Τρίτη, 22 Αυγούστου 2017

Πρώτη Σερρών : Οι κυνηγοί της χαμένης ευτυχίας.


η εικόνα προφίλ του Παναγιώτης Κασάπης
Παναγιώτης Κασάπης 
Του Παναγιώτη. Δ. Κασάπη
Ως συναίσθημα η ευτυχία είναι ένα δώρο που σου έρχεται αναπάντεχα εκεί που δεν το περιμένεις. Όταν την επιζητάς μετά μανίας και νομίζεις ότι την πιάνεις, χάνεται, απομακρύνεται, ξεγλιστρά από τη χούφτα σου σαν το χέλι, αφήνοντάς σε μόνο με άδεια τα χέρια και την ψυχή σου. Αυτή μένει κενή, ορφανή, κλείνει τα παραθύρια της, απομονώνεται στα σκοτάδια της μελαγχολίας και των προβλημάτων που την κατακλύζουν. 
Η καθημερινότητα κουραστική, μονότονα επαναλαμβανόμενη γίνεται συνήθεια και ρουτίνα. Μοναδική χαρά η οικογένεια, τα παιδιά, τα εγγόνια, οι φίλοι που με την αγάπη τους σου προσφέρουν τη δροσιά της δικής τους ψυχής.
Κι όμως, η ευτυχία υπάρχει παντού γύρω μας, αρκεί να ξέρουμε να τη δούμε. Όχι στον άκρατο πλουτισμό και στη μανία της οικονομικής ευμάρειας αλλά στα πιο απλά και ασήμαντα πράγματα. Στο χαμόγελο ενός παιδιού, στο χάδι της μητέρας, σε ένα όμορφο λουλούδι, σε ένα φανταστικό ηλιοβασίλεμα. Φιλοσοφώντας ο καθένας μας για το πραγματικό νόημα της ύπαρξής μας και το λόγο για τον οποίο μας έπλασε ο δημιουργός μας, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το σύντομο πέρασμά μας από τη ζωή ετούτη θα είναι μάταιο αν..τη χαραμίσουμε σε κακίες, αντιπαλότητες, μισαλλοδοξίες και ρηχές επιδιώξεις. Δεκάδες, εκατοντάδες φιλόσοφοι, στοχαστές, άνθρωποι του πνεύματος και εκκλησιαστικοί πατέρες, ασχολήθηκαν και αποτύπωσαν σοφίες, συμβουλές, ιδέες και θεωρίες σχετικά με την αξία της ψυχής, διατυπώνοντας διάφορους τρόπους για την ανάτασή της. Όλοι συγκλίνουν στην αγάπη, στην αλληλοβοήθεια, στην ανθρωπιά.
Μια τέτοια αναπάντεχη ευτυχία ένοιωσα στις 9 Αυγούστου, όταν με πρωτοβουλία του μουσείου «Χαγιάτι Λαδιά», της Βάσιας και του Παύλου Νούνη, οργανώθηκε και κάναμε πράξη την αλληλεγγύη του ανθρώπου προς το συνάνθρωπο. Ξαναβιώσαμε και σαν να ήταν χθες, ζήσαμε αυτά που πριν από 35 χρόνια ήταν καθημερινή απασχόληση. Το σπάσιμο του καπνού , το μπούρλιασμα, το σίρντισμα. Οικοδεσπότης ένας απίθανος άνθρωπος, ευγενικός και πρόσχαρος, ο κ. Γιάννης Τσιάμος. Ηλιοκαμένος, λυγερόκορμος, με αγέρωχο ύφος και το χαμόγελο μόνιμα καρφιτσωμένο στο στόμα του, μας καλοδέχτηκε στο χωράφι και στο σπιτικό του. Με ηρεμία , ευγένεια, απίστευτη στωικότητα και υπομονή συνετέλεσε, ώστε όλη η διαδικασία της συλλογής να γίνει όπως ακριβώς την είχαμε προγραμματίσει. Ντυμένοι με τα παραδοσιακά ρούχα της δουλειάς, τις κλάκες στο κεφάλι, συγκεντρώθηκε η ομάδα στο Χαγιάτι Λαδιά και σε κομβόι ξεκινήσαμε για το καπνοχώραφο ,στις Κλαδούρες. Η μόνη διαφορά του τότε με το τώρα ήταν το ότι τα ζωντανά αντικαταστάθηκαν με Ι.Χ. αυτοκίνητα. Δώδεκα νοματαίοι, άνδρες και γυναίκες, σκύψαμε με λαχτάρα για να βιώσουμε ξανά το παρελθόν. Ξαφνικά γίναμε όλοι νέοι, ζωντανοί, ακμαίοι, δυνατοί. Ηλικιωμένα ξεπεταρούδια αστειεύονταν και χασκογελούσαν, πειράζονταν, γελούσαν. Ένα αίσθημα βαθύ με πλημμύρισε και με γέμισε ολόκληρο. Γέμισαν τα μάτια μου με εικόνες και μνήμες που είχα σχεδόν ξεχάσει. Έβλεπα με τα μάτια της καρδιάς μου τον συγχωρεμένο πατέρα μου, τη μάνα μου, σκυμμένους δίπλα μου να αγωνίζονται για την καθημερινή συγκομιδή. Άκουγα θαρρώ τις κουβέντες τους, τις συμβουλές τους, τις ιστορίες και τα παραμύθια τους. Μέσα στο σούρουπο και τις καπνόριζες ζωντάνεψαν ξαφνικά οι μνήμες, έβλεπα τις μορφές τους ολοζώντανες μπροστά μου, ξωτικά της νύχτας να χορεύουν στους ρυθμούς και τους ήχους της καλοκαιρινής νύχτας. Μορφές σκοτεινές, σκυμμένες, διπλωμένες στα δύο, άλλοτε σιωπηλές φιγούρες και άλλοτε τραγουδιστάδες της ζωής και των καημών τους. Ένοιωσα το χτές ζωντανό να με τυλίγει. 

Οι θύμισες με αναστάτωσαν. Το παρελθόν έγινε παρόν και με συνεπήρε. Άρχισα να τους κυνηγώ αλαφιασμένος όπως τότε που προσπαθούσα να τους φτάσω στο ίδιο ύψος της αράδας. 
Η συγκίνηση με πήρε στην αγκαλιά της και ένοιωσα ελαφρύς, αέρινος, ξωτικό κι εγώ του χρόνου που αλύπητα χτυπάει το νταούλι του. Ζούσα στιγμές μοναδικές, ζούσα ξανά το όνειρο και… δάκρυα ευτυχίας κύλησαν στα μάτια μου. Ένας κόμπος έπνιγε τη φωνή μου, ένα ρίγος με συγκλόνισε. 
Σα δαιμονισμένος κυνηγούσα το χρόνο κι έσπαγα…κι έσπαγα… Με σταμάτησε ο ήλιος με τον ερχομό του. 
Ένα καταπληκτικό ξημέρωμα, πίνακας ζωγραφικής που κάθε ζωγράφος θα ήθελε πιστά να αποθανατίσει… αλλά να του ξεφεύγει κάποια λεπτομέρεια που… μόνο ο δημιουργός μας μπόρεσε να φτιάξει. Σηκώθηκα όρθιος και απόλαυσα την ομορφιά του κόσμου. Ανέπνευσα το μυρωδάτο, φρέσκο αέρα της υπαίθρου και της γης. Και… τότε είπα. Ευχαριστώ Θεέ μου, ευχαριστώ ζωή, ευχαριστώ φίλοι μου, είμαι ευτυχισμένος…

Επιμέλεια : Παύλος Π.Νούνης

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg