Κυριακή, 17 Σεπτεμβρίου 2017

traveling day: Μάρτιος 2017, φωτογραφικό οδοιπορικό με αυτοκίνητο Θεσσαλονίκη-Αδριανούπολη –Thessaloniki-Edirne.






 

traveling day: 17 εως 20 Μαρτίου 2017.
φωτογραφικό οδοιπορικό 
με αυτοκίνητο 
Θεσσαλονίκη-Αδριανούπολη –Thessaloniki-Edirne.

ΚΑΒΑΛΑ







 ΛΑΒΑΡΑ

 
  
ΠΡΟΣ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ
 



ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ (ΠΛΑΤΕΙΑ)


ΚΑΣΤΑΝΙΕΣ ΕΒΡΟΥ



ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ
 




































ΚΑΡΑΓΑΤΣ
Καραγάτς (Karagats). Προάστιο της Αδριανούπολης, στην ευρωπαϊκή Τουρκία. Είναι χτισμένο στη δεξιά όχθη του ποταμού Έβρου, στο σημείο όπου αυτός ενώνεται με τους μεγάλους παραπόταμούς του, Άρδα και Τούντζα. Η ονομασία του οφείλεται στο ομώνυμο δέντρο που ευδοκιμεί εκεί, του οποίου η επιστημονική ονομασία είναι Ulmus minor (ελλ. φτελιά ή πτελέα). Μέχρι το 1870 ήταν ένα μικρό και ασήμαντο χωριό, το οποίο όμως εξελίχθηκε σε ωραίο και εμπορικό προάστιο της Αδριανούπολης, λόγω της σιδηροδρομικής γραμμής που πέρασε από εκεί, ενώνοντας τη Βιέννη με την Κωνσταντινούπολη. Το 1912 κατελήφθη από τους Βούλγαρους και αποδόθηκε στην Τουρκία το 1913. Το 1915, έπειτα από επέμβαση της Γερμανίας, παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία (συνθήκη της Σόφιας) ως αντάλλαγμα για τη συμμετοχή της στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό της πρώτης. Μετά το τέλος του πολέμου το Κ. –όπως και ολόκληρη η Δυτική Θράκη– κατελήφθη από τα συμμαχικά στρατεύματα και με τη συνθήκη του Νεϊγί παραχωρήθηκε στην Ελλάδα (1919). Στη διάρκεια της ελληνικής κυριαρχίας μετονομάστηκε σε Ορεστιάδα, αλλά με τη συνθήκη της Λοζάνης (1923) αποδόθηκε οριστικά στην Τουρκία. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών, οι περισσότεροι Έλληνες κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στο ελληνικό έδαφος και ίδρυσαν τη Νέα Ορεστιάδα, που βρίσκεται 18 χλμ. Ν του Κ.  


Σχολή Καλών Τεχνών - Πανεπιστήμιο Θράκης

Είναι ο σιδηροδρομικός σταθμός, καμπή της γραμμής Κων/πουλη-Βιέννη 

του Orient Express και βρίσκεται στο προάστειο της Αδριανούπολης το Κάραγατς. 

Σήμερα φιλοξενεί το τμήμα της πανεπιστημιακής σχολής Καλών Τεχνών.



Σχολή Καλών Τεχνών - Πανεπιστήμιο Θράκης





Φαίνεται ο ποταμός Έβρος, η γέφυρα Σαρατσάνε (1451 μ.Χ.),




 Σχολή Καλών Τεχνών - Πανεπιστήμιο Θράκης

Σχολή Καλών Τεχνών - Πανεπιστήμιο Θράκης





ΑΝΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΗ  


ΚΑΙ......η επιστροφή..........!!!!





   
ΔΙΔΥΜΟΤΕΙΧΟ

Τέμενος Μεχμέτ Α΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Το Τέμενος Μεχμέτ Α'
Το Τέμενος Μεχμέτ ή Τέμενος Βαγιαζήτ είναι μουσουλμανικό τζαμί στο Διδυμότειχο που ολοκληρώθηκε επί σουλτάνου Μεχμέτ Α' (1413-1421) και εγκαινιάστηκε το 1420 [1]. Έχει χαρακτηρισθεί από τη γενική γραμματέα πολιτισμού της Ελλάδας, Λίνα Μενδώνη, ως το σημαντικότερο ισλαμικό μνημείο της Ευρώπης.[2]

Δομή


ΝΑ πλευρά του τεμένους και ο μιναρές ύψους 22 μέτρων"
Το τέμενος έχει τετράγωνη κάτοψη με 30 περίπου μέτρα η κάθε πλευρά, έχοντας δηλαδή έκταση 900 m2. Το πάχος των περιμετρικών τοίχων είναι στα 2,50 μέτρα περίπου. Τέσσερις ογκώδεις πεσσοί διαμορφώνουν εσωτερικά έναν κεντρικό τετράπλευρο και τέσσερις επιμήκεις χώρους γύρω από αυτό. Το τζαμί είναι κτισμένο με χυτή τοιχοποιία. Στην πρόσοψη συνδυάζεται με χαλαρό σύστημα τοιχοποιίας. Το κεντρικό τετράπλευρο αποτελεί την τετραγωνική κύρια αίθουσα προσευχής. Ο φωτισμός εξασφαλίζεται από δύο σειρές παραθύρων, μια στο ύψος του δαπέδου και μια ψηλότερα. Η κύρια είσοδος βρίσκεται στη νότια πλευρά. Η κεντρική είσοδος πλαισιώνεται από έναν εντυπωσιακό πυλώνα που διακόπτει το στιβαρό και αδιάρθρωτο όγκο της εξωτερικής όψης. Δύο πλευρικές είσοδοι βρίσκονται από μια στην ανατολική και δυτική πλευρά. Εξωτερικά κοσμείται από έναν ενιαίο κυλινδρικό μιναρέ, ύψους 22 μέτρων, στη νοτιοανατολική γωνία, ο οποίος είναι ενσωματωμένος στο περίγραμμα του κτιρίου, αλλά με δική του εξωτερική είσοδο. Αρχικά ο μιναρές είχε έναν εξώστη. Το 1913 ανακατασκευάστηκε το ανώτερο τμήμα του μιναρέ που είχε γκρεμιστεί και προστέθηκε δεύτερος εξώστης, ψηλότερα από τον πρώτο. Η στέγη του τεμένους είναι πυραμιδοειδής εξωτερικά (τετράκλιτη), ενώ εσωτερικά υπάρχει θολωτή ψευδοροφή. Εξωτερικά η στέγη ήταν καλυμμένη από φύλλα μολύβδου. Ο εσωτερικός διάκοσμος του νότιου τοίχου αναπαριστά την ουράνια πόλη. Οι υπόλοιποι τοίχοι είναι διακοσμημένοι με καλλιγραφικά γράμματα, ρητά και γνωμικά από το Κοράνι, μικρές προσευχές και επικλήσεις ιερών προσώπων.
Στο εσωτερικό του τεμένους υπάρχει διακοσμητικός ξύλινος θόλος φτιαγμένος από μικρές σανίδες δρύινου ξύλου, του 14ου αιώνα. Πάνω από το ιερό (μιχράμπ) το οποίο βρίσκεται στο νότιο τείχος απεικονίζεται η ουράνια πόλη ενώ οι υπόλοιποι τοίχοι και κολώνες είναι διακοσμημένες με γνωμικά από το Κοράνι και παρακλητικά κείμενα στον Αλλάχ, σε καλλιγραφική μορφή. [1]

Ιστορία


Η είσοδος του τεμένους

Ο εσωτερικός ξύλινος θόλος
Η ανέγερση του τέμενους Βαγιαζήτ ξεκίνησε επί Βαγιαζήτ Α΄ (1389–1402), αλλά διακόπηκε λόγω της τουρκικής ήττας και του θανάτου του Βαγιαζήτ στη Μάχη της Άγκυρας το 1402 και της ταραγμένης περιόδου που ακολούθησε. Η κατασκευή ξαναξεκίνησε επί του γιου του Βαγιαζήτ Μεχμέτ Α΄ (1413–1421) και εγκαινιάστηκε το Μάρτιο του 1420. Την οικοδόμησή του, ανέλαβε ο Καδής του Διδυμοτείχου Σεγίντ Αλί και το τζαμί το έκτισε ο Ντογκάν Μπιν Αμπντουλάχ με μηχανικό τον Ιβάζ Μπιν Μπαγεζίντ. Οι τοίχοι του κτιρίου έχουν πάχος περίπου 2,50 μ. και η κύρια είσοδος είναι στην νότια πλευρά. Στην νοτιοανατολική πλευρά βρίσκεται ο επιβλητικός μιναρές ο οποίος αρχικά είχε έναν εξώστη. Το 1913 οι Τούρκοι πρόσθεσαν δεύτερο εξώστη, ψηλότερα από τον πρώτο ξανακτίζοντας το πάνω μέρος του μιναρέ, το οποίο είχε καταρρεύσει.

Σημαντικότητα Μνημείου


Διακόσμηση με γνωμικά του Κορανίου
Το τέμενος θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα ισλαμικά μνημεία στην Ευρώπη[2]. Αναφέρεται και ως το μεγαλύτερο σε έκταση (σχεδόν ενός στρέμματος) στο χώρο των Βαλκανίων. Το τέμενος βρίσκεται στην κεντρική πλατεία του Διδυμότειχου και είναι κηρυγμένο ως διατηρητέο από το 1946. Η αρχική στέγη του μνημείου (του 14ου αιώνα) είναι κατασκευασμένη από ξύλο βελανιδιάς και διατηρείται μέχρι σήμερα, θεωρείται δε από τα σημαντικότερα μνημεία από ξύλο στον κόσμο[3][4]. Συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της στέγης είναι ότι είναι τριγωνική (σε αντίθεση με άλλα Οθωμανικά τεμένη που η στέγη αποτελείται από τρούλους) και έχει τεχνοτροπία αρχιτεκτονικής των Σελτζούκων. Η ιδιαιτερότητα της στέγης (σύμφωνα με τους μελετητές του μνημείου), ίσως να οφείλεται σε αλλαγή του αρχικού σχεδίου κατασκευής μετά τον θάνατο του σουλτάνου. Σύμφωνα με το πάχος των τοίχων, ίσως αρχικά στο σχέδιο ήταν να μπουν δύο κεντρικοί θόλοι στον άξονα της εισόδου και άλλοι δύο σκαφοειδείς θόλοι εκατέρωθεν. Κατά τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή το 16ο αιώνα, η ανέγερση καθυστέρησε λόγω της επέλασης των Μογγόλων στην Μικρά Ασία, η οποία δημιούργησε προβλήματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. [1] [5] Το μνημείο έχει επίσης μοναδική αξία λόγω της τοιχογραφίας με την ουράνια πόλη (στο ισλάμ δεν επιτρέπονται γραφικές αναπαραστάσεις) [2].

Αναστήλωση

Το μνημείο βρίσκεται υπό κατάρρευση αλλά από το 1969 έχουν ξεκινήσει ορισμένα σωστικά μέτρα. Κατά την διάρκεια του Β' Παγκομίου Πολέμου αφαιρέθηκαν μολύβδινα φύλλα από την στέγη και το 1969 στην θέση τους μπήκαν λαμαρίνες [4]. Το 1970 μετά από έντονα καιρικά φαινόμενα κατέρρευσε μέρος του επιβλητικού κυλινδρικού μιναρέ. Το Υπουργείο Πολιτισμού, την περίοδο 1998-1999 [5] [4] κάλυψε την οροφή με πλαστική μεμβράνη ώστε να προστατευτεί το μνημείο από τις βροχές. Το 2008 κατέρρευσε μέρος του μιναρέ και έσχισε την προστατευτική πλαστική μεμβράνη της οροφής. [4] Το τζαμί σήμερα συντηρείται - ανακαινίζεται από σχετικές δράσεις του Υπουργείου Πολιτισμού[6], καθώς υπάρχουν ρηγματώσεις, αποκλίσεις, ανάπτυξη μούχλας λόγω γήρανσης υλικών, σεισμικές καταπονήσεις και επιδράσεις του περιβάλλοντος [7].
Την Τρίτη 23 Νοεμβρίου 2010 το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο αποφάσισε την αξιοποίηση του τεμένους και οι επισκευές θα γίνουν από την Διεύθυνση Αναστήλωσης Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού [7]. Η αναστήλωση θα χρηματοδοτηθεί από τα Ευρωπαϊκά Κονδύλια του ΕΣΠΑ [2].
Στις 22 Μαρτίου 2017, μεγάλο μέρος της οροφής αλλά και του κτιρίου του τεμένους καταστράφηκε από πυρκαγιά.[8]



....2 ημέρες μετα....η καταστροφή
του Τεμένους λόγο φωτιάς!!

Βαριά πληγωμένο το ιστορικό τζαμί

23s10tem

Η αποκατάσταση του τεμένους, έργο ενταγμένο στο ΕΣΠΑ 2007-13, «έτρεχε» από το 2012 έως το 2014 σχετικά ικανοποιητικά και έκτοτε βάλτωσε. 

Από τα ξημερώματα χθες το ιστορικό τέμενος Βαγιαζήτ, κατά πολλούς το ιστορικότερο στην Ευρώπη, μοιάζει με κουφάρι στο κέντρο της πόλης του Διδυμοτείχου. Η φωτιά που ξέσπασε λίγο μετά τα μεσάνυχτα έκανε στάχτη τη μοναδική ξύλινη στέγη του και έλιωσε το πολλών τόνων μεταλλικό στέγαστρο που είχαν τοποθετήσει οι αναστηλωτές για την προστασία της. Ως εκ θαύματος οι τοίχοι του τεμένους άντεξαν το χαλύβδινο φορτίο που επικάθισε πάνω τους αλλά και τις τρομακτικές θερμοκρασίες που αναπτύχθηκαν και έτσι οι αρμόδιοι αισιοδοξούν ότι θα μπορέσουν με πολλαπλάσιο οικονομικό κόστος και σε μεγάλο βάθος χρόνου να επισκευάσουν τις ζημιές. Ως προς το πώς ξέσπασε η φωτιά, η Πυροσβεστική Υπηρεσία διεξάγει έρευνα και αναμένεται να εκδώσει το πόρισμά της υπό την πίεση της τοπικής κοινωνίας, που προσδοκούσε την περάτωση των εργασιών αναστήλωσης για τουριστική αξιοποίηση του σπουδαίου αυτού θρησκευτικού και πολιτιστικού μνημείου, αλλά και, όπως ήταν αναμενόμενο, της τουρκικής πλευράς, λόγω προεκλογικής περιόδου.

Φήμες ότι θα καταφθάσει στο Διδυμότειχο ο Ταγίπ Ερντογάν για να επιθεωρήσει εκ του σύνεγγυς το βαριά πληγωμένο ιστορικό τζαμί –και να «εξαργυρώσει» την παρουσία του προεκλογικά– διέτρεχαν την πόλη, χωρίς να επιβεβαιώνονται από πουθενά, ενώ κατά την επίσκεψή στον χώρο ο Τούρκος πρόξενος στην Κομοτηνή Αλί Ριζά Ακτζί, αφού υπογράμμισε τη θρησκευτική και πολιτιστική αξία του τεμένους, δήλωσε ότι η χώρα του είναι έτοιμη να βοηθήσει εφόσον της ζητηθεί στην αναστήλωσή του.

Αυτόπτες μάρτυρες ανέφεραν στην «Κ» ότι της μεγάλης πυρκαγιάς που ξέσπασε στις 3.10 τα ξημερώματα της Τετάρτης είχε προηγηθεί άλλη μικρότερη το μεσημέρι της Τρίτης, την οποία έσβησε όχημα της αστυνομίας. «Στο τζαμί γίνονταν εργασίες αναστήλωσης, δούλευαν πυρετωδώς. Φαίνεται ότι υπέβοσκε κάπου η φωτιά και φούντωσε αργότερα», λέει η Μαριάνθη Κιντίδου, που εργάζεται σε ζαχαροπλαστείο απέναντι από το τζαμί. Και άλλοι γείτονες επιβεβαιώνουν ότι προηγήθηκε μικρότερη φωτιά, ενώ ο Θανάσης Κάργας, που έτυχε να περάσει στη 1 μετά τα μεσάνυχτα μπροστά από το τζαμί, καταθέτει ότι «μέσα έφεγγε κάτι σαν φωτιά, αλλά δεν έδωσα σημασία». Δύο ώρες μετά η φωτιά θα φθάσει στη μοναδική ξύλινη οροφή, όπου γίνονταν οι εργασίες αναστήλωσης, και θα την αποτεφρώσει.

Οι φλόγες θα πυρακτώσουν και θα λιώσουν μεγάλο μέρος του μεταλλικού στεγάστρου και το υπόλοιπο θα επικαθίσει στους τοίχους δημιουργώντας στους πάντες την αίσθηση ότι θα καταρρεύσει. Εντρομοι οι ένοικοι των γύρω οικοδομών εγκατέλειψαν τα σπίτια τους, καθώς σε ακτίνα εκατό μέτρων οι υψηλές θερμοκρασίες δεν επέτρεπαν την παραμονή ανθρώπων, ενώ έσπασαν από τη ζέστη και τα τζάμια καταστημάτων στην περιοχή.

Σύμφωνα με καταγγελίες γειτόνων, το τέμενος στο οποίο γίνονταν επί χρόνια αλλά σε ρυθμούς χελώνας αναστηλωτικές εργασίες, ήταν ξέφραγο αμπέλι, καθώς οι αρμόδιοι «είχαν τοποθετήσει έναν φύλακα ο οποίος δεν εμφανιζόταν ποτέ…». Προς το μεσημέρι η Πυροσβεστική έσβησε τη φωτιά, όμως ο κίνδυνος να καταρρεύσει το εναπομείναν μεταλλικό στέγαστρο παρέμενε και γι’ αυτό οι Αρχές δεν επέτρεπαν την πρόσβαση σε κοντινή απόσταση.

Το τέμενος δεν χρησιμοποιείτο επί πολλά χρόνια ως λατρευτικός χώρος από τους 5.000 μουσουλμάνους του Εβρου, οι οποίοι τελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα σε άλλο, μικρότερο τζαμί. Δεν έπαυε ωστόσο να έχει το δικό του ιστορικό φορτίο και για την κοινωνία να αποτελεί ελπίδα για την προσέλκυση τουρισμού.

Η γ.γ. του υπουργείου Πολιτισμού Μαρία Ανδρεαδάκη - Βλαζάκη, ο περιφερειάρχης Δημήτρης Πέτροβιτς, τοπικοί βουλευτές έσπευσαν επιτόπου.
 
ΛΑΒΑΡΑ 

ΞΑΝΘΗ 




Και στο .....τούνελ της επιστροφής!






 Πανοραμική εικόνα πόλης από την κορυφή του μιναρέ στο Τέμενος Σελιμιγιέ. Φαίνεται ο ποταμός Έβρος, η γέφυρα Σαρατσάνε (1451 μ.Χ.), Ρουστέμ Πασά Καραβάν Σεράι (16ου αιώνα) - σήμερα είναι Ξενοδοχείο, το Τέμενος Έσκι (15ου αιώνα) και πίσω το Μπεζεστένι, το Δημαρχείο, το Τέμενος Ουτς Σερεφέλι (15ου αιώνα) και το συγκρότημα Κουλιγιέ Μπεγιαζήτ ΙΙ, (1481-1512 μ.Χ.).
Πανοραμική εικόνα πόλης από την κορυφή του μιναρέ στο Τέμενος Σελιμιγιέ. Φαίνεται ο ποταμός Έβρος, η γέφυρα Σαρατσάνε (1451 μ.Χ.), Ρουστέμ Πασά Καραβάν Σεράι (16ου αιώνα) - σήμερα είναι Ξενοδοχείο, το Τέμενος Έσκι (15ου αιώνα) και πίσω το Μπεζεστένι, το Δημαρχείο, το Τέμενος Ουτς Σερεφέλι (15ου αιώνα) και το συγκρότημα Κουλιγιέ Μπεγιαζήτ ΙΙ, (1481-1512 μ.Χ.).
Αδριανούπολη
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Αδριανούπολη
Edirne
—  Πόλη  —

Edirne 7333 Nevit.JPG 
 Το τέμενος Σελιμιγιέ, που ανατέθηκε από τον Σελίμ Β΄ και σχεδιάστηκε από τον Μιμάρ Σινάν το 1575.

Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας

Έκταση
955 τ. χλμ.
Yψόμετρο
41 μ.
Πληθυσμός
165.979
Edirne location Merkez.svg
Η Αδριανούπολη, Αντριανούπολη ή Aδριανούπολις, (τουρκικά: Edirne «Εντίρνε», βουλγαρικά: Одрин «Όντριν») είναι ιστορική πόλη της σημερινής Τουρκίας, στην Ανατολική Θράκη, πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας (6.276 τ. χλμ, 402.606 κάτ.)[1] πολύ κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Η Αδριανούπολη υπήρξε η τρίτη πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το 1363 ως το 1453, πριν η Κωνσταντινούπολη γίνει η τέταρτη και οριστική πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Σήμερα η Αδριανούπολη είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας. Ο πληθυσμός της πόλης είναι 165.979 κάτοικοι (2014).
Σημειώνεται το όνομα «Edirne» αποτελεί παραφθορά του Αδριανού (πόλη) > Αντρινού, που φερόταν τον 14ο αιώνα > Εντρινού > Εντιρνού καταλήγοντας στο Εντιρνέ όπου και επικράτησε. Σε οθωμανικές πηγές φέρεται επίσης και με τα ονόματα «Εντρίνους», «Εντρουνέ», «Εντρινάμπολι» καθώς και «Εντιρνομπολού» που αναμφισβήτητα όλα αποτελούν παραφράσεις του ελληνικού ονόματος που διατηρήθηκε από τον εκεί ελληνισμό μέχρι το 1922. Αναφέρεται ως "Ανδριανά" σε επιστολή του Γ. Βαρνακιώτη της 25 Μαΐου "έτους πρώτου της ελευθερίας".[2]
Οριοθέτηση
Βρίσκεται στο ευρωπαϊκό τμήμα της χώρας, κοντά στη συμβολή τριών ποταμών, του Άρδα, του Τούντζα και του Μαρίτσα απέχοντας 5 χλμ. από ελληνοτουρκικά σύνορα. Εξυπηρετείται από ένα πυκνό οδικό δίκτυο που τη συνδέει με την Κωνσταντινούπολη και την κεντρική Ευρώπη. Είναι σπουδαίο γεωργικό και κτηνοτροφικό κέντρο, όπου συγκεντρώνονται προϊόντα από την εύφορη θρακική παραλιακή πεδιάδα φρούτα, κρασιά, τυριά κ.α. Η βιομηχανία της περιλαμβάνει εργοστάσια παρασκευής μάλλινων και μεταξωτών υφασμάτων, σαπουνιού, επεξεργασίας δερμάτινων ειδών κλπ.
Ιστορία
128000
Πληθυσμός μεταξύ 100 και 2012.
Η περιοχή γύρω από την Αδριανούπολη υπήρξε το θέατρο τουλάχιστον 16 μεγάλων μαχών ή πολιορκιών από την εποχή της Αρχαίας Ελλάδας, με συνέπεια συνεχή αλλαγή εξουσίας: Μακεδόνες του Φιλίππου, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Γότθοι, Βούλγαροι, Πετσενέγκοι, Φράγκοι, Οθωμανοί, Ρώσοι, Βούλγαροι (1913), Τούρκοι, Έλληνες (1920 - 1922) και τέλος Τούρκοι (Φθινόπωρο 1922).
Ο στρατιωτικός ιστορικός Τζον Κίγκαν (1934-2012) την προσδιορίζει ως το «πιο διαφιλονικούμενο σημείο του πλανήτη», πράγμα που αποδίδει στη γεωγραφική της θέση.
Αρχαιότητα
Σύμφωνα με την Ελληνική μυθολογία ο Ορέστης, γιος του βασιλιά Αγαμέμνονα ίδρυσε την πόλη ως Ορεστιάδα, στη συμβολή των ποταμών Τόνζου (Τουρκικά Τούντσα) και Αρδίσκου (σήμερα Αρδα) με τον Εβρο. Η πόλη (επαν)ιδρύθηκε παίρνοντας το όνομά του από το Ρωμαίο Αυτοκράτορα Αδριανό (117-138) το 125 στη θέση προγενέστερου Θρακικού οικισμού, που ονομαζόταν Ουσκουδάμα. Ηταν πρωτεύουσα των Βήσσων ή των Οδρυσών. Ο Αδριανός την έκανε πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής επαρχίας της Θράκης, την ανέπτυξε και την εξωράισε (υδραγωγεία, λουτρά, αγορά κλπ.) και η πόλη διατήρησε κατά την κατοπινή εποχή το όνομά του, παρόλο που κατά τα βυζαντινά χρόνια ξαναπήρε το όνομα Ορεστιάδα. Βρίσκεται σε καίριο κόμβο του δρόμου ο οποίος ενώνει την κεντρική Ευρώπη με την Κωνσταντινούπολη και στο σημείο όπου κατέληγαν οι δρόμοι από τα παράλια του Αιγαίου, της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου. Ήδη από τα χρόνια της ίδρυσής της εξελίχτηκε σε σπουδαίο συγκοινωνιακό, εμπορικό και στρατιωτικό κέντρο. Εδώ ο Λικίνιος νίκησε τον Μαξιμίνο (313), ο Κωνσταντίνος τον Λικίνο (314 και 323) και ο Αυτοκράτορας Ουάλης σκοτώθηκε από τους Γότθους το 378, κατά τη Μάχη της Αδριανούπολης.
Μεσαιωνική περίοδος
 
Ιστορική απεικόνιση του Τσιχανουμά Κασρί (Πανοραμικό Περίπτερο), τμήματος του συγκροτήματος των Ανακτόρων της Αδιανούπολης
Το 813 η πόλη καταλήφθηκε από το Χαν Κρούμο της Βουλγαρίας που μετακίνησε τους κατοίκους της στα Βουλγαρικά εδάφη βόρεια του Δούναβη. Το 1189 την κυρίευσαν οι Σταυροφόροι αλλά μετά την ίδρυση της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης οι Σταυροφόροι ηττήθηκαν αποφασιστικά από το Βούλγαρο Αυτοκράτορα Καλογιάν στη Μάχη της Αδριανούπολης (1205). Αργότερα ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας, Δεσπότης της Ηπείρου, την κατέλαβε το 1227, αλλά τρία χρόνια αργότερα ηττήθηκε στην Κλοκοτνίτσα από τον Ασέν, Αυτοκράτορα των Βουλγάρων. Το 1346 στέφθηκε εκεί ο Ιωάννης ΣΤ´ Καντακουζηνός αλλά το 1362 η πόλη καταλήφθηκε από τον Οθωμανό Σουλτάνο Μουράτ Α΄. Αυτός με την επικρατούσα τουρκική ονομασία «Εντιρνέ» την ανακήρυξε πρωτεύουσα του το 1366. Η πόλη παρέμεινε Οθωμανική πρωτεύουσα για 90 χρόνια, μέχρι το 1453, οπότε ο Μωάμεθ Β΄ μετέφερε την πρωτεύουσα στην Κωνσταντινούπολη, εξακολουθώντας ωστόσο να αποτελεί κέντρο θερινής διαμονής των μελών της οθωμανικής αυλής. Η Αδριανούπολη, παρά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1751 φημίζεται για τα πολλά τζαμιά, τρούλους, μιναρέδες, γέφυρες, μεντρεσέδες, νοσοκομεία, σκεπαστές αγορές και σεράγια της Οθωμανικής εποχής που φρόντισαν να την στολίσουν οι κατά καιρούς διάφοροι Σουλτάνοι.
Το δημοτικό τραγούδι, που πρωτοδημοσίευσε ο Άγγλος Pasley το 1837 όταν το άκουσε στην Κρήτη και επαναδημοσίευσε αργότερα ο Ν. Πολίτης, θεωρείται ότι είναι το αρχαιότερο δημοτικό μας τραγούδι το οποίο και επιγράφεται «Το κούρσος της Αντριανούπολης» ίσως αναφέρεται στην άλωση αυτή του 1362 και τη λεηλασία που ακολούθησε της οποίας όμως είχε προηγηθεί κατά το 1353 η άλωση από τους συμμάχους του Βασιλέως Καντακουζινού Τούρκους.
Τ΄ αηδόνια της Ανατολής και τα πουλιά της Δύσης
κλαίγουν αργά, κλαίγουν ταχιά, κλαίγουν το μεσημέρι
κλαίγουν την Αντριανούπολη την πολυκρουσεμένη
όπου τηνε κρουσέψανε τις τρεις γιορτές του χρόνου
του Χριστουγέννου για κηρί και του Βαγιού για βάγια
και της Λαμπρής την Κυριακή για το Χριστός Ανέστη.
Νεότερη περίοδος
Η Αδριανούπολη το πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα.

 

Το Δημαρχείο της Αδριανούπολης
Υπό την Οθωμανική κυριαρχία η Αδριανούπολη ήταν η μεγαλύτερη του ομώνυμου Εγιαλετίου και, μετά τις μεταρρυθμίσεις του 1867, του ομώνυμου Βιλαετίου. Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄, πορθητής της Κωνσταντινούπολης, γεννήθηκε στην Αδριανούπολη. Εδώ επηρεάσθηκε από ορισμένους Χορουφιστές (σουφικό δόγμα), που απρρίπτονταν από τον Τας Κιοπρού Ζαντέ στο Şakaiki Numaniye ως «Ορισμένοι επικατάρατοι ουτιδανοί» και που κάηκαν ως αιρετικοί από κάποιο Μαχμούντ Πασά.
Ο Σουλτάνος Μωάμεθ Δ΄ άφησε τα ανάκτορα της Κωνσταντινούπολης και πέθανε στην Αδριανούπολη το 1693.
Κατά την εξορία του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Σουηδός βασιλιάς Κάρολος ΙΒ΄ έμεινε στην πολύ το μεγαλύτερο διάστημα του 1713.
Ο Μπαχαουλάχ, ιδρυτής της Μπαχάι Πίστης, έζησε στην Αδριανούπολη από το 1863 ως το 1868. Εξορίσθηκε εκεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, πριν εκτοπισθεί μακρύτερα στην Οθωμανική αποικία καταδίκων της Άκρας. Στα γραπτά του αναφέρεται στην Αδριανούπολη ως «Γη του Μυστηρίου».
Η Αδριανούπολη ήταν κέντρο σαντζακίου κατά την Οθωμανική περίοδο, που υπαγόταν διαδοχικά στα εγιαλέτια της Ρούμελης και της Σιλίστρας, πριν γίνει επαρχιακή πρωτεύουσα του ομώνυμου εγιαλετίου, στις αρχές του 19ου αιώνα. Mέχρι το 1878 το Εγιαλέτι της Αδριανούπολης περιελάμβανε τα σαντζάκια Αδριανούπολης, Ραιδεστού (Τεκιρντάγ), Γκελίμπολου (Καλλίπολης), Φιλιππούπολης και Σλίβεν.
Στη διάρκεια της εποχής που αναφερόμαστε ήταν κέντρο ελληνισμού, ωστόσο οι κάτοικοι δεινοπάθησαν πολύ από τους αφεντάδες Τούρκους με την κήρυξη της επανάστασης του 1821. Μετά τον απαγχονισμό του πατριάρχη Γρηγορίου Ε' στην Κωνσταντινούπολη, ακολούθησε στην Αδριανούπολη ο απαγχονισμός του μητροπολίτη Αδριανουπόλεως Κύριλλου Στ και τέως πατριάρχη στο παράθυρο της κατοικίας του, καθώς και ο αποκεφαλισμός 23 προυχόντων Ελλήνων την 29 Απριλίου 1821.[3]
Η Αδριανούπολη καταλήφθηκε για λίγο από τα αυτοκρατορικά Ρωσικά στρατεύματα το 1829 κατά την Ελληνική Επανάσταση, οπότε και υπογράφηκε η Συνθήκη της Αδριανούπολης, με την οποία για πρώτη φορά οι Τούρκοι αναγνώριζαν την ύπαρξη ελληνικού κράτους κατ' εντολή και το 1878 κατά το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-1878. Η πόλη επλήγη από μια πυρκαγιά το 1905. Τότε είχε περίπου 80.000 κατοίκους, από τους οποίους 30.000 ήταν Μουσουλμάνοι (Τούρκοι και μερικοί Αλβανοί, Ρομά και Τσερκέζοι), 22.000 Ελληνες, 10.000 Βούλγαροι, 4.000 Αρμένιοι, 12.000 Εβραίοι και 2.000 ακόμη πολίτες απροσδιόριστης εθνοτικής και θρησκευτικής προέλευσης.
Η Αδριανούπολη ήταν ζωτικής σημασίας οχυρό για την υπεράσπιση της Οθωμανικής Κωνσταντινούπολης και Ανατολικής Θράκης κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912–13. Καταλήφθηκε για λίγο από τους Βουλγάρους το 1913 μετά από πεντάμηνη πολιορκία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις -Βρετανία, Ιταλία, Γαλλία και Ρωσία- υποχρέωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να παραχωρήσει την Αδριανούπολη στη Βουλγαρία με το τέλος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, γεγονός που προκάλεσε πολιτικό σκάνδαλο στην Οθωμανική κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης (καθώς επρόκειτο για πρώην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας) και κατέληξε στο Οθωμανικό πραξικόπημα του 1913. Αν και επικράτησε στο πραξικόπημα, η Επιτροπή Ενωσης και Προόδου δεν μπόρεσε να κρατήσει την Αδριανούπολη, υπό τον Εμβέρ Πασά (που αυτοανακηρύχθηκε «δεύτερος πορθητής της Αδριανούπολης», μετά το Μουράτ Α΄) την ανακατέλαβε γρήγορα από τους Βουλγάρους, αμέσως μόλις άρχισε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος.
Είχε καταληφθεί από τους Ελληνες μεταξύ της Συνθήκης των Σεβρών το 1920 και του τέλους της Μικρασιατικής Εκστρατείας το 1922. Την ίδια εποχή αποχώρησε, σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης της Λωζάνης και ο ελληνικός πληθυσμός της Αδριανούπολης (30.000 κάτ.) και κατέφυγε στην Ελλάδα.[4]
Σύμφωνα με την απογραφή του 2007 η Επαρχία Αδριανούπολης είχε πληθυσμό 382.222 κατοίκων. Η πόλη είναι δυναμικό εμπορικό κέντρο μάλλινων υφασμάτων, μεταξιού, χαλιών και γεωργικών προϊόντων.
Εκκλησιαστική ιστορία
 
Oθωμανικό κουλιγιέ και νοσοκομείο χτισμένο από το Βαγιαζίτ Β΄
Η Αδριανούπολη έγινε έδρα Ελληνα μητροπλίτη και Γρηγοριανού Αρμένιου επισκόπου και είναι το κέντρο μιας Βουλγαρικής επισκοπής, που όμως δεν είναι αναγνωρισμένη και στερείται επισκόπου. Η πόλη έχει επίσης μερικούς Προτεστάντες. Οι Ρωμαιοκαθολικοί, κατά το πλείστον ξένοι, και λιγοι, εξαρτώντο από την αποστολική ενορία της Κωνσταντινούπολης. Στην ίδια την Αδριανούπολη υπήρχε η ενορία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας (Ανήλικων Μοναχών) και μια σχολή θηλέων που διηύθυναν οι Αδελφές του Ελέους του Αγκραμ. Στο προάστιο του Καρααγάτς υπήρχε μια εκκλησία (Ανήλικων Μοναχών), μια σχολή αρρένων και μια θηλέων. Κάθε αποστολικός σταθμός τους, στη Ραιδεστό και στην Αλεξανδρούπολη, είχε μια σχολή (Ανήλικων Μοναχών) και μια στην Καλλίπολη (της Κοιμήσεως).
Γύρω στα 1850, από την άποψη των Καθολικών της Ανατολής, η Αδριανούπολη ήταν η κατοικία ενός Βούλγαρου αποστολικού εφημέριου για τους 4.600 Ουνίτες του Οθωμανικού βιλαετίου (επαρχίας) της Θράκης και, μετά το 1878, του πριγκιπάτου της Βουλγαρίας. Είχαν 18 ενορίες ή αποστολές, 6 από τις οποίες ήταν στο πριγκιπάτο, με 20 εκκλησίες, 31 ιερείς και 11 σχολεία με 670 μαθητές. Στην ίδια την Αδριανούπολη υπήρχαν μόνο πολύ λίγοι Βούλγαροι Ουνίτες, με μία Επισκοπική εκκλησία του Αγίου Ηλία και τις εκκλησίες του Αγίου Δημητρίου και των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου. Η τελευταία λειτουργείται από το Τάγμα της Αναστάσεως, που έχουν επίσης μια σχολή 90 μαθητών. Στο προάστιο του Καρααγάτς το Τάγμα της Κοιμήσεως έχει μια ενορία και μια θελογική σχολή με 50 μαθητές. Εκτός από τους Βούλγαρους Ουνίτες οι παραπάνω στατιστικές περιελάμβαναν τις Ελληνικές Καθολικές αποστολές των Μαλγάρων και του Νταουντιλί, με 4 ιερείς και 200 πιστούς, επειδή από πολτική άποψη ανήκαν στη Βουλγαρική Ενορία.
Αργότερα όμως η Ρωμαιοκαθολική επισκοπή καταργήθηκε και υπάρχει μόνο κατ' όνομα ως τιτουλάριος μητροπολιτική αρχιεπισκοπή, με την πλήρη ονομασία Hadrianopolis in Haemimonto, για να διακρίνεται από πολλές άλλες τιτουλάριες έδρες με το όνομα «Hadrianopolis».
Κλίμα
Το κλίμα της πόλης είναι ηπειρωτικό. Οι χειμερινές θερμοκρασίες είναι συχνά κάτω από 0 °C και χαρακτηρίζεται από πολλές χιονοπτώσεις, ακόμα κι αν μειώνονται σπάνια κάτω από -10 °C. Οι χειμώνες κρατούν από τον Νοέμβριο έως τα μέσα Μαρτίου. Το καλοκαίρι, η μέση θερμοκρασία είναι περίπου 23 °C (ο μέσος όρος για τον Ιούλιο και τον Αύγουστο), παρά το γεγονός ότι οι θερμοκρασίες φθάνουν μερικές φορές σε 35-40 °C στο κέντρο της πόλης. Τα καλοκαίρια κρατούν από τον Ιούνιο έως τα μέσα του Σεπτέμβρη. Κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του φθινοπώρου, οι θερμοκρασίες ποικίλλουν μεταξύ 12-22 °C. Το ετήσιο ύψος βροχής φθάνει τα 580 mm.[5][6]
Γενικά η Αδριανούπολη έχει υγρό υποτροπικό κλίμα (Κλιματική ταξινόμηση Κέππεν), με μακρά, ζεστά καλοκαίρια και κρύους χειμώνες με σπραδικές χιονοπτώσεις.
Αξιοθέατα
 
Αποκαταστημένη Μεγάλη Συναγωγή της Αδριανούπολης.
Ευρισκόμενη 7 χλμ. από τα Ελληνικά και 20 χλμ. από τα Βουλγαρικά σύνορα, η Αδριανούπολη φημίζεται για τα πολλά τζαμία, τρούλους και μιναρέδες της. Το Σελιμιγιέ Τζαμί, χτισμένο το 1575 και σχεδιασμένο από το μεγαλύτερο αρχιτέκτονα της Τουρκίας, Μιμάρ Σινάν, είναι ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της πόλης. Το 1574, τη χρονιά της ανακατάληψης της Τύνιδας από τους Οθωμανούς, ο σουλτάνος Σελίμ Β' πέθανε μετά από πτώση στο λουτρό του σε ηλικία πενήντα ετών. Πρόλαβε όμως και επιμελήθηκε την ανέγερση του Τεμένους Σελιμιγιέ, όχι στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του, την Κωνσταντινούπολη, αλλά στην αγαπημένη του πόλη και πρώην πρωτεύουσα των Οθωμανών, την Αδριανούπολη. Το Τέμενος αποτελεί κομψοτέχνημα της ισλαμικής αρχιτεκτονικής και το αρτιότερο δημιούργημα του αρχιτέκτονα Σινάν. Αξίζει να αναφερθεί ότι το κτίσμα οικοδομήθηκε αποκλειστικά από τα λάφυρα της εκστρατείας των Οθωμανών στην Κύπρο, όπως νωρίτερα το Σουλειμανίγιε (τζαμί του Σουλευμάν) είχε χτιστεί με τη λεία των εκστρατειών στο Βελιγράδι, τη Ρόδο και τη Μάλτα. Eχει τους ψηλότερους μιναρέδες στην Τουρκία, με 70,9 μ. και ένα τρούλο, ένα μέτρο περίπου ψηλότερο από εκείνο της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Το τζαμί φέρει το όνομα του τότε βασιλεύοντος Οθωμανού Σουλτάνου Σελίμ Β΄ (β. 1566–1574) και έχει έργα Τουρκικής μαρμαροτεχνίας και καλύπτεται με πολύτιμα πλακίδια και ωραία έργα ζωγραφικής. Αλλα σημαντικά τζαμιά είναι το Εσκί (Παλιό) Τζαμί και το Μπουρμαλί Τζαμί (Τζαμί του Φιδιού), γνωστό και ως Ουτς Σερεφελί Τζαμί.
Η Αδριανούπολη έχει τρεις ιστορικές σκεπαστές αγορές : την Αράστα, δίπλα στο Σελιμιγιέ Τζαμί, το Μπεντεστένι, δίπλα στο Εσκί Τζαμί και το Αλί Πασά Τσαρσισί (Αγορά του Αλή Πασά).
Εκτός από τα τζαμιά υπάρχουν στην Αδριανούπολη για τον επισκέπτη αξιοθέατα, που αντανακλούν το πλούσιο παρελθόν της. Αυτ'ο που ξεχωρίζει είναι τα Ανάκτορα της Αδριανούπολης (στα Οθωμανικά Τουρκικά «Saray-ı Cedid-i Amire», δηλ. «Νέα Αυτοκρατορικά Ανάκτορα») στη συνοικία Σαραϊτσί, χτισμένο επί της βασιλείας του Μουράτ Β΄ (β. 1421–1444). Αν και τα κτίρια των ανακτόρων και τα λουτρά τους (Kum Kasrı Hamamı) είναι σε μορφή ερειπίων, η πύλη του ανακτόρου και οι εγκαταστάσεις των μαγειριών του έχουν αναστηλωθεί. Το Kasr-ı Adalet (Κάστρο της Δικαιοσύνης), χτισμένο ως τμήμα του ανακτορικού συγκροτήματος, παραμένει ανέπαφο, δίπλα στη μικρή Γέφυρα της Πίστης, πάνω από τον ποταμό Τούντσα.
Aλλο σημαντικό κτίριο στην περιοχή είναι το Κουλίγιε Μουσείο Υγείας του Βαγιαζίτ Β΄, του Πανεπιστημίου της Θράκης, σημαντικό μνημείο, με το συγκρότημά του να περιλαμβάνει πολλές εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούντο εκείνη την εποχή.
Κοντά στα Ανάκτορα βρίσκεται το Νεκροταφείο Μνήμης των Βαλκανικών Πολέμων, με ένα μνημείο άγνωστού στρατιώτη, που παρουσιάζει έναν Οθωμανό στρατιώτη μπροστά στην είσοδό του.
Η εγκαταλελειμμένη και ερειπωμένη Μεγάλη Συναγωγή της Αδριανούπολης αναστηλώθηκε και ξανάνοιξε το Μάρτιο του 2015. Στην πόλη υπάρχουν μια Ρωμαιοκαθολική και δύο Βουλγαρικές Ορθόδοξες εκκλησίες.
Η Αδριανούπολη έχει αρκετές ιστορικές τοξωτές γέφυρες πάνω από τους ποταμούς Εβρο και Τούντσα, που ρέουν γύρω από την πόλη δυτικά και νότια. Υπάρχουν καραβανσεράι, όπως τα Ρουστέμ Πασά και Εκμεκτσίογλου Αχμέτ Πασά, που κατασκευάσθηκαν για τη φιλοξενία ταξιδιωτών το 16ο αιώνα. Ο ιστορικός σιδηροδρομικός σταθμός του Καρααγάτς στεγάζει σήμερα, μετά την ανάπλασή του, τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου, στο ομώνυμο προάστιο της πόλης. Δίπλα του βρίσκονται το Μνημείο και το Μουσείο της Συνθήκης της Λωζάνης.

Πανοραμική εικόνα πόλης από την κορυφή του μιναρέ στο Τέμενος Σελιμιγιέ. Φαίνεται ο ποταμός Έβρος, η γέφυρα Σαρατσάνε (1451 μ.Χ.), Ρουστέμ Πασά Καραβάν Σεράι (16ου αιώνα) - σήμερα είναι Ξενοδοχείο, το Τέμενος Έσκι (15ου αιώνα) και πίσω το Μπεζεστένι, το Δημαρχείο, το Τέμενος Ουτς Σερεφέλι (15ου αιώνα) και το συγκρότημα Κουλιγιέ Μπεγιαζήτ ΙΙ, (1481-1512 μ.Χ.).
Σημαντικοί Αδριανουπολίτες


Επιμέλεια,φωτογραφίες,video : Παύλος Π. Νούνης

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg