Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Το τελευταίο γλέντι του Μάνου Λοΐζου.......

wkmkrl1

Η τελευταία φορά που τραγούδησε και τι ζήτησε στο νοσοκομείο από τον φίλο του και δημοσιογράφο Δημήτρη Γκιώνη

«Είχα την ευτυχία και τη χαρά να συναντήσω τον Μάνο Λοΐζο από τα πρώτα του βήματα. Τον θυμάμαι στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη, να κάθεται απέναντι μου ώρες αμέτρητες καθώς οι συζητήσεις μας δεν είχαν τελειωμό. Ο Λοΐζος δεν κατασκεύαζε. Και αν το ήθελε, δεν θα μπορούσε. Γεννούσε. Κι αυτό γιατί έτσι το ένιωθε… Τρυφερός και καλός, γινόταν ακόμα πιο τρυφερός και πιο καλός μέσα στην προσπάθεια, τις δοκιμασίες, στον αγώνα. Δεν ήταν πλατάνι ή βαλανιδιά. Ήταν μια πλαγιά πολύχρωμα λουλούδια που έλαμπαν καθώς τα χτυπούσε ο ήλιος. Και θα λάμπουν για πάντα και πιο πολύ όσο θα υπάρχει και θα λάμπει στον κόσμο αυτός ο μοναδικός ήλιος: Η καρδιά του ανθρώπου» έχει πει ο Μίκης Θεοδωράκης για τον μεγάλο συνθέτη (απόσπασμα από 
«Το Περιοδικό - ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Πορτρέτα - 17/09/2015).
Στις 8 Ιουνίου του 1982 ο Μάνος Λοΐζος υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύτηκε για ένα μήνα σε νοσοκομείο. Τον Αύγουστο ταξίδεψε για νοσηλεία στη Μόσχα, όπου στις 7 Σεπτεμβρίου πέρασε ένα δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο. Πεθαίνει δέκα ημέρες αργότερα στις 17 Σεπτεμβρίου του 1982. Η είδηση του θανάτου του σκορπίζει μία απέραντη θλίψη στο λαό που τον αγάπησε και τον τραγούδησε...

Ο δρόμος-Μάνος Λοϊζος- o dromos Manos Loizos

 
Αποποίηση: Το βίντεο δεν προορίζεται για παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων . Το ακουστικό περιεχόμενο δεν ανήκει σε εμένα δεν κάνω κέρδος από αυτό το βίντεο, δεν είμαι κύριος πνευματικών δικαιωμάτων των φωτογραφιών, είναι από το διαδίκτυο. Αυτό είναι καθαρά για ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ. Ο Εμμανουήλ Λοΐζος γεννήθηκε στις 22/10/1937 στο χωριό Άγιοι Βαβατσινιάς της επαρχίας Λάρνακας. Γονείς του ο Ανδρέας Λοΐζος και η Δέσποινα Μανάκη. Με τη μουσική ασχολήθηκε από τα μαθητικά του χρόνια. Γράφτηκε σε τοπικό Ωδείο&άρχισε να μαθαίνει βιολί, αλλά κατέληξε στην κιθάρα. Μετά την αποφοίτησή του από το Αβερώφειο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας το 1955 ήλθε στην Αθήνα&γράφτηκε αρχικά στη Φαρμακευτική Σχολή&στη συνέχεια στην ΑΣΟΕΕ. Στις αρχές του 1960 ήλθε η μεγάλη στροφή στη ζωή του, όταν αποφάσισε να εγκαταλείψει τις σπουδές του&να ασχοληθεί αποκλειστικά με τη μουσική.Το 1962 έρχεται σε επαφή με τον Μίμη Πλέσσα, ο οποίος μεσολαβεί στη «Φίλιπς» για την ηχογράφηση του πρώτου του τραγουδιού. Είναι το «Τραγούδι του δρόμου», ελληνική απόδοση του Νίκου Γκάτσου σ' ένα ποίημα του Λόρκα με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο. Τον Απρίλιο 1962 έγινε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος στο Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής (ΣΦΕΜ).Τον Μάρτιο του 1965 παντρεύεται τη Μάρω Λήμνου.Ένα χρόνο αργότερα, θα γεννηθεί η κόρη τους Μυρσίνη.Μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου τον Νοέμβριο του 1973 συνελήφθη&πέρασε 10 μέρες στην ασφάλεια.Στο τέλος του 1974 κυκλοφορεί το δίσκο «Τα Τραγούδια του Δρόμου».Μεταξύ 1974 -1977 υπήρξε ένας από τους βασικούς εκφραστές του πολιτικού τραγουδιού. Το 1978 αναλαμβάνει την προεδρία της Ένωσης Μουσικοσυνθετών Ελλάδας.Τον ίδιο χρόνο παντρεύεται σε δεύτερο γάμο την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη.Ο Μάνος Λοΐζος έφυγε νωρίς από τη ζωή στις 17/9/1982. Άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Μόσχας, χτυπημένος από την επάρατη νόσο.Βασική Δισκογραφία :«Ο Σταθμός»(1968),«Θαλασσογραφίες»(1970), «Ευδοκία»(1971), «Να 'χαμε τι να 'χαμε...»(1972), «Τραγούδια του δρόμου»(1974), «Καλημέρα ήλιε»(1974), «Τα νέγρικα»(1975),, «Τα τραγούδια μας» (1976), «Τα τραγούδια της Χαρούλας»(1979), «Για μια μέρα ζωής»(1980), «Γράμματα στην αγαπημένη» (1983), «Εκτός Σειράς. Σαράντα σκόρπιες ηχογραφήσεις» (2002),«Τα τραγούδια του Σεβάχ» (2003) ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ.Γενήθηκε στις 6/5/1933 &πέθανε στις 31/1/2004.Εξέδωσε, όσο ζούσε, 46 τίτλους συνολικά, 21 μυθιστορ., 12 συλλογές με διηγήμ., 3 νουβέλες, ένα χρονικό, 8 θεατρικά έργα&μία επιλογή από άρθρα στην εφημερίδα "'Εθνος", όπου συνεργαζόταν επί 12 χρόνια με δική της στήλη.Στη δικτακτορία υπέγραψε το Μανιφέστο των 18 Συγγραφέων.


«Ήταν Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 1982, όταν ο Μάνος "επέστρεφε" οριστικά στην Αθήνα από τη Μόσχα, με αεροπλάνο της Αεροφλότ. Είχε πάει πριν από ενάμιση μήνα για να βρει την υγειά του κι επέστρεφε άψυχος, με συντροφιά τον φίλο του Φώντα Λάδη, που βρισκόταν την ίδια περίοδο στη Μόσχα για σπουδές. Κανένας δεν πίστευε, όταν έφευγε, ότι δεν θα γύριζε ζωντανός. Γι’ αυτό και ταξίδεψε μόνος, γεμάτος ελπίδες ότι θα νικήσει και θα ζήσει. Δεν τα κατάφερε και την Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου, έφυγε στα 45 του. Μακριά από τον τόπο του και τους δικούς του έπειτα από ένα δεύτερο θανατηφόρο εγκεφαλικό» γράφει ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γκιώνης στο βιβλίο του «Ένας κι ένας… 46+1 άνθρωποι της τέχνης από κοντά». Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε Έλληνες ανθρώπους της τέχνης που γνώρισε και πλέον δεν βρίσκονται στη ζωή -με μοναδική εξαίρεση τον Μίκη Θεοδωράκη, σε μια προσπάθεια, παράλληλα με το έργο τους, να σκιαγραφήσει την ανθρώπινη πλευρά και τα πιστεύω τους.
«Θρήνος βουβός, κόκκινα τριαντάφυλλα και γαρίφαλα, από συγγενείς και φίλους που τον περίμεναν στο αεροδρόμιο» γράφει ο Δημήτρης Γκιώνης.  Κι έπειτα η νεκροφόρα και η πομπή των αυτοκινήτων ως τους νεκροθαλάμους του Α’ νεκροταφείου. Εκεί το πρώτο προσκύνημα, που συνεχίστηκε την επομένη στο παρεκκλήσι του Αγίου Λαζάρου. Για να ακολουθήσει το ίδιο απόγευμα η κηδεία με τις τιμές που του άξιζαν. Από την πολιτεία, τους συναδέλφους και τα πλήθη που συνέρρευσαν να τον κατευοδώσουν με τον θρήνο, τα χειροκροτήματα και τα τραγούδια του».
«Ο δρόμος σου είχε τη δική του ιστορία. Μια ιστορία σύντομη, μοναδική και μεγάλη. Γραμμένη χαρισματικά, με ήθος δημιουργού και φλέβα προικισμένη. Και δεν ήσουν ακόμα Μάνο μας ούτε 45 χρονών», είπε αποχαιρετώντας τον η υπουργός Πολιτισμού και φίλη του Μελίνα Μερκούρη, εκφράζοντας το αίσθημα για τον πρόωρο χαμό του.
«Να πας στο καλό Μάνο και σ’ ευχαριστούμε. Σε ευχαριστούμε γιατί ήσουν ο πρώτος που μας πήρε από το χέρι και μας έμαθε να αγωνιζόμαστε για τα δίκαιά μας. Σ’ ευχαριστούμε γιατί μας άφησες τα τραγούδια σου» θα έλεγε η Χαρούλα Αλεξίου στο δικό της «αντίο».
Το τελευταίο γλέντι στο σπίτι της Χαρούλας Αλεξίου
«Τον θυμάμαι στο τελευταίο γλέντι της ζωής του, τρεις ημέρες πριν μπει στο νοσοκομείο με το πρώτο εγκεφαλικό, που ήταν και η αρχή του τέλους. Ήταν στο σπίτι της Χαρούλας Αλεξίου και του τότε συζύγου της Αχιλλέα Θεοφίλου, εν μέσω φίλων αγαπημένων. Είχε κάποιες στεναχώριες με την προσωπική του ζωή (δεν πήγαιναν καλά οι σχέσεις με τη δεύτερη σύζυγό του, την ηθοποιό Δώρα Σιτζάνη, με την οποία βρισκόταν σε διάσταση), αλλά σύντομα καθώς κυλούσε η βραδιά, βρήκε την καλή του διάθεση- με τη συνδρομή της Αλεξίου, που έκανε ολόκληρη παράσταση για να τον διασκεδάσει» γράφει στο βιβλίο του ο Δημήτρης Γκιώνης και συνεχίζει:
«Και κάποια στιγμή πήρε την κιθάρα κι άρχισε να τραγουδάει, όπως ξέρουν πολλοί συνθέτες να λένε τα τραγούδια τους και κανένας δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ήταν η τελευταία φορά που τον ακούγαμε να τραγουδάει. Κι έπειτα με το εγκεφαλικό στο νοσοκομείο, όπου ένα πρωινό τον βρήκα μόνο. "Μπορείτε να με βοηθήσετε να τον βάλω στο άλλο κρεβάτι για να αλλάξω τα σεντόνια;" λέει μια νοσοκόμα. Και κάνω έτσι και τον σηκώνω στην αγκαλιά μου σαν πούπουλο, τόσο είχε αδυνατίσει. Αλλά δεν είχε χάσει το χαμόγελό του. "Θα περάσει που θα πάει". Και καθώς δεν ξεχνούσε ότι ήταν πρόεδρος της Ένωσης Μουσικοσυνθετών – Στιχουργών Ελλάδας: "Γράψε κάτι για το σινάφι μας που δεν έχουμε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, τόσα λεφτά βγάζουν από μας". Δεν ήμουν μόνο ο δημοσιογράφος που τον θαύμαζε και τον περιποιόταν. Ήμουν και φίλος μια και έλαχε να τον γνωρίσω και να κάνουμε παρέα πριν αναδειχθεί ως συνθέτης. Το βράδυ της ταφής του, ο Διονύσης Σαββόπουλος και η σύζυγός του Άσπα είχαν μια καλή ιδέα να παραθέσουν ένα δείπνο στο σπίτι τους μια "μακαριά" για λίγους φίλους (την κόρη του Μάνου Μυρσίνη με τη μητέρα της Μάρω, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Γιώργο Νταλάρα με την Άννα, τη Χαρούλα Αλεξίου και τον Αχιλλέα Θεοφίλου, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Νίκο Καρούζο, τον Χρήστο Λεοντή, τον Φώντα Λάδη, τον Μανώλη Ρασούλη κ.α) Κι ήταν εκεί, μεταξύ εδεσμάτων, οίνου και λογής μνήμες για τον Μάνο, που ο Νίκος Καρούζος εκφράζοντας την πικρία αλλά και την αγανάκτηση για τη "βιασύνη" του Λοΐζου να μας αφήσει, αναφέρθηκε σε μια φυλή της Αφρικής. Όπου λέει μόλις πεθάνει κάποιος, τον κρεμάνε σε ένα δέντρο και τον δέρνουν που τους εγκατέλειψε..».
Ο Μάνος Λοΐζος έφυγε πολύ νωρίς, μόλις στα 45 του χρόνια, έμεινε όμως το έργο του και με αυτό είναι σαν να υπάρχει και ο ίδιος.
https://www.newsbeast.gr/weekend/arthro/3438158/to-telefteo-glenti-tou-manou-lo%ce%90zou

 photo signature_zpsd2a79fd8.jpg