι τ' αντέτ', να παίξουμι χαρτιά, τριανταένα; Να 'μαστι κι μαζιμένα για να κάνουμι σ' χαραές κι ντη χαρβασίλα. Καμιά μάνα δε μας ήθιλι σπίτι τ'ς, έκαναν τα χουσμέτια κι ντη λάτρα στα σπίτια τ'ς κι δε ήθιλαν προυτουχρουνιάτκα να 'νι αλέστα.
Άντι, λέει του Χασαπούδ', στου θκό μας του κουνάκ' πάλι, όπους κάθι χρουνιά, θα μαζιφτούμι. Όλου κι όλου ένα ούντα είχαν κι ένα τζιακ' ντου ζέστανει, μα ήταν άνθρουπ' ντουνιάδις, όξου καρδιά. Μαζί μι ντου νταϊφά μαζέφκαμι τριάντα νουματαίοι κι καμιά δικαριά κατσκούδια νιουγέννητα κλώθουνταν στα πουδάρια μας για να ζισταθούν. Η θεια Ρίν' βίρα έριχνει στου τζακ' πουρναρόξλα κι η μπαρμπαΓιώργης μας κιρνούσι ένα προυτουράκι που του 'χαν' μο για τρίψμου, κι μας έκανι μάνι -μάνι ένα κιφάλ'........ μια σταλιά πιδούδια είμασταν.
Είχαν παραδίπλα κι ένα σκαφίδ' γιουμάτου κατσιαμάκ' που του πιρέχσαν μι πικμέζ' γιατί σι λίγου λίμα θα μας έπιανει κι τόσα πιδούδια κι κατσκούδια μαζί πως αλλιώτκα θα χόρτιναν. Μάνι μανι η Τάσιους κι η Μπιλής μας μάζιψαν σ' πινταρουδικάρις μας κι η Ρίνα μας κουκούλουσι φάντηδις σ' ένα κριβάτ' κι απού πάνου μας ζάρουσαν κι τα κατσκούδια. Κάποια φουρά ακούου ντη μανούδα μ' να μαδιέτι. " Μαρ' Ρίν'΄, μαρ' καλή μ' γειτόνσα του θκομ του ιβλάτ' μέσα είνι, έφαγα ντου ντόπου να του βρω κι θέλου να του μπανιαρίσου μέρα που είνι., Βασιλκό θα φυτρώσ΄' πάνου τ' απ' ντη πουλύ ντην απλησιά τ'. Γω αφκριούμαν μα μαξούς μούλουνα. Να μαρί γειτόνσα ψάξτου κι βρες του, λέει η Ρίνα. Είκουσ' πατσιούδια ίδια, γουλί κουριμένα κι καμιά δικαριά κατσκούδια απού παν', πού να μι βρει η μάνα. Αφού βασκέτσι να μι γυρεύει, μ' άφκι.να κάνου του θκο μ'. κι ντ' άλλ' μέρα θα μι πιριποιούνταν μ' ένα γιρό χέρ' ξύλου.
Χαραές - χαραές μι ντι χαρβασίλα στου χέρ' κίνσαμι στα σουκάκια να τραγδούμι του " Σούρμπα -σούρμπα κόλιαντρα δυο χιλιάδις πρόβατα δομ κυρά μ' καρύδια." κι βίρα χτυπούσαμι μι ντη χαρβασίλα σ' πουρτάρις.Κι αν τουλμούσι η νοικουκύρ'ς μη ντην άνοιγι ντη πουρτάρα τ' κάτι να μας δωσ' , να.....κανένα καρύδι, κανένα ξυλουκέρατου που είχι για τα γρούνια. κι αν ήταν τσιουρμπατσής..... κανένα φιρίκ'. Γιατί τα κάλαντα είχαν κι παρακάτ' "Να μι σι σπάσου θύρα σου κι ντην παραθύρα σου" Όμους μόλις μας κιρνούσαν έδναμι ηυχή " Τα σπλιουν τα σπλαν κι ένα καλό κουρίτσ' για ντου γιος", κι αν είχι κουρίτσ' " Ένα καλό παλκάρ' για ντη θυγατέρα σ'."
Άντε πατριουτάκια καλά.... κι του χρόν' τα μασάλια μας πιο πουλά να 'νι κι πιο γουστόζκα για να ξιχλένουμι μπαϊά κι να πιρνούμι κι καλά!!





Επιμέλεια: Παύλος Π.Νούνης

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg