Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2018

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για παγκοσμια ημερα ποιησησ 2018 
Η Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης εορτάζεται κάθε χρόνο στις 21 Μαρτίου. Η αρχική έμπνευσή της ανήκει στον έλληνα ποιητή Μιχαήλ Μήτρα, ο οποίος το φθινόπωρο του 1997 πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να υιοθετηθεί ο εορτασμός της ποίησης στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες, και να οριστεί συγκεκριμένη μέρα γι' αυτό.
Η εισήγησή του έφτασε με επιστολή στα χέρια του ποιητή και μελετητή της ποίησης Κώστα Στεργιόπουλου, προέδρου τότε της Εταιρείας Συγγραφέων. Η ποιήτρια Λύντια Στεφάνου πρότεινε ως ημέρα εορτασμού την 21η Μαρτίου, την ημέρα της εαρινής ισημερίας, που συνδυάζει το φως από τη μία και το σκοτάδι από την άλλη, όπως η ποίηση, που συνδυάζει το φωτεινό της πρόσωπο της αισιοδοξίας με το σκοτεινό πρόσωπο του πένθους. Η πρώτη Ημέρα Ποίησης γιορτάστηκε το 1998 στο παλιό ταχυδρομείο της πλατείας Κοτζιά. Ετοιμάστηκε με ελάχιστα έξοδα και πολλή εθελοντική δουλειά, και είχε μεγάλη επιτυχία.
Την επόμενη χρονιά ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εισηγήθηκε στο Εκτελεστικό Συμβούλιο του οργανισμού η 21η Μαρτίου να ανακηρυχθεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, όπως η 21η Ιουνίου είναι Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής. Οι Γάλλοι, οι Ιταλοί, οι Τυνήσιοι και άλλοι πρέσβεις από χώρες της Μεσογείου υποστήριξαν την εισήγηση και η ελληνική πρόταση υπερψηφίστηκε.
Τον Οκτώβριο του 1999, στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO στο Παρίσι, η 21η Μαρτίου ανακηρύχθηκε Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης. Το σκεπτικό της απόφασης ανέφερε: «Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά "Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση"».

Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης
1925 – 2005

 

Ένας από τους κορυφαίους ποιητές της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Ποιητής με πολιτική συνείδηση, φυλακίστηκε και καταδικάσθηκε σε θάνατο για τις ιδέες του και χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Το ποιητικό του έργο καθόρισε την ομάδα των στρατευμένων ποιητών της μεταπολεμικής ποίησης.

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 9 Μαρτίου του 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα.
Πήρε μέρος στην Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.
Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1942 από το περιοδικό «Πειραϊκά Γράμματα». Εκτελώντας χρέη και αρχισυντάκτη, το 1944 συνεργάστηκε με το φοιτητικό περιοδικό «Ξεκίνημα» (1944), πόλο συσπείρωσης των προοδευτικών νέων λογοτεχνών της πόλης, και το 1945 εξέδωσε με δικά του έξοδα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο «Εποχές». Αν και προχώρησε στην έκδοση μιας σειράς ποιητικών συλλογών τις επόμενες δεκαετίες, θα έπρεπε να περιμένει ως το 1979, σχεδόν 35 χρόνια μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου του, ώστε να δει να τυπώνεται η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του χωρίς δικά του έξοδα.
Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα «Αυγή», με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό «Κριτική» (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των «Δεκαοκτώ κειμένων» (1970), των «Νέων Κειμένων» και του περιοδικού «Η Συνέχεια» (1973).
Τα ποιήματα που ο Μανόλης Αναγνωστάκης άφησε πίσω του δημοσιευμένα είναι 88 και γράφτηκαν από το 1941 έως το 1971. Από το 1979 που κυκλοφόρησε ο συγκεντρωτικός τόμος των ποιημάτων του, και από το 1983 που κυκλοφόρησε ιδιωτικά το αυτοβιογραφικό σχόλιο «Y.Γ.» δεν υπήρξε καμία δημόσια παρέμβασή του.
«Στο αλλοιωμένο τοπίο της εποχής μας δεν θα ξαναγράψω», είχε ξεκαθαρίσει, γιατί «το έργο μου το ολοκλήρωσα. Επιλέγω τη σιωπή». Ίσως επειδή, όπως είχε πει σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, «η ποίηση είναι έργο της νεότητας. Χρειάζεται ενθουσιασμό, αυταπάτες, ψευδαισθήσεις. Αυτά τα έχουν οι νέοι. Όσο μεγαλώνεις, κατέχεις καλύτερα τα μέσα σου. Γίνεσαι τεχνίτης, αλλά ένα ποίημα δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να είναι καλό».
Ο Αναγνωστάκης είχε προαναγγείλει τη σιωπή του με τους στίχους:
Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες. (Στόχος, 1970)

Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ενώ μελοποιήθηκαν από συνθέτες, όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Μιχάλης Γρηγορίου, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Δημήτρης Παπαδημητρίου. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (1986) και το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας (2002), ενώ αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το πιο γνωστό του ποίημα ήταν το Μιλώ, που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι στίχοι του φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντα διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή της αυγής και λιγότερο με το λυκόφως. Η δύναμη του ποιητικού του έργου, υπερβαίνοντα τις κομματικές ταμπέλες, κατάφερε να εκφράσει την αβεβαιότητα, την αποξένωση, αλλά και τις ελπίδες μιας ολόκληρης εποχής.
Έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της 23ης Ιουνίου 2005, καταβεβλημένος από χρόνια αναπνευστικά και καρδιαγγειακά προβλήματα

Κώστας Βάρναλης

Κώστας Βάρναλης 

Κώστας Βάρναλης 
1884 – 1974
έλληνας ποιητής και πεζογράφος.
 

Νικηφόρος Βρεττάκος


Νίκος Γκάτσος

Νίκος Γκάτσος
1911 – 1992

Ποιητής, στιχουργός και μεταφραστής, ο Νίκος Γκάτσος παραμένει μία ξεχωριστή περίπτωση για τα ελληνικά γράμματα. Με μία μόνο ποιητική σύνθεση στο ενεργητικό του, την περίφημη και αξεπέραστη Αμοργό, που έγραψε μεσούσης της Κατοχής, θεωρείται ένας από τους κορυφαίους ποιητές μας.
Γεννήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου 1911, κατ' άλλους στις 30 Απριλίου 1915, στα Χάνια Φραγκόβρυσης (Κάτω Ασέα) Αρκαδίας. Τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του και το Γυμνάσιο στην Τρίπολη, όπου μυήθηκε στη λογοτεχνία και έμαθε μόνος του ξένες γλώσσες. Στη συνέχεια μετακόμισε με την οικογένειά του στην Αθήνα, όπου σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στα περιοδικά «Νέα Εστία» (1931) και «Ρυθμός» (1933). Γνώριζε ήδη αρκετά καλά Αγγλικά και Γαλλικά και είχε μελετήσει τον Παλαμά, το Σολωμό, το δημοτικό τραγούδι, όπως και τις νεωτεριστικές τάσεις της ευρωπαϊκής ποίησης.
Το 1943 κυκλοφόρησε την ποιητική του σύνθεση «Αμοργός», που προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον και του χάρισε περίοπτη θέση στο Πάνθεον των ελλήνων ποιητών. Λέγεται ότι το μακρύ αυτό ποίημα γράφτηκε μέσα σε μια νύχτα με το σύστημα της «αυτόματης γραφής», που χρησιμοποιούν οι σουρεαλιστές δημιουργοί. «Μνημειώδες έργο του νεοελληνικού ποιητικού λόγου» χαρακτήρισε την «Αμοργό» ο στενός φίλος του Μάνος Χατζιδάκις, «επειδή περιέχει βαθύτατα την ελληνική παράδοση, δεν την εκμεταλλεύεται, ενώ συγχρόνως περιέχει όλη την ευρωπαϊκή θητεία του Μεσοπολέμου». Με την «Αμοργό» κλείνει και ολοκληρώνεται ο πρώτος κύκλος του ελληνικού υπερρεαλισμού, που είχε ανοίξει με τον Νικήτα Ράντο, τον πρώιμο Ελύτη, τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο.
Από τότε έως τον θάνατό του, ο Γκάτσος δημοσίευσε μόνο τρία ποιήματα: «Ελεγείο» (1946), «Ο Ιππότης και ο θάνατος» (1947) και το «Τραγούδι του παλιού καιρού» (1963). Τη λυρική του φλέβα ο Νίκος Γκάτσος τη διοχέτευσε στους στίχους τραγουδιών, καταργώντας συχνά τα όρια ποίησης και στιχουργίας. Το έργο του είναι εντυπωσιακό σε ποσότητα και ποιότητα. Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Δήμος Μούτσης, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και άλλοι συνθέτες μελοποίησαν στίχους του, που τραγουδήθηκαν από δημοφιλείς καλλιτέχνες και έγιναν μεγάλες επιτυχίες («Αθανασία», «Της γης το χρυσάφι», «Ρεμπέτικο», «Αρχιπέλαγος», «Πήρες το μεγάλο δρόμο», «Πορνογραφία», «Λαϊκή Αγορά», «Η Μικρή Ραλλού», «Μια γλώσσα, μια πατρίδα», «Αν θυμηθείς τ' ονειρό μου», «Η νύχτα», «Στον Σείριο υπάρχουνε παιδιά», «Αντικατοπτρισμοί», «Το κατά Μάρκον», «America, America», «Χάρτινο το Φεγγαράκι», «Πάει ο καιρός» κ.ά.).
Σπουδαίο είναι και το μεταφραστικό του έργο, το οποίο δοκιμάστηκε επί σκηνής. Μετέφρασε για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα («Ματωμένος Γάμος», «Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»), Αύγουστο Στρίνμπεργκ («Ο Πατέρας»), Ευγένιο Ο' Νηλ («Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα»), Λόπε ντε Βέγκα («Φουέντε Οβεχούνα») και Τενεσί Ουίλιαμς («Λεωφορείο ο Πόθος»).
Ο Νίκος Γκάτσος πέθανε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 1992 και τάφηκε στη γενέτειρά του.

Εργογραφία

  • «Όλα τα τραγούδια» (εκδόσεις Πατάκη): Περιλαμβάνει το σύνολο των τραγουδιών του Νίκου Γκάτσου, γνωστά και ανέκδοτα.
  • «Αμοργός» (Εκδόσεις Πατάκη)
 

Γεώργιος Δροσίνης

Γεώργιος Δροσίνης
1859 – 1951

 

Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.

Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Εστία, που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά Εθνική Αγωγή και Μελέτη, καθώς και το ετήσιο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος. Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες. Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας.
Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών.
Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά Ραμπαγάς και Μη Χάνεσαι. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο Ιστοί Αράχνης, η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή Ειδύλλια.
Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του Το βοτάνι της αγάπης (1901).
Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.

Νίκος Εγγονόπουλος

Νίκος Εγγονόπουλος
1907 – 1985

Τεχνίτης του χρωστήρα και του στίχου, ένας από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907 και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού.
Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως ακροβολιστής στο 1o Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 κι εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, φοιτούσε σε Νυχτερινό Γυμνάσιο.
Από το 1930 έως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη.
Το 1939 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση. Με επιρροές από τo μεταφυσικό κόσμο του Ντε Κίρικο και την υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης προσπαθεί να εκφράσει την παγκοσμιότητα του ελληνισμού, μέσα από την πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής.
Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις κι έλαβε τις διαστάσεις φιλολογικού σκανδάλου. Μερίδα των κριτικών τον ειρωνεύτηκε, όπως και τον Εμπειρίκο άλλωστε, θεωρώντας τη γραφή του πνευματικό παιγνίδι χωρίς βαθύτερο αντίκρισμα.
Μοναδικός του υπερασπιστής υπήρξε ο επίσης υπερεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Του έγραφε: «Νικόλαε Εγγονόπουλε, σε αυτόν τον κόσμο δύο είναι τα μεγαλύτερα και πιο πολύτιμα στοιχεία, ο Έρωτας και το Σπαθί. Όλα τα άλλα έρχονται κατόπιν και τελευταίο από όλα η κριτική. Είσαι πραγματικά μεγάλος ποιητής, άσε λοιπόν οι άλλοι να λένε ότι θέλουν».
Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίσθηκε από τους Γερμανούς. Μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ' όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια.
Το 1944, με νωπές τις αναμνήσεις του πολέμου, παρουσιάζει τον «Μπολιβάρ», την κορυφαία στιγμή της ποίησής του. Μέσα από τη μορφή του Σιμόν Μπολιβάρ, του απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, ο Εγγονόπουλος δίνει το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, χωρίς τους περιορισμούς φυλής, χώρας ή εποχής. Σύμφωνα με τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό του κριτικού Ανδρέα Καραντώνη, το μακροσκελές αυτό ποίημα αποτελεί τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» της γενιάς του '30.
Το 1945 ξεκίνησε πανεπιστημιακή καριέρα στο ΕΜΠ ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής στην έδρα Ελεύθερου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης. Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του.
Το 1958 του απονεμήθηκε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Εν Ανθηρώ Ελληνι Λόγω», ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α'. Το 1979 θα του απονεμηθεί εκ νέου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες».
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδίας. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Η καλλιτεχνική δημιουργία τού Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική σουρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση ελληνικότητας.
Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έχουν μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Επιπλέον, έχουν μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αργύρη Κουνάδη και τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Βασική Εργογραφία

  • Ποιήματα (εκδόσεις «Ίκαρος»)
  • Στην κοιλάδα με τους ροδώνες (εκδόσεις «Ίκαρος»)
  • Πεζά Κείμενα (εκδόσεις «Ύψιλον»)

Δισκογραφία

  • Ο Εγγονόπουλος διαβάζει Εγγονόπουλο («Λύρα»)

 

Αντρέας Εμπειρίκος

Αποτέλεσμα εικόνας

Ανδρέας Εμπειρίκος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Ανδρέας Εμπειρίκος
Γέννηση 2 Σεπτεμβρίου 1901
Flag of Romania.svg}Βραΐλα Ρουμανία
Θάνατος 3 Αυγούστου 1975 (73 ετών)
Flag of Greece.svgΚηφισιά Αττική Ελλάδα
Εθνικότητα Έλληνας
Υπηκοότητα Ελληνική
Σπουδές Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Πανεπιστήμιο της Γενεύης
Ιδιότητα ψυχολόγος, ποιητής και συγγραφέας
Σύζυγος Μάτση Χατζηλαζάρου (1940; 1944)
Γονείς Λεωνίδας Ανδρ. Εμπειρίκος
Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 - 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής. Γεννημένος στη Μπράιλα της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1902 και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King's College του Λονδίνου. Την περίοδο 1926-1931 έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των υπερρεαλιστών και ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, κοντά στον ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Ρενέ Λαφόργκ. Το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935.
Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του '30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, πιστός στο κίνημα όσο κανένας άλλος Έλληνας συγγραφέας[1], καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο, ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική κατά την περίοδο 1935-1951. Χαρακτηρίζεται ως ένας από τους κατεξοχήν «οραματιστές ποιητές»[2], κατέχοντας περίοπτη θέση στον ελληνικό λογοτεχνικό κανόνα, παρά τη δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίστηκε αρχικά το έργο του.[3] Από το σύνολο του έργου του ξεχωρίζει η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, ως το πρώτο αμιγώς υπερρεαλιστικό κείμενο στην Ελλάδα, ενώ ανάμεσα στα πεζά έργα του διακρίνεται το τολμηρό ερωτογράφημα Ο Μέγας Ανατολικός, που προκάλεσε αντιδράσεις για την ελευθεροστομία και το ερωτικό περιεχόμενό του. Σημαντικό τμήμα του έργου του εκδόθηκε μετά τον θάνατό του.

Βιογραφία

Ο Εμπειρίκος γεννήθηκε το 1901 στη Μπράιλα της Ρουμανίας. Οι γονείς του απέκτησαν τρία ακόμη αγόρια, τον Μαρή, τον Δημοσθένη που πέθανε νέος και τον Κίμωνα. Ο πατέρας του, Λεωνίδας Ανδρ. Εμπειρίκος ήταν εφοπλιστής, γόνος παλαιάς οικογένειας ναυτικών με καταγωγή από την Άνδρο. Μαζί με τους αδελφούς του Μιχάλη και Μαρή Εμπειρίκο, υπήρξε ιδρυτής της Εθνικής Ατμοπλοΐας Ελλάδος (1909-1935), της Embiricos Brothers, της Byron Steamship Co. Ltd. καθώς και άλλων εταιρειών. Την περίοδο 1917-18 υπήρξε επίσης βουλευτής της κυβέρνησης Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργός Επισιτισμού. Η μητέρα του Ανδρέα Εμπειρίκου, Στεφανία, ήταν κόρη του Λεωνίδα Κυδωνιέως από την Άνδρο και της Ρωσίδας Σολωμονίδος Κοβαλένκο, από το Κίεβο. Το 1902 η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου και έξι χρόνια αργότερα στην Αθήνα. Την περίοδο 1912-17 φοίτησε στο γυμνάσιο της Σχολής Μακρή και στη συνέχεια υπηρέτησε τη θητεία του στο ναυτικό. Γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας, αλλά σύντομα διέκοψε τις σπουδές του και μετακόμισε στη Λωζάνη, όπου είχε εγκατασταθεί η μητέρα του μετά τον χωρισμό της από τον πατέρα του. Εκεί παρακολούθησε οικονομικά μαθήματα στο πανεπιστήμιο και έγραψε τα πρώτα του ποιήματα. Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει για τα πρώιμα ποιητικά του έργα πως «η συναισθηματική του εκτόνωση σε στίχους είχε αρχίσει τόσο πρόωρα που σε ηλικία είκοσι χρονών να διαθέτει ήδη στο ενεργητικό του ένα πλήθος ποιήματα γραμμένα πάνω στ' αχνάρια των ποιητών που κάθε φορά τον γοήτευαν περισσότερο, κατ' εξοχήν του Κωστή Παλαμά».[4] Την περίοδο 1921-25 εργάστηκε στην οικογενειακή ναυτιλιακή εταιρεία Byron Steamship Co. Ltd. του Λονδίνου και παράλληλα σπούδασε φιλοσοφία και αγγλική φιλολογία. Το 1926 ήρθε σε διάσταση με τον πατέρα του και ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου αποφάσισε να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση. Κοντά στον, Ρενέ Λαφόργκ (René Laforgue), ο οποίος υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρώτος πρόεδρος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων, έκανε προσωπική και διδακτική ανάλυση. Συνδέθηκε με αρκετούς Γάλλους ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και ο Φρουά Γουιτμάν, ο οποίος είχε ενδιαφέρον για τη μοντέρνα ποίηση και περίπου το 1929 έφερε σε επαφή τον Εμπειρίκο με την ομάδα των υπερρεαλιστών.
Ο Εμπειρίκος επέστρεψε στην Ελλάδα το 1931 και εργάστηκε για ένα διάστημα στα ναυπηγεία του πατέρα του, πριν παραιτηθεί έχοντας αποφασίσει να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία και την ψυχανάλυση. Στις 25 Ιανουαρίου του 1935 έδωσε μία ιστορικά σημαντική διάλεξη «Περί συρρεαλισμού» στη Λέσχη Καλλιτεχνών εισάγοντας ουσιαστικά τον υπερρεαλισμό στον ελληνικό χώρο. Για τον αντίκτυπό της ο Ελύτης έγραψε πως η διάλεξη έγινε «μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν».[5] Τον Μάρτιο του ίδιου έτους εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή του, με τίτλο Υψικάμινος, η οποία περιείχε 63 πεζόμορφα ποιήματα και τυπώθηκε στις εκδόσεις «Κασταλία». Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με τον Οδυσσέα Ελύτη, με τον οποίο επισκέφτηκε το σπίτι του ζωγράφου Θεόφιλου στη Μυτιλήνη. Από το 1935 άρχισε να ασκεί την ψυχανάλυση ως επάγγελμα, αναγνωρισμένος από τη Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση ως «διδάσκων ψυχαναλυτής», ενώ παράλληλα αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, συνεχίζοντας τις προσπάθειες διάδοσης και υπεράσπισης του υπερρεαλισμού. Την περίοδο 5-29 Μαρτίου του 1936 οργάνωσε στο σπίτι του «Επίδειξη σουρρεαλιστικών έργων», η οποία περιλάμβανε έργα των Μαξ Ερνστ, Όσκαρ Ντομίνγκεζ και άλλων ζωγράφων, σπάνια βιβλία, πρώτες εκδόσεις υπερρεαλιστών, τα μανιφέστα του κινήματος και φωτογραφικό υλικό. Είχε προηγηθεί μια αποτυχημένη προσπάθεια έκδοσης ενός περιοδικού εντύπου για τον υπερρεαλισμό (Ο Θίασος) μαζί με τον Ελύτη και τον Νικόλα Κάλα.[6] Το 1938 μετέφρασε κείμενα του Αντρέ Μπρετόν στο τεύχος Υπερ(ρ)εαλισμός Α΄, ενώ ποιήματα από τη συλλογή του Ενδοχώρα δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Νέα Γράμματα. Παράλληλα, έως και το 1939, πραγματοποιούσε τακτικά ταξίδια στη Γαλλία, προκειμένου να διατηρεί τις επαφές του με τους Γάλλους υπερρεαλιστές.
Σε νεαρή ηλικία ο Εμπειρίκος ενστερνίστηκε τον Μαρξισμό ενθουσιασμένος από τη Ρωσική Επανάσταση. Ο ίδιος είχε δηλώσει σχετικά ότι «παλαιότερα είχα απόλυτα προσχωρήσει στον μαρξισμόν. Είχα βαθύτατα συγκινηθεί από τη ρωσική επανάσταση κλπ».[7] Οι πρώιμες ρομαντικές απόψεις του για το μαρξισμό και την Οκτωβριανή Επανάσταση αποτυπώνονται σε έξι ποιητικά σχεδιάσματα, τα περισσότερα από τα οποία παρέμειναν ημιτελή. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα μη-υπερρεαλιστικά ποιήματά με τίτλο Κόκκινο Τραγούδι και Σκηνές μελλοντικών γεγονότων.[8] Σύντομα ο Εμπερίκος αποκήρυξε τον κομμουνισμό και η διάστασή του έγινε ακόμα μεγαλύτερη μετά από ένα αναπάντεχο γι' αυτόν γεγονός, τη σύλληψή του από τον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό, κατά τα Δεκεμβριανά, στις 31 Δεκεμβρίου. Αφότου πέρασε από ανάκριση, οδηγήθηκε μαζί με άλλους ομήρους που σχημάτιζαν φάλαγγα, στο χωριό Κρώρα, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει στη Θήβα και από εκεί να επιστρέψει στην Αθήνα.[9] Αυτή η εμπειρία ανήκει στη βάση της συγγραφής του Μέγα Ανατολικού[10] που κατά μία ερμηνεία συμβολίζει μεταξύ άλλων και την άρνηση οποιασδήποτε κρατικής μορφής κομμουνισμού.[9] H σχέση του Εμπειρίκου με την Αριστερά ανανεώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, επηρεασμένος μεταξύ άλλων από το κίνημα των μπήτνικς αλλά και της Νέας Αριστεράς στην Αμερική, με αποτέλεσμα να ξαναγίνει αριστερός, όχι όμως και κομμουνιστής.[9]
Το 1940 παντρεύτηκε την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου με την οποία χώρισε το 1944. Στο διάστημα της κατοχής ο Εμπειρίκος οργάνωνε στο σπίτι του συγκεντρώσεις φίλων λογοτεχνών, όπου διαβάζονταν αποσπάσματα των έργων τους, καθώς και άλλων νέων συγγραφέων. Αρχικά οι συναντήσεις αυτές αφορούσαν λίγους στενούς φίλους του Εμπειρίκου, ωστόσο σύντομα διευρύνθηκαν και έφθασαν να περιλαμβάνουν έναν ευρύ κύκλο καλλιτεχνών, με συμμετοχή ποιητών όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νάνος Βαλαωρίτης και άλλοι. Το 1945 άρχισε να γράφει το τολμηρό μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε τα κείμενα Ζεμφύρα ή Το μυστικό της Πασιφάης και Βεατρίκη ή Ένας έρωτας του Buffalo Bill. Δημοσίευσε επίσης ένα κείμενο για τον Νίκο Εγγονόπουλο στο περιοδικό Τετράδιο με τίτλο «Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου», ενώ τυπώθηκε και η Ενδοχώρα, από τις εκδόσεις του περιοδικού Τετράδιο. Παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1947 με τη Βιβίκα (Ευριδίκη) Ζήση και το 1948 συμμετείχε στην πρώτη ελληνική ψυχαναλυτική ομάδα με τους Γιώργο Ζαβιτζιάνο και Δημήτρη Κουρέτα. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε ο θάνατος του πατέρα του στη Γενεύη. Το 1962 μαζί με τον Ελύτη και τον Γιώργο Θεοτοκά ταξίδεψαν στην Σοβιετική Ένωση ύστερα από πρόσκληση του Συνδέσμου «ΕΣΣΔ – Ελλάς», προκειμένου να έρθουν σε επαφή με τους πνευματικούς ανθρώπους της Σοβιετικής Ένωσης και να αποκτήσουν νέα εικόνα για τα δρώμενα στη χώρα. Ο Εμπειρίκος κατέγραψε τις εμπειρίες του σε ημερολόγιο και έγραψε ποιήματα σχετικά με τη Σοβιετική Ένωση.
Το 1963 πραγματοποίησε μια ομιλία αφιερωμένη στον Νίκο Εγγονόπουλο, στην αίθουσα του Αθηναϊκού Τεχνολογικού Ινστιτούτου, με την ευκαιρία της ατομικής έκθεσης του ζωγράφου. Τον επόμενο χρόνο ολοκλήρωσε το μακροσκελές επικό ποίημα Η άσπρη φάλαινα (παραλλαγαί στο μέγα θέμα του Moby-Dick του Herman Melville), απόσπασμα του οποίου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Συντέλεια (1991), ενώ τρία χρόνια αργότερα ξεκίνησε τη συγγραφή του [Άρμαλα ή] Εισαγωγή σε μία πόλι, κείμενο που θα αποτελούσε την εισαγωγή ενός νέου μυθιστορήματος, το οποίο όμως δεν ολοκληρώθηκε. Στις 26 Ιανουαρίου 1971 έδωσε διάλεξη στο Κολλέγιο Αθηνών για τη μοντέρνα ποίηση και το 1973 μίλησε για το έργο του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τη χρονιά αυτή σημειώθηκε και ο θάνατος της μητέρας του. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος πέθανε στην Κηφισιά στις 3 Αυγούστου 1975, σε ηλικία 74 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα. Μετά τον θάνατό του, εκδόθηκε για πρώτη φορά το μυθιστόρημα Ο Μέγας Ανατολικός (1990-1992) σε οκτώ τόμους. Το 2001, με αφορμή τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού και το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τον εορτασμό του Έτους Εμπειρίκου, που συνοδεύτηκε από πολυάριθμες τιμητικές εκδηλώσεις, με σκοπό την επανεξέταση και προβολή του έργου του.

Έργο

Λογοτεχνία

Η εμφάνιση του Εμπειρίκου στα ελληνικά γράμματα έγινε το 1935, με την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Υψικάμινος, η οποία κυκλοφόρησε σε διακόσια ή διακόσια πενήντα αντίτυπα που εξαντλήθηκαν. Κατά τον ίδιο, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού προκλήθηκε διότι το έργο θεωρήθηκε «σκανδαλώδες, γραμμένα από έναν παράφρονα».[11]H Υψικάμινος έχει χαρακτηριστεί ως το πρώτο δημοσιευμένο υπερρεαλιστικό ποιητικό κείμενο στην Ελλάδα[12], το οποίο αντιπροσωπεύει την κατεξοχήν «λυρική» περίοδο του Εμπειρίκου.[13] Κατά τον ίδιο τον Εμπειρίκο υπήρξε η πρώτη πραγματική εκδήλωση και πράξη του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα.[14] Η συλλογή περιέχει 63 πεζόμορφα ποιήματα, μικρής έκτασης και χαρακτηρίζεται από την ιδιοτυπία της γλώσσας του Εμπειρίκου, με λόγιους τύπους και σχηματισμούς. Η δεύτερη ποιητική συλλογή του, Ενδοχώρα, εκδόθηκε δέκα χρόνια αργότερα, αν και η έκδοσή της είχε αναγγελθεί από το 1937. Περιέχει 112 ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1934-37 και χαρακτηρίζεται από εμφανείς διαφορές σε σύγκριση με την Υψικάμινο, τόσο στη μορφή των ποιημάτων όσο και στη «λογικότερη» χρήση της γλώσσας και τη συνακόλουθη θεματική τους καθαρότητα.[15] Χαρακτηρίζεται ακόμα ως έργο στο οποίο επιχειρείται η σύζευξη του υπερρεαλισμού με την ελληνική λαϊκή παράδοση.[16] Σε αντίθεση με την Υψικάμινο που αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία και χλευασμό από τους περισσότερους κριτικούς, η Ενδοχώρα επαινέθηκε και υπήρξε δημοφιλέστερη, ωστόσο και οι δύο συλλογές άσκησαν αποφασιστική επίδραση σε σύγχρονους λογοτέχνες, κυρίως στον Οδυσσέα Ελύτη, στον Νικόλαο Κάλα, στον Νίκο Γκάτσο και στον Νίκο Εγγονόπουλο.[17]
Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας δὲν εἶναι ἡ χαμέρπεια. Ὑπάρχουν ἀπειράκις ὡραιότερα πράγματα καὶ ἀπ' αὐτὴν τὴν ἀγαλματώδη παρουσία τοῦ περασμένου ἔπους. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀγάπη. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ ἀτελεύτητη μᾶζα μας. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ λυσιτελὴς παραδοχὴ τῆς ζωῆς μας καὶ τῆς κάθε μας εὐχῆς ἐν παντὶ τόπῳ εἰς πᾶσαν στιγμήν εἰς κάθε ἔνθερμον ἀναμόχλευσιν τῶν ὑπαρχόντων. Σκοπὸς τῆς ζωῆς μας εἶναι τὸ σεσημασμένον δέρας τῆς ὑπάρξεώς μας.
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Τριαντάφυλλα στο παράθυρο», από την Υψικάμινο (1935)
Το 1960 τυπώθηκαν τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία, έργο που από τον τίτλο του μαρτυρά τον μυθοποιητικό χαρακτήρα του. Γράφτηκε κατά τη δεκαετία 1936-46 και ορισμένα αποσπάσματά του δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Νέα Γράμματα πριν την έκδοση του. Αποτελείται από τρεις ενότητες που τιτλοφορούνται Μυθιστορίαι, Τα γεγονότα και εγώ και Πρόσωπα και Έπη αντίστοιχα, περιέχοντας αφηγηματικά κείμενα σχετιζόμενα περισσότερο με τον πεζό λόγο. Οι μυθιστορίες ανακαλούν το ρομάντζο των ελληνιστικών χρόνων και το ερωτικό ιπποτικό μυθιστόρημα των Βυζαντινών, ενώ η δεύτερη ενότητα της συλλογής αποτελείται από μυθοποιημένες ιστορίες με κεντρικό πρωταγωνιστή ή αφηγητή τον συγγραφέα τους. Στη μεγαλύτερη σε έκταση ενότητα Πρόσωπα και Έπη, οι εξιστορήσεις επικεντρώνονται γύρω από ιστορικά πρόσωπα ή μυθολογικά θέματα, μαρτυρώντας τη στροφή του Εμπειρίκου στην ελληνική παράδοση και λογοτεχνία.
Εκδοτικά μεταγενέστερο των Γραπτών υπήρξε το πρώτο μεγάλο αφηγηματικό κείμενο του Εμπειρίκου, με τίτλο Αργώ ή Πλους αεροστάτου. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1964-5, στο περιοδικό Πάλι και μεταφράστηκε τον ίδιο χρόνο από τον Μισέλ Σονιέ (Michel Saunier) στο γαλλικό περιοδικό Mercure de France. Η έκδοση του συνέβη με σημαντική καθυστέρηση το 1980. Η συγγραφή της Αργώς τοποθετείται πριν τη συλλογή των Γραπτών ή τουλάχιστον παράλληλα με αυτή. Το έργο πραγματεύεται δύο παράλληλες ερωτικές ιστορίες και φέρει πιο καθαρά δείγματα της μεταγενέστερης πορείας που ακολούθησε ο Εμπειρίκος, σε ό,τι αφορά την διακήρυξη ενός κοσμικού και ιδεολογικού συστήματος για τη δημιουργία ενός ελεύθερου, αταξικού και ερωτικά απελευθερωμένου κόσμου.[18] Η ποιητική συλλογή Οκτάνα εκφράζει επίσης ένα συγκροτημένο φιλοσοφικό και κοσμικό σύστημα, πραγματευόμενη τον έρωτα, τον θάνατο και το όραμα ενός νέου κόσμου ως βασικά θέματα. Αποτελείται από 31 πεζά κείμενα, λυρικής διάθεσης, τα οποία καλύπτουν μία μεγάλη χρονική περίοδο, γραμμένα από το 1942 μέχρι το 1965. Στο κείμενο της συλλογής με τίτλο Όχι Μπραζίλια μα Οκτάνα (1965), ο Εμπειρίκος αναφέρεται στη δημιουργία μίας νέας πόλης που θα ονομαστεί Οκτάνα, συνοψίζοντας τις αρχές μιας «ερωτικής, φροϋδικής φιλοσοφίας, επικεντρωμένης στη σεξουαλική επιθυμία» και με προτεραιότητα στην καθαρά πνευματική λειτουργία της ποίησης.[19] Η Οκτάνα έχει χαρακτηριστεί ως η υπέρτατη διακήρυξη του Εμπειρίκου και οριακό πιστεύω του[20], ενώ όπως ο ίδιος ο Εμπειρίκος τονίζει, αποτελεί μια ουτοπική παγκόσμια πολιτεία «ὄχι πολιτικῆς μὰ ψυχικῆς ἑνότητος μὲ ἀνέπαφες τὶς πνευματικὲς καὶ ἐθνικὲς ἰδιομορφίες ἑκάστης ἐθνικῆς ὁλότητος, εἰς μίαν πλήρη καὶ ἀρραγὴ ἀδελφοσύνη ἐθνῶν, λαῶν καὶ ἀτόμων, μὲ πλήρη σεβασμὸ ἑκάστου».[21] Στην ίδια συλλογή περιέχονται τέσσερα πεζά ποιήματα, γραμμένα την περίοδο 1963-64, με αναφορές σε ποιητές της μπητ γενιάς, που φανερώνουν την ιδεολογική του συγγένεια με τα ειρηνιστικά αλλά και αναρχικά κηρύγματά της.[22] Στο ποίημα Οι Μπεάτοι ή της μή συμμορφώσεως οι Άγιοι, ο Εμπειρίκος αναφέρεται εκτενώς σε λογοτεχνικούς ομοϊδεάτες του ή άλλες μορφές που του άσκησαν επίδραση, περιλαμβάνοντας μεταξύ άλλων τους Τζακ Κέρουακ, Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Έντγκαρ Άλλαν Πόε, Σίγκμουντ Φρόυντ, Καρλ Μαρξ, Χένρυ Μίλλερ, Φρίντριχ Νίτσε, Βικτόρ Ουγκώ, Άγγελο Σικελιανό, Βλαντίμιρ Λένιν και Κωνσταντίνο Π. Καβάφη. Ο τίτλος αποτελεί ταυτόχρονη αναφορά στους ποιητές μπητ (beat), αλλά και στο λατινικό beati (=ευλογημένοι, μακάριοι).
Το 1984 εκδόθηκε η ποιητική συλλογή Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη μίας συλλογής με τον τίτλο Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες δόθηκαν για πρώτη φορά στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Τραμ (1976), όπου δημοσιεύτηκε το ποίημα της συλλογής με τίτλο Στο φως της πανηγυρικής αυτής ημέρας, χρονολογημένο το 1966. Ποιήματα από την ίδια συλλογή δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά το 1965 στο περιοδικό Πάλι (τεύχος 5, σελ. 336-342). Θεωρείται πως η συλλογή συγκροτήθηκε την περίοδο 1965-72, χωρίς όμως να εγκαταλείψει ο Εμπειρίκος το χειρόγραφό του μέχρι το τέλος της ζωής του.[23] H μορφή και η θεματολογία του έργου βρίσκεται πλησιέστερα σε εκείνες της Ενδοχώρας. Το μοναδικό μυθιστόρημα του Ανδρέα Εμπειρίκου, το οκτάτομο έργο Ο Μέγας Ανατολικός, δημοσιεύτηκε την περίοδο 1990-92 και συνιστά ένα από τα πλέον τολμηρά και ογκώδη μυθιστορήματα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας. Ο Εμπειρίκος επεξεργάστηκε το έργο από το 1945 σχεδόν μέχρι το τέλος της ζωής του, αν και ελάχιστες μαρτυρίες για αυτό ή αποσπάσματά του εμφανίστηκαν δημόσια μέχρι την έκδοσή του. Χαρακτηρίστηκε ως το μείζον έργο του και έγινε αποδεκτό με άκρατο ενθουσιασμό ή βίαιη επίκριση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εξαιτίας της ελευθεροστομίας του και του ερωτικού περιεχομένου του.
Ἡ μέθη τῶν κυμάτων εἶναι μήνυμα
Ποὺ πάει ὁ ποντοπόρος στὴν καλή του
Γαλήνια νύχτα τὸ βελοῦδο τῆς σιγῆς
Μέσα στ' ἀστέρια ποὺ κυλοῦν στὴν πρύμη
Γιὰ τὸ ταξείδι τῶν ἱστῶν γιὰ τὸ ταξείδι τῶν ἁρμάτων
Ἀρματωσιᾶς μιᾶς σκούνας ἠνιόχου
Τεθρίππου βαίνοντος πρὸς τὴν χαρὰ
Καταυλισμῶν ἀτσίγγανων μὲ κοριτσάκια
Πιὸ θελκτικὰ κι' ἀπὸ τὰ μάτια τους
Ὅταν σκιρτοῦν στὴν πάχνη τῆς πρωίας.
Ανδρέας Εμπειρίκος, «Ως έργον ατελεύτητο», από την Ενδοχώρα (1945)
Το 1995, με αφορμή τα είκοσι χρόνια από τον θάνατό του, εκδόθηκε αυτοτελώς το ποίημα Ες-ες-ες-ερ Ρωσία, το οποίο αποτελεί ένα είδος χρονικού της επίσκεψης του στη Ρωσία, το Δεκέμβριο του 1962. Το ποίημα είναι αξιοσημείωτο ως πηγή αυτοβιογραφικών στοιχείων, πολιτικό σχόλιο της εποχής στην οποία γράφτηκε, αλλά και ως ιστορικό ντοκουμέντο.[24] Το 1998 εκδόθηκε το πεζό Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, έργο που εντάσσεται στα πλαίσια μίας ανέκδοτης τριλογίας του Εμπειρίκου με τίτλο Τα Χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων, στην οποία περιλαμβάνονται η Αργώ ή Πλους αεροστάτου και το πεζό Βεατρίκη ή Ο Έρωτας του Buffalo Bill. Η συγγραφή της Ζεμφύρας ολοκληρώθηκε στις 15 Ιουνίου του 1945, όπως δηλώνεται στο τέλος του έργου, δεν γνωρίζουμε όμως πότε άρχισε. Μαζί με την Αργώ θεωρείται «δορυφόρος» του Μεγάλου Ανατολικού, μεταφέροντας σε σμίκρυνση τη μεγάλη τοιχογραφία του τελευταίου[25], αν και ως κείμενα διατηρούν την ανεξαρτησία τους, διαθέτοντας πρωτότυπα θέματα. Η Ζεμφύρα πραγματεύεται τον έρωτα ενός λιονταριού και της θηριοδαμάστριάς του, θέμα που μπορεί να ανιχνευτεί για πρώτη φορά στο ποίημα Λέοντες ωρυόμενοι επί στήθους παρθένου της Υψικαμίνου.[26] Ο ελληνικός μύθος της Πασιφάης, που υπήρξε βασίλισσα της Κρήτης και μητέρα του Μινώταυρου, απασχόλησε ελάχιστα τους νεότερους Έλληνες ποιητές, ωστόσο ο Εμπειρίκος τον συνέδεσε με το κεντρικό θέμα του έργου του, που αφορά στον παρά φύση έρωτα της Ζεμφύρας.
Το 2004 και 2006 ανακαλύφθηκε το χαμένο προπολεμικό αρχείο του Εμπειρίκου, το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφίες και επιστολές, μία εκδοχή της Ενδοχώρας και των Γραπτών, την μοναδική σωζώμενη, δακτυλόγραφη μορφή της Υψικαμίνου, το κείμενο της περίφημης διάλεξης Περί Σουρρεαλισμού, αλλά και τα πρό του 1935 ποιήματα, τα οποία συγκροτούν μία συλλογή με τίτλο Προϊστορία ή Καταγωγή. Το τελευταίο εύρημα φέρει ειδικό βάρος, διότι μαζί με τις επιστολές φανερώνει τις παλαμικές και ψυχαρικές επιρροές του Εμπειρίκου και τις πρώιμες απόψεις του πάνω στην γλώσσα και την ποίηση προ της σύνδεσής του με το υπερρρεαλιστικό κίνημα.

Ψυχανάλυση

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος υπήρξε ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής, που εξάσκησε την ψυχανάλυση κατά την περίοδο 1935-50[27], σε μία εποχή απαξίας της εκ μέρους της ελληνικής διανόησης[28] με μοναδική εξαίρεση τον Άγγελο Κατακουζηνό, τον περίφημο νευρολόγο-ψυχίατρο που τον υποστήριξε θερμά. Υπήρξε επίσης ο πρώτος Έλληνας ψυχαναλυτής που αναγνωρίστηκε από τη Γαλλική Ψυχαναλυτική Εταιρεία, και κατ' επέκταση από την Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, ως «διδάσκων ψυχαναλυτής».[29] Μαζί με τον ψυχαναλυτή και ιδρυτή της ισπανόφωνης υπερρεαλιστικής ομάδας, Άλντο Πελεγκρίνι (1903-73), αποτελούν μοναδικές περιπτώσεις εισηγητών της ψυχανάλυσης και υπερρεαλιστικών ομάδων ταυτόχρονα.
H ενασχόλησή του Εμπειρίκου με την ψυχανάλυση ξεκίνησε την περίοδο των σπουδών του στη Γαλλία, κατά την οποία συνδέθηκε με τον Ρενέ Λαφόργκ, έναν από τους ιδρυτές της γαλλικής ψυχανάλυσης. Αναλύθηκε τρία χρόνια στον Λαφόργκ και ήρθε σε επαφή με πολλούς Γάλλους ψυχαναλυτές.[11] Ως εισηγητής της ψυχανάλυσης στην Ελλάδα, ξεκίνησε να την εξασκεί το 1935 στην Αθήνα, σχηματίζοντας μαζί με τους ψυχιάτρους Δημήτριο Κουρέτα και Γεώργιο Ζαβιτζιάνο μία μικρή ομάδα ενδιαφερόμενων, σε άμεση επαφή και συνεργασία με την Μαρία Βοναπάρτη, η οποία, όπως σημειώνει ο Εμπειρίκος συμμετείχε στους «αγώνες των πρώτων ορθοδόξων Ελλήνων ψυχαναλυτών».[30] Στις πρώτες προσπάθειες της ομάδας συμμετείχε επίσης ο γλωσσολόγος Μανόλης Τριανταφυλλίδης[28], αν και μόνο ο Εμπειρίκος πρότεινε τυπικές ψυχαναλύσεις ενηλίκων νευρωτικών, για τις οποίες, καθώς φαίνεται, δεν είχε αλληλεπίδραση με κανέναν άλλο ειδικό στην Ελλάδα. Παράλληλα, ενημερωνόταν μέσα από τη διεθνή βιβλιογραφία, διατηρώντας επαφή με Γάλλους ψυχαναλυτές και ταξιδεύοντας συστηματικά στο Παρίσι για επαγγελματικούς σκοπούς.[28] Το 1949 συμμετείχε επίσης στο πρώτο συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας στη Ζυρίχη. Ο πρώτος πυρήνας των Ελλήνων ψυχαναλυτών έτυχε εν γένει ευνοϊκής μεταχείρισης από την Ψυχαναλυτική Εταιρεία του Παρισιού και το 1950 οι Εμπειρίκος, Ζαβιτζιάνος και Κουρέτας έγιναν μέλη της. Για το σκοπό αυτό, ο Εμπειρίκος έγραψε, ως όφειλε, την πολυσέλιδη κλινική μονογραφία, με τίτλο Μία περίπτωσις ιδεοψυχαναγκαστικής νευρώσεως με πρόωρες εκσπερματώσεις, η οποία δημοσιεύτηκε στη Γαλλική Ψυχαναλυτική Επιθεώρηση (πρωτότυπος τίτλος: Un cas de névrose obsessionnelle avec éjaculations précoces, Revue Française de Psychanalyse, τόμ. XIV, αρ. 3, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 1950, σσ. 331-366) και αποτελεί μία πλήρη περιγραφή της θεραπείας ενός αρρώστου που ψυχαναλύθηκε από τον Εμπειρίκο. Για τη συνολική προσφορά του στην ψυχανάλυση, αναφέρεται πως «κατά τον Ζακ Λακάν υπήρξε πρωτοπόρος στην ανάλυση των νευρώσεων»[31], ενώ κατά τον Γ. Ζαβιτζιάνο διέκρινε ότι «οπισθοδρόμηση στο ναρκισσιστικό στάδιο δεν σημαίνει ότι πρόκειται αναμφισβήτητα περί σχιζοφρένειας», υποδιαιρώντας την άποψη της ναρκισσιστική νευρώσεως.[32] O Εμπειρίκος διέκοψε την πρακτική της ψυχανάλυσης τον Απρίλιο του 1951 υπό το φόβο πως θα δεχόταν μήνυση, καθώς δεν διέθετε άδεια ασκήσεως ιατρικού επαγγέλματος.[33] Συνέχισε να αποτελεί μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '60.

Φωτογραφία

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ασχολήθηκε συστηματικά με τη φωτογραφία, φέρνοντας, κατά τον Ελύτη, εις πέρας το έργο του «με τη δεξιοτεχνία και την επιμονή μανιακού».[34] Ως «μανιώδη φωτογράφο» τον χαρακτήρισε επίσης ο φίλος του, Δ. Ι. Πολέμης[35]. Κατά τον γιο του, Λεωνίδα Εμπειρίκο, «κυκλοφορούσε πάντα με [φωτογραφική] μηχανή, συχνά με δύο, ενίοτε και με τρεις».[36] Το φωτογραφικό του έργο είναι εξαιρετικά πλούσιο, πολύμορφο και ποιοτικά άνισο. Χρονολογείται από το 1919, όταν σε ηλικία δεκαοκτώ ετών εμφάνισε τις πρώτες φωτογραφίες του, ως επί το πλείστον οικογενειακές, αν και για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμενε άγνωστο. Χωρίζεται συνήθως σε τρεις κατηγορίες που περιλαμβάνουν τις φωτογραφίες της προπολεμικής περιόδου, της μεταπολεμικής καθώς και μία σειρά φωτογραφιών του γιου του, από το 1957 έως το 1974. Τα θέματα που απεικόνισε είναι μεικτά και περιλαμβάνουν αναμνηστικές φωτογραφίες, τοπία στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σκηνές δρόμου (κυρίως από το Παρίσι και το Λονδίνο), προσωπογραφίες οικείων προσώπων, γυμνά, νεκρές φύσεις καθώς και άλλες φωτογραφίες υπερρεαλιστικού χαρακτήρα. Ιδιαίτερη θέση κατέχουν επίσης οι φωτογραφίες μικρών κοριτσιών, αποκαλούμενα συχνά στο έργο του ως παιδίσκες. Οι περισσότερες από αυτές είναι τραβηγμένες ευκαιριακά, στο δρόμο, ενώ ορισμένες είναι αποτέλεσμα πιο εντατικής φωτογράφισης[37] και μπορούν να συγκριθούν με τις αντίστοιχες δημιουργίες του Λιούις Κάρολ.
Το 1955 οργάνωσε μία ατομική έκθεση, στην αίθουσα «Ιλισσός», η οποία διήρκεσε από τις 22 Ιανουαρίου έως τις 12 Φεβρουαρίου. Αυτή υπήρξε η μοναδική δημόσια παρουσίαση φωτογραφιών του, ενόσω ήταν εν ζωή, κατά την οποία εκτέθηκαν περίπου 210 ασπρόμαυρα έργα, τα περισσότερα από τα οποία προσφέρονταν προς πώληση.[38] Ο Εμπειρίκος έδειξε ισχυρό ενδιαφέρον για τις τεχνικές εξελίξεις στη φωτογραφία, ενώ θεωρείται επίσης πιθανό πως εξέφραζε παράλληλα και ένα ειδικότερο θεωρητικό ενδιαφέρον. Ήταν κάτοχος αξιόλογου εξοπλισμού, μεταχειριζόμενος μεγάλο αριθμό φωτογραφικών μηχανών, ωστόσο παρά την επιθυμία του να οργανώσει ένα σκοτεινό θάλαμο για ιδιωτική χρήση, τελικά δεν τα κατάφερε, πιθανώς λόγω έλλειψης κατάλληλου χώρου. Από το 1951, τις εκτυπώσεις των φωτογραφιών του αναλάμβανε ένα επαγγελματικό εργαστήριο, συνήθως κατόπιν λεπτομερών οδηγιών του Εμπειρίκου.

Κριτική και αποτίμηση

Ο Εμπειρίκος, όπως και συνολικά ο ελληνικός υπερρεαλισμός, αντιμετώπισε για μεγάλο χρονικό διάστημα, ειδικότερα τη δεκαετία 1935-45, σκληρή κριτική, συχνά στα όρια του χλευασμού. H έκδοση της Υψικαμίνου συνοδεύτηκε από σύντομες αναφορές στον τύπο της εποχής, πολλές από τις οποίες βρίσκονταν στα όρια της ειρωνείας. Ο Στράτης Μυριβήλης, στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, το περιέγραψε ως εύθυμο και πολύτιμο βιβλίο τέρψεως για οικογενειακές συναναστροφές[39], ενώ αργότερα υπήρξε περισσότερο ειρωνικός στην κριτική του. Μέσα από την Υψικάμινο, ο Κώστας Ουράνης αναγνώρισε στο πρόσωπο του Εμπειρίκου τον «πρώτο και μοναδικό αντιπρόσωπο του σουρρεαλισμού στην Ελλάδα», αναγνωρίζοντας όμως στο έργο του, την «παγερή λαμπρότητα του στείρου και του ανωφελούς».[39] Ένα χρόνο αργότερα, ο Κωστής Μπαστιάς αναφέρθηκε στο «μοναδικό λεκτικό πλούτο» και κάποια «φραστική μυστικότητα» του έργου».[40] Συνολικά, η Υψικάμινος αντιμετωπίστηκε λιγότερο ως ποιητικό γεγονός και περισσότερο ως παραδοξολογία που παραμελήθηκε και σχεδόν χλευάστηκε.[41] Ο ίδιος ο Εμπειρίκος, στο κριτικό του κείμενο Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν εκφράστηκε αρνητικά απέναντι στους κριτικούς, ομολογώντας πως δεν έτρεφε συμπάθεια απέναντί τους.[42] Μεγάλο μέρος της πρώιμης κριτικής που του ασκήθηκε ήταν συνυφασμένη με την αμήχανη και επιφυλακτική στάση απέναντι στο ίδιο το κίνημα του υπερρεαλισμού. Ο Εμπειρίκος σχολίασε τη στάση αυτή, αναφερόμενος το 1939 σε επιφυλάξεις «χαρακτηριστικές της λιποψυχίας των κριτικών για όσα αποτελούν τη σπονδυλική στήλη και την ουσία της [υπερρεαλιστικής] θεωρίας», θεωρώντας πως οι περισσότεροι δεν κατανόησαν το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον υπερρεαλισμό.[43]
Η στερεότητα και σφριγηλότητα του εμπειρίκειου ύφους, το ποσοστό της θετικότητας που περιέχει, μια ενέργεια και δομή που ξεπερνάει τα όρια του ελληνοκεντρισμού κι απλώνει την υποβλητικότητά της στην υφήλιο, πλησιάζει τον τόνο και τον δραστήριο και εικονοβριθή λυρισμό του Απολλιναίρ, με το έντονα συγκινησιακό του στοιχείο, και με ρυθμούς πρωτάκουστους στην ελληνική γλώσσα.
Νάνος Βαλαωρίτης, Ανδρέας Εμπειρίκος (1989)
Η έκδοση της Ενδοχώρας το 1946, συνοδεύτηκε από περισσότερο ευμενείς κριτικές παρουσιάσεις, όπως του λογοτέχνη Αντρέα Καραντώνη, του Ασημάκη Πανσέληνου και του Αιμιλίου Χουρμούζιου. Ο πρώτος χαρακτήρισε τον Εμπειρίκο ως τον πιο ολοκληρωμένο σύγχρονο διονυσιακό ποιητή, συγκρίνοντάς τον με την περίπτωση του Άγγελου Σικελιανού και επισημαίνοντας ειδικότερα πως αντικατέστησε τον μυθολογικό αρχαϊσμό του με την ρεαλιστική παρουσία του φροϋδικού πανερωτισμού.[44] Ανάλογη κριτική άσκησε αργότερα και ο Νάνος Βαλαωρίτης, συνδέοντας το έργο του Εμπειρίκου με εκείνο του Σικελιανού, ως προς τις συγκεκριμένες ιδεολογίες που ο καθένας προέβαλε στο έργο του – ο Σικελιανός τον μυστικισμό και ο Εμπειρίκος τον υπερρεαλισμό – κατατάσσοντας τους στο «διονυσιακό» τομέα της ποίησης.[45] Ο Καραντώνης αναφέρθηκε επίσης στον «γλωσσικό εξωτισμό» του Εμπειρίκου, τον οποίο παρουσίασε ως έναν από τους νεοτεριστές της ελληνικής ποίησης. Στο ίδιο πνεύμα, ο Πανσέληνος αναγνώρισε στην Ενδοχώρα αρετές όπως ο λυρισμός της, η εντέλεια στην έκφραση και η ελληνικότητά της, απορρίπτοντας συγχρόνως την ερμητικότητα, τον ατομισμό και τον λογιωτατισμό της, κατατάσσοντας τη συλλογή στην «ποίηση της παρακμής».[39] Ο Χουρμούζιος αναγνώρισε, με τη σειρά του, τους λυρικούς εκφραστικούς τρόπους του Εμπειρίκου, άρρηκτα συνδεδεμένους με το διονυσιακό ή βακχικό στοιχείο, καλώντας τον ωστόσο να αποστατήσει από το ποιητικό του ιδεώδες[46]. Η Ενδοχώρα κατέχει ιδιαίτερη θέση ακόμα και για τους νεότερους κριτικούς, έχοντας χαρακτηριστεί ως το υψηλότερο σημείο της ποιητικής παραγωγής του Εμπειρίκου, περιέχοντας τα αρτιότερα και περισσότερο ολοκληρωμένα ποιήματα.[47]
Για μεγάλο διάστημα, το ποιητικό έργο του Εμπειρίκου αγνοήθηκε, όχι μόνο στους ελληνικούς λογοτεχνικούς κύκλους, αλλά και στους κύκλους των υπερρεαλιστών εκτός Ελλάδας, όπου παρέμεινε πρακτικά άγνωστο.[48] Σημαντική συμβολή στην αποδοχή του είχε η συμφιλίωση της «συντηρητικής» κριτικής με τον υπερρεαλισμό – με σημείο αναφοράς το άρθρο του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου «Συμφιλίωση με τον συρρεαλισμό» (1938) – η οποία ευνοήθηκε επίσης από τα μετριοπαθή δείγματα γραφής του ελληνικού υπερρεαλισμού, όπως επιχειρήθηκε να πραγματωθεί με τη συνεισφορά άλλων λογοτεχνών, όπως του Ελύτη με τις συλλογές Προσανατολισμοί και Σποράδες, του Νίκου Γκάτσου με την Αμοργό, αλλά και την Ενδοχώρα του ίδιου του Εμπειρίκου, που θεωρήθηκε πως απομακρυνόταν από τον «ακραίο» υπερρεαλισμό της Υψικαμίνου. Μετά τον θάνατο του Εμπειρίκου η αποδοχή του έργου του έγινε σχεδόν καθολική[49], και ο ίδιος θεωρήθηκε μία από τις μείζονες παρουσίες στη νεοελληνική ποίηση, χωρίς ωστόσο να τύχει ανάλογης αναγνώρισης με άλλους ποιητές της Γενιάς του '30, όπως ο Γιώργος Σεφέρης ή ο Οδυσσέας Ελύτης. Η νεότερη κριτική τοποθέτησε τον Εμπειρίκο στην κορυφή της ιεραρχίας του ελληνικού υπερρεαλισμού, χωρίς ωστόσο να θεωρούνται πλήρως δεδομένοι οι δεσμοί του με τις προγραμματικές αρχές του υπερρεαλισμού.[49]
Αν και ο Εμπειρίκος δεν επιχείρησε να διευκολύνει την κατανόηση του έργου του ή να το εξηγήσει μέσα από θεωρητικά κείμενα, για τη μέθοδο που ακολούθησε και τους βασικούς άξονες της ποιητικής του, σημαντικές πληροφορίες αντλούνται από το κείμενο που έγραψε αντί προλόγου στα Γραπτά, με τίτλο Αμούρ-Αμούρ. Στο προλογικό αυτό κείμενο, ο Εμπειρίκος εκθέτει ουσιαστικά την υπερρεαλιστική τεχνική που ο ίδιος αφομοίωσε, στην προσπάθειά του να συμπεριλάβει στα ποιήματά του όλα τα στοιχεία που στην καθιερωμένη ποίηση αποκλείονται,[50] δηλώνοντας παράλληλα πως βοηθήθηκε στην ταχεία κατανόηση του υπερρεαλισμού από τις ψυχαναλυτικές γνώσεις του και τη φιλοσοφία του Φρίντριχ Ένγκελς. Αν και χρησιμοποίησε την αυτόματη γραφή, δεν περιορίστηκε σε αυτή. Υπό την έννοια της αυστηρής εφαρμογής του υπερρεαλιστικού αυτοματισμού, ο Εμπείρικος δεν θεωρούσε πως τα έργα του, πέραν μίας ημερομηνίας, ήταν υπερρεαλιστικά, ωστόσο κατά τον ίδιο, εξακολούθησε να διατηρεί ένα σύνδεσμο με τον υπερρεαλισμό μέσα από μία ελεγχόμενη – όχι απαραίτητα λογική – χρήση της γλώσσας.[51] Ολόκληρο το λογοτεχνικό έργο του θεωρείται άρρηκτα συνδεδεμένο με την κλασική, φροϋδική προοπτική της ψυχαναλυτικής πρακτικής, ενώ κατά τον ίδιο τον Εμπειρίκο, ο υπερρεαλισμός αποτελούσε την εφαρμογή της ψυχανάλυσης στην τέχνη.[52] Σύμφωνα με τον Ελύτη, στον βαθμό που εφάρμοσε τον αυτοματισμό, ο Εμπειρίκος το επιχείρησε όχι τόσο για να «αφεθεί στη ροή του ασυνειδήτου, όσο για να θέσει υπό αμφισβήτηση θεμελιακούς νόμους της λειτουργίας μας», ώστε τοποθετώντας σε ίση μοίρα το λογικό και το παράλογο, να εξαλείψει «τις διακρίσεις που ανέκαθεν στήριξαν την Ελληνο-Δυτική διανόηση».[53] Κατά τον Δ. Ν. Μαρωνίτη, οι πέντε συστατικοί-γραμματικοί χαρακτήρες της ποιητικής του Εμπειρίκου είναι η χρήση της κλητικής προσφώνησης, η θριαμβική κατάληξη του ποιήματος, η διδακτική ή διατακτική προστακτική, το θαυμαστικό επίθετο και η επαναφορά της ίδιας λέξης ή έκφρασης[54]. Το μεγαλύτερο μέρος του ώριμου έργου του είναι γραμμένο σε πεζό λόγο, ωστόσο θεωρείται δύσκολη η διάκριση των κειμένων του σε ποιητικά ή πεζά. Κατά τον Ρόντερικ Μπήτον, η «σταυροφορική αισιοδοξία» που διαπνέει το ύστερο έργο του Εμπειρίκου, σε συνδυασμό με μία «οιονεί θρησκευτική αναζήτηση της σωτηρίας με τη βοήθεια του γραπτού λόγου», είναι καθοριστικά στοιχεία για την κατάταξή του στο χώρο της μεταπολεμικής ποίησης, δίπλα στις μεγάλες ποιητικές συνθέσεις των κορυφαίων ποιητών της γενιάς του '30.[1]
Σε αντιστάθμισμα, η ιδιάζουσα καθαρεύουσα που μεταχειρίζεται και ο ενδυματολογικός εξωτισμός των ηρώων του συντίθενται με τόσον έξοχον τρόπο που θυμίζουν τις καλύτερες επιτυχίες της χαρτοκολλητικής του Μαξ Ερνστ.
Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο (1979)
Η γλώσσα της ποιητικής του Εμπειρίκου αποτέλεσε επίσης στοιχείο κριτικής ανάλυσης. Ο ίδιος αναφερόταν στη χρήση της καθαρεύουσας ως μία φυσική συνέπεια της εκπαίδευσής του, θεωρώντας τα εκφραστικά του μέσα στη δημοτική ως ακαδημαϊκά και «ψεύτικα».[51] Κατά τον Ελύτη, η καθαρεύουσα προσφερόταν ως μέσο που τον διευκόλυνε να συμπαραθέτει εκφραστικούς τύπους διαφορετικών στρωμάτων και προελεύσεων.[55] Σύμφωνα με τον Γκυ Σωνιέ, η φωνητική και η μορφολογία του Εμπειρίκου είναι πολύ συχνά λόγιες, ωστόσο η βάση της σύνταξής του είναι σαφώς δημοτική.[56] H λεξιπλαστική ικανότητά του έχει επίσης τονιστεί, ειδικότερα η τάση του να χρησιμοποιεί δημοτικές καταλήξεις σε λόγιες λέξεις, πλάθοντας επίσης λόγιες λέξεις πάνω σε λαϊκές ρίζες ή ακόμα και βωμολοχίες.[57] Η «μεικτή» γλώσσα του Εμπειρίκου επιτρέπει κατά συνέπεια την αξιοποίηση του πλούτου της νεοελληνικής γλώσσας, πέραν των ορίων δημοτικής και καθαρεύουσας[58], θέτοντας στην υπηρεσία της εκφραστικότητας την ελεύθερη χρήση όλων των δυνατοτήτων της[59]. Όπως σημειώνει ο Δ. Ν. Μαρωνίτης, η επιλεκτική καθαρεύουσα του Εμπειρίκου κατοχυρώνει τον κηρυγματικό τόνο των ποιημάτων του, καθώς του προσφέρει άφθονα τεχνήματα ρητορικής πειθούς, έτσι ώστε ο ιδεολογικός οίστρος του ποιητή να μεταφράζεται σε γλωσσικό οίστρο.[60]
Ορισμένοι μελετητές του έργου του έχουν επισημάνει τη χρήση αναγραμματισμών[61][62], ενώ ως ιδιαίτερα δυσεπίλυτοι αναγραμματισμοί θεωρούνται όσοι εμφανίζονται στο ποίημα Η νήσος των Ροβινσώνων, που περικλείεται στη συλλογή Οκτάνα.[63] Χρήση αναγραμματισμών θεωρείται πως γίνεται επίσης στο ποίημα Οι χαρταετοί (Οκτάνα)[64], στο «Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα», από το ποίημα Στροφές Στροφάλων της Ενδοχώρας[65], καθώς και στα ποιήματα «Τορανίνα Εχμπατομβία» (Υψικάμινος) και «Μεγαμπέρχα» (Ενδοχώρα)[66].

Εργογραφία

Ποιήματα και πεζά

Έργα που δημοσιεύθηκαν πλήρως ή τμηματικά κατά τη διάρκεια της ζωής του Ανδρέα Εμπειρίκου (χρονολογική σειρά με βάση την πρώτη τους πλήρη δημοσίευση σε βιβλίο).
  • Υψικάμινος («Κασταλία» 1935, «Γαλαξίας» 1962, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)
  • Ενδοχώρα (1934-1937) («Το Τετράδιο» 1945, «Γαλαξίας» 1962, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)
  • Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία (1936-1946) («Δίφρος» 1960, «Πλειάς» 1974, «Άγρα» 1980)
  • Οκτάνα («Ίκαρος» 1980· γράφεται μεταξύ 1958-1965)[67]
  • Aι γενεαί πάσαι ή Η σήμερον ως αύριον και ως χθες («Άγρα» 1984· συγκροτείται μεταξύ 1965-1971)
  • Ο Μέγας Ανατολικός (Αποσπάσματα του 52ου κεφαλαίου: Περ. ΠΑΛΙ 1966, πλήρης έκδοση σε οκτώ τόμους: «Άγρα» 1990-1992 και Ανθολόγιον: «Άγρα» 2011· η συγγραφή και επεξεργασία του έργου διήρκεσε από το 1945 μέχρι σχεδόν το τέλος της ζωής του Εμπειρίκου)
  • Τα χαϊμαλιά του έρωτα και των αρμάτων: Αργώ ή Πλους αεροστάτου (Τμηματικά: Περ. ΠΑΛΙ 1964, πλήρως: «Ύψιλον» 1980), Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης («Άγρα» 1998), Βεατρίκη ή Ο έρωτας του Buffalo Bill («Άγρα» 2012 στη συγκεντρωτική έκδοση όλης της τριλογίας, η οποία γράφεται μεταξύ 1944-1945)

Μεταφράσεις

  • Υπερ[ρ]εαλισμός Α΄ («Γκοβόστης» 1938 και 1992) Μετάφραση των κειμένων του Μπρετόν από τον Α. Ε.
  • Τρεις διαλέξεις εισαγωγής εις την ψυχανάλυσιν υπό της Α. Β. Υ. Πριγκιπίσσης Μαρίας του Γεωργίου («Εκδόσεις Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Ομάδος» 1950)
  • Pablo Picasso: Τα τρία κοριτσάκια («Άγρα» 1979)

Δημόσια κείμενα, άρθρα και ομιλίες

  • Περί Σουρρεαλισμού (1935) («Άγρα» 2009)
  • Δια τον σουρρεαλισμόν εις την τέχνην και την ζωήν (Συνέντευξη στον Κ. Μπαστιά, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 30.03.1936)
  • Από τας εκθέσεις: Ορέστης Κανέλλης (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10.11.1936)
  • Λίγα λόγια για τη Μαρία Βοναπάρτη (Εισαγωγή στο βιβλιο της Η λανθάνουσα νεκροφιλία στο έργο του Έδγαρ Πόε, «Κορυδαλός» 1944)
  • Νικόλαος Εγγονόπουλος ή το θαύμα του Ελμπασάν και του Βοσπόρου (ΤΕΤΡΑΔΙΟ, τευχ. 3, Δεκ. 1945 και μαζί με την Διάλεξη για τον Νίκο Εγγονόπουλο (1963), «Άγρα» 1999)
  • Χαιρετισμός στον Απόστολον Μελαχρινόν (Συμμετοχή σε συλλογικό τόμο, «Κύκλος» 1948)
  • Μία περίπτωσις ιδεοψυχαναγκαστικής νευρώσεως με πρόωρες εκσπερματώσεις («Revue Fran. de Psychanalyse», Νο. 3, Ιουλ.-Σεπ. 1950 και «Άγρα» 2001 μαζί με άλλα ανέκδοτα ψυχαναλυτικά κείμενα)
  • Ορέστης Κανέλλης (ΖΥΓΟΣ, τευχ. 48, Νοε. 1959)
  • Ομιλούν οι ειδικοί: Η Ψυχανάλυσις στη ζωή μας (Συνομιλία με τους Δ. Κουρέτα και Δ. Μυράτ. Μετάδοση: 08.03.1961 και περίληψη στον τόμο Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα. Θέατρο. Ομιλούν οι ειδικοί, ΕΙΡ 1961)
  • Ομιλούν οι ειδικοί: Τι είναι ο Υπερρεαλισμός (Συνομιλία με τους Ν. Γκάτσο και Α. Καραντώνη. Μετάδοση: 20.09.1961 και περίληψη στον τόμο Ηθογραφικά ταξίδια στην Ελλάδα. Θέατρο. Ομιλούν οι ειδικοί, ΕΙΡ 1961 και το πλήρες κείμενο: ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΕΧΝΕΣ, φύλλο 6, Ιουν. 1982)
  • Θρίαμβος της αισθησιακής ζωγραφικής (ΖΥΓΟΣ, τευχ. 72-75, Νοε. 1961-Φεβ. 1962, στον τόμο: Γιάννης Τσαρούχης, Μάτην ωνείδισαν την ψυχήν μου, «Καστανιώτης» 1992 και στο βιβλίο-cd «Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου», «Άγρα» 2004)
  • Μαρία Βοναπάρτη (ΕΠΟΧΕΣ, τευχ. 6, Οκτ. 1963 και πρόλογος στο βιβλίο της Ταύτιση κόρης και πεθαμένης μητέρας, «Άγρα» 1984)
  • Δισκοθήκη ποιητών. Μια ενδιαφέρουσα πρες κόνφερανς (Άρθρο του Κ. Τσοπολίδη με γνώμη του Εμπειρίκου, ΑΥΓΗ 05.11.1964)
  • Μάχομαι δια την απελευθέρωσιν του έρωτα (Αθήνα, Μάρτης 1967) (Συνέντευξη στην Α. Σκαρπαλέζου, ΗΡΙΔΑΝΟΣ, τευχ. 4, Φλε.-Μαρ. 1976)
  • Ο Μεγάλος έλληνας ποιητής. Πώς τον βλέπουν Έλληνες και ξένοι συγγραφείς-ποιηταί (Γνώμη για τον Σεφέρη, ΤΑ ΝΕΑ 28.02.1970)
  • Διάλεξη στο Κολλέγιο Αθηνών για την Μοντέρνα ποίηση (1971) (ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ, τευχ. 1744, Απρ. 2002)
  • Για τον Ορέστη Κανέλλη (Δίφυλλο πνευματικού κέντρου «Ώρα» 1972)
  • Για την Νίκη Καραγάτση (Δίφυλλο πνευματικού κέντρου «Ώρα» 1973 και στον τόμο 57 Κείμενα για την Νίκη Καραγάτση, «Άγρα» 2002)
  • Ποιητικό εργαστήρι: Συζήτηση με διδάσκοντες και φοιτητές (Μαγνητοσκοπημένη εκδήλωση που φυλάγεται στο Σπουδαστήριο Ν. Ε. Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη 22.05.1973)

Κατάλοιπα

Αυτοτελείς εκδόσεις. Εξαιρούνται κομμάτια του αρχείου του Α. Ε. που δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε εφημερίδες και περιοδικά μετά το θάνατό του.
  • Ες Ες Eς Ερ Ρωσσία (Ανέκδοτο ποίημα, έκδοση για τα 20 χρόνια από το θάνατο του ποιητή· «Άγρα» 1995)
  • Ταξίδι στη Ρωσσία: Ημερολόγιο και φωτογραφίες (Δεκέμβριος 1962) («Άγρα» 2001)
  • Φωτοφράκτης: Οι φωτογραφίες του Ανδρέα Εμπειρίκου («Άγρα» 2001)
  • Ένα ποίημα, ένα γράμμα, μία δήλωση (έκδοση εκτός εμπορίου, «Άγρα» 2001)
  • Η Άνδρος του Ανδρέα Εμπειρίκου («Άγρα» 2004)
  • Γράμματα στον πατέρα, τον αδελφό του Μαράκη και την μητέρα («Άγρα» 2009)
  • Το θέαμα του μπογιατιού ως κινούμενου τοπίου (1933) (Από την ανέκδοτη συλλογή Προϊστορία ή Καταγωγή, έκδοση εκτός εμπορίου, «Άγρα» 2009)
  • Ο Σέργιος και Βάκχος του Μ. Καραγάτση (1960) («Άγρα» και «Εστία» 2013)
  • 1934· Προϊστορία ή Καταγωγή («Άγρα» 2014· τα πρό της Υψικαμίνου ποιήματα)

Δισκογραφία

  • Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο («Διόνυσος» 1964)
  • Ο Εμπειρίκος διαβάζει Εμπειρίκο ΙΙ («Διόνυσος» 1979)
  • Ο Γιάννης Τσαρούχης διαβάζει Καβάφη στο σπίτι του Ανδρέα Εμπειρίκου («Άγρα» 2004)
Το ποίημά του με τίτλο Διάφανες αυλαίες έχει μελοποιηθεί από τον τραγουδοποιό Θανάση Παπακωνσταντίνου στον δίσκο του Αγία Νοσταλγία. Ο Μέγας Ανατολικός και άλλα ποιήματα του Εμπειρίκου έχουν μελοποιηθεί επίσης από τον Παναγιώτη Βήχο. Τέλος, το ποίημα «Θεόφιλος Χατζημιχαήλ» έχει μελοποιηθεί στη δεκαετία του '70 από τον Νίκο Μαμαγκάκη (τραγούδι Γιώργος Ζωγράφος) και πρόσφατα από τους αδερφούς Χάρη και Πάνο Κατσιμίχα.

Σημειώσεις


  • Beaton, Roderick (1996). Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία: Ποίηση και Πεζογραφία, 1821-1992. μετάφραση: Ευαγγελία Ζούργου, Μαριάννα Σπανάκη. Αθήνα: εκδόσεις Νεφέλη, σελ. 238. ISBN 978-960-211-292-2.

  • Γιατρομανωλάκης, Γ. (Νοέμβριος 1985). «Αποκάλυψη και αναγέννηση στον Α. Εμπειρίκο». Χάρτης (17/18): 649.

  • Βαγενάς, Νάσος (23-12-2001). «Ελλειμμα νηφαλιότητας - Επίλογος στο Ετος Εμπειρίκου». Το Βήμα. Ανακτήθηκε στις 01-07-2016.

  • Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ, εκδ. Ίκαρος, στ΄ έκδοση, σ. 126 ή Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα: 1980

  • Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά Χαρτιά, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987

  • Stabakis, Nikos (2008). Surrealism in Greece: an anthology. Texas: University of Texas Press, σελ. 7-8.

  • περιοδικό Ηριδανός, τχ. 4, 1974, σ. 174

  • Γιατρομανωλάκης Γιώργης (8/11/1998). «Κόκκινη νοσταλγία». TO BHMA. Ανακτήθηκε στις 2016-01-13.

  • Μαλλιαρού, Εύη (18/03/2014). «Όλη η αλήθεια για τον Ανδρέα Εμπειρίκο». popaganda.gr. Ανακτήθηκε στις 2016-01-13.

  • Γεωργούπλη, Τάνια (6/5/2013). «Λεωνίδας Εμπειρίκος: «Μας είπε να το κάψουμε»». tvxs.gr. Ανακτήθηκε στις 01-07-2016.

  • Σκαρπαλέζου, Ανδρομάχη (Μάρτιος 1967). «Συνέντευξη με τον Ανδρέα Εμπειρίκο». Ηριδανός (Αθήνα) (4): 15.

  • Βαλαωρίτης, Νάνος (Δεκέμβριος 1981). «Μερικές σκέψεις γύρω από το έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου». Η Λέξη (10).

  • Γιατρομανωλάκης ό.π., σελ. 55

  • Εμπειρίκος, Ανδρέας (1988). Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία (γ΄ έκδοση). Αθήνα: εκδόσεις Άγρα, σελ. 14.

  • Γιατρομανωλάκης ό.π., σελ. 77

  • Κούρτοβικ, Δημοσθένης (1999). Έλληνες Μεταπολεμικοί Συγγραφείς: ένας κριτικός οδηγός (β΄ έκδοση). Αθήνα: εκδόσεις Πατάκη, σελ. 87. ISBN 978-960-360-509-6.

  • Βαλαωρίτης, σελ. 89

  • Γιατρομανωλάκης, σελ. 142

  • Αμπατζόγλου, Φραγκίσκη (20-11-1999). «Ανδρέας Εμπειρίκος: Από την πρωτοπορία των ποιητών στην παράδοση των ειρώνων». Τα Νέα Οnline. Ανακτήθηκε στις 2016-07-01.

  • Γιατρομανωλάκης, σελ. 149

  • Εμπειρίκος, Ανδρέας (1993). Οκτάνα. Αθήνα: εκδόσεις Ίκαρος, σελ. 78.

  • Γιατρομανωλάκης, σελ. 171

  • Γιατρομανωλάκης, Γιώργης (1984). Αι Γενεαί Πάσαι ή Η Σήμερον ως αύριον και ως χθες. Αθήνα: Επίμετρο, Άγρα, σελ. 160-61.

  • Βλ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ες-ες-ες-ερ Ρωσσία, Σημείωση του επιμελητή, Άγρα, 1995, σελ. 7.

  • Ελύτης, Οδυσσέας (1980). Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο (β΄ έκδοση). Αθήνα: εκδόσεις Ύψιλον, σελ. 65.

  • Βλ. Ανδρέας Εμπειρίκος, Ζεμφύρα ή Το μυστικόν της Πασιφάης, Σημείωμα του επιμελητή Γ. Γιατρομανωλάκη, Άγρα, 1998, σελ. 37.

  • Τζαβάρας, Θανάσης (1981). «Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ψυχανάλυση». Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (5): 80-88.

  • Τζαβάρας, Θανάσης (χ.ε.). Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις και Άλλα Ψυχαναλυτικά Κείμενα. Υπερωκεάνιος πλους και Ψυχαναλυτικός Περίπλους. Αθήνα: Επίμετρο, σελ. 226-7.

  • Τζαβάρας, Θανάσης (1985). «Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ψυχανάλυση ΙΙ». Χάρτης (17/18): 566-76.

  • Εμπειρίκος, Ανδρέας (2001). Μια Περίπτωσις Ιδεοψυχαναγκαστικής Νευρώσεως με Πρόωρες Εκσπερματώσεις και Άλλα Ψυχαναλυτικά Κείμενα, "Βιογραφικόν Σημείωμα Μαρίας Βοναπάρτου". Αθήνα: εκδόσεις Άγρα, σελ. 208.

  • Θανάσης Τζαβάρας, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η Ψυχανάλυση ΙΙ, Χάρτης, 17/18, σελ. 570, 1985. Βλ. επίσης A. Biro et R. Passeron, Dictionnaire general du surréalisme et de ses environs, P.U.F., 1982, σελ. 144-5.

  • H λέξη, τ. 10, Δεκέμβριος 1981, σελ. 771.

  • Alain de Mijolla (εκδ.), International Dictionary of Psychoanalysis, Macmillan Reference USA, 2005, σελ. 498

  • Ελύτης, Οδυσσέας (χ.ε.). Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Αθήνα: εκδόσεις Ύψιλον, σελ. 71.

  • Δημήτρης Καλοκύρης, «Ο φωτογράφος Ανδρέας Εμπειρίκος», Έτος Εμπειρίκου 2001.

  • Γιάννης Σταθάτος, Φωτοφράκτης, Εισαγωγή, σελ. 16

  • Γιάννης Σταθάτος, ό.π., σελ. 20.

  • Βλ. σχετικά Δημήτρης Καλοκύρης, "Ανδρέας Εμπειρίκος, ο φωτογράφος", περιοδικό Φωτογράφος, τ. 10, Ιούλιος-Αύγουστος 1991, σελ. 48-53.

  • Βούρτσης, Ιάκωβος Μ. (Νοέμβριος 1985). «Ο Εμπειρίκος και η κριτική». Χάρτης (17/18): 610.

  • Μπαστιάς, Κωστής (30 Απριλίου 1936). «Φιλολογικοί Περίπατοι». εφημερίδα Καθημερινή: σελ. 3.

  • Παππάς, Ν. (11 Μαΐου 1936). [Ν. Παππάς, "Νέοι ποιηταί με προσωπικότητα", Η Καθημερινή, 11 Μαΐου 1936, σσ. 3-4. «Νέοι ποιηταί με προσωπικότητα»]. εφημερίδα Η Καθημερινή: σελ. 3-4.

  • Γιατρομανωλάκης, σελ. 128

  • Εμπειρίκος, Ανδρέας (επανέκδοση: 1988). Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία (γ΄ έκδοση). Αθήνα: εκδόσεις Άγρα, σελ. 15.

  • Καραντώνης, Αντρέας (15 Ιουνίου 1946). «Σύγχρονη Ποίησις». εφημερίδα Η Καθημερινή: σελ. 4.

  • Βαλαωρίτης, σελ. 29

  • Α. Χουρμούζιος, «Δέκα βιβλία στίχων από τη νέα μας ποίηση», περ. Νέα Εστία, τ. 458, Αύγουστος 1946, σσ. 827-8, όπως παρατίθεται στο περ. Χάρτης, τ. 17/18, σσ. 627-8.

  • Γιατρομανωλάκης, σελ. 106

  • Βαλαωρίτης, σελ. 90

  • Βουτούρης, Παντελής (20-01-2001). «ΤΑ ΝΕΑ Online - Πόσο υπερρεαλιστής ήταν ο Εμπειρίκος;». Ανακτήθηκε στις 2016-07-01.

  • Εμπειρίκος, Ανδρέας (ανατύπωση: 1988). Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία (γ΄ έκδοση). Αθήνα: εκδόσεις Άγρα, σελ. 10.

  • Βλ. περιοδικό Χάρτης, «Συζήτηση στην Θεσσαλονίκη», τ. 17/18, σελ. 638.

  • Μακρής, Κωνσαντίνος (2007). Andre Breton - Ανδρέας Εμπειρίκος. Αποκρυφισμός και ψυχανάλυση. Δύο πόλοι αντίθετοι στον κόσμο του υπερρεαλισμού, Σύγκριση. 18. χ.τ.: Comparaison.

  • Ελύτης, σελ. 38

  • Δ. Ν. Μαρωνίτης, «Ποιητική Ρητορική», εφ. Το Βήμα, 24 Ιανουαρίου 1986, σελ. 34. Βλ. επίσης «Πίσω Μπρος», Στιγμή, Αθήνα, σελ. 138

  • Ελύτης, σελ. 50

  • Saunier, σελ. 49

  • Saunier, ό.π., σελ. 51

  • Αμπατζοπούλου, Φραγκίσκη (27-05-2000). «ΤΑ ΝΕΑ Online - ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ: Ρηξικέλευθο σχολείο ποιητών». Ανακτήθηκε στις 2016-07-01.

  • Saunier, σελ. 52

  • Μαρωνίτης, Δ. Ν. (21-02-1999). «tovima.gr - Η ρητορική της καθαρεύουσας (2)». TO BHMA. Ανακτήθηκε στις 2016-07-01.

  • Κεχαγιόγλου, Γ. (Ιούλιος 1995). «Ο Ανδρέας Εμπειρίκος ως προφήτης της ογδόης ημέρας, ή περί αναγραμματισμών». Πόρφυρας (74): 231.

  • Κεχαγιόγλου, Γ. (φθινόπωρο 2007). «ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ». Μικροφιλολογικά (Λευκωσία) (22): 22.

  • Σωκράτης Τιτούρης, «Αναγραμματισμοί στα ποιήματα του Ανδρέα Εμπειρίκου», Πόρφυρας, τ. 127, Απρίλιος 2008, σελ. 18. Ενδεικτικά προτείνεται πως η φράση «Άχαρ, λαμίρ, ισχάρ, μανίκ, νούμα, ραπάντα, άντα» που φωνάζει ο ερημίτης ναυαγός, είναι αναγραμματισμός της πρότασης «Χαρμάνια, πούρα, άναμμα, λακριντί, αστραχάν», δηλαδή μια απαρίθμηση πραγμάτων και δραστηριοτήτων που άρεσαν στον φανατικό καπνιστή Εμπειρίκο. Η δεύτερη ακατανόητη φράση του ποιήματος, «Πάθε, σιγγά, αλλασονί, πέγγε, κιμέ, βοντά, ουνόρα!», αναγραμματιζόμενη μετατρέπεται στη φράση: «Βλέπομε τρικ, λογοπαίγνιόν σας, αγαθέ ναυαγέ!» Παρομοίως, η φράση του ερημίτη «ΚΑΜΕ ΛΑΜΑ ΧΑΜΙ ΑΧΜΑΡ ΠΑΝΕ ΑΜΠΟΡ ΕΛΜΑΝΑ» αντιστοιχεί πιθανώς σε αναγραμματισμό του «Χαρμάνια Κάμελ, άναμμα, Μπαχ, παρέα, μελό». Η φράση της νήσου «ΠΑΝΕ ΩΩΩΧ-ΩΩΩ ΑΑΑΧ-ΑΑΑ ΟΥΑ-ΟΥΑ ΕΛΜΑΝΑ!» δίδει αναγραμματιζόμενη την πρόταση «Οχεύω, ανώμαλε! Ωωω! Όπα, χύνω! Αααααααα!», περιγράφοντας, σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, τη συνουσία και την εκσπερμάτιση της οχεύουσας αρσενικής πανίδας, η οποία διαμαρτύρεται επειδή ο ερημίτης ναυαγός την μπανίζει

  • Τιτούρης, ό.π. Πρόκειται για τις λέξεις: «ΚΑΛΑ ΛΕΟΝΑ ΝΟΛΑ ΠΥ» που ερμηνεύονται ως αναγραμματισμός της φράσης «Έλκουν λαόν απαλά» αλλά και «Κόλπο, άλαλε Αυνάν!»

  • Τιτούρης, ό.π: Η φράση «Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα» αναγραμματιζόμενη γίνεται «Καλά ρε! Να βαπόρι! Μάλαμα!», εκφράζοντας δηλαδή τα ενθουσιασμό για το βαπόρι που χρησίμευσε ως χώρος φιλοξενίας των ερωτικών τους στιγμών

  • Τιτούρης, ό.π: Προτείνονται ως αναγραμματισμοί των φράσεων «ανάπτει το μοβ χαρμάνι» και «Με έργα Μπαχ» αντίστοιχα

    1. Ζαχαροπούλου, Κλεοπάτρα (23/8/2017). ««Δοκίμιο: Ανδρέας Εμπειρίκος, Αι Λέξεις»». Fractal. H γεωμετρία των ιδεών.

    Βιβλιογραφία

    • Ζακ Μπουσάρ, Με τον Ανδρέα Εμπειρίκο παρά δήμον ονείρων, Άγρα, Αθήνα, 2002
    • Saunier Guy (Michel), Ανδρέας Εμπερίκος: Μυθολογία και Ποιητική, εκδ. Άγρα, Αθήνα, 2001
    • Αλέξανδρος Ακριτόπουλος, Για τη ποιητική και τη ρητορική του Ανδρέα Εμπειρίκου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2000
    • Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Η ποιητική του έρωτα στο έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου, Ύψιλον, Αθήνα, 1990
    • Επαμεινώνδας Γ. Ασλανίδης, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η χαρμολύπη, Κέδρος, Αθήνα 2000
    • Νάνος Βαλαωρίτης, Ανδρέας Εμπειρικός, Ύψιλον, Αθήνα 1989
    • Ιάκωβος Μ. Βούρτσης, Βιβλιογραφία Ανδρέα Εμπειρίκου (1935-1984), Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, Αθήνα, 1984
    • Παντελής Βουτουρής, Η συνοχή του τοπίου. Εισαγωγή στην ποιητική του Ανδρέα Εμπειρίκου, Καστανιώτης, Αθήνα, 1997
    • Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ανδρέας Εμπερίκος. Ο ποιητής του έρωτα και του νόστου, Κέδρος, Αθήνα 1994
    • Οδυσσέας Ελύτης, Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, εκδ. Ύψιλον, 1980
    • Γιώργος Κεχαγιόγλου, Αι Λέξεις. Μορφολογία του μύθου, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1987
    • Ελισάβετ Αρσενίου, Η ρητορική της ουτοπίας. Μελέτες για την μετάβαση στη νέα πρωτοπορία, Ύψλον, Αθήνα 2012
    • Νίκος Σιγάλας, Ο Ανδρέας Εμπειρίκος και η ιστορία του ελληνικού υπερρεαλισμού, Άγρα, Αθήνα, 2012
    • Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Ο ελληνικός υπερρεαλισμός και η κατασκευή της παράδοσης, Άγρα, Αθήνα, 2012
    Περιοδικές εκδόσεις
    • Ηριδανός, τ.4, Φεβρουάριος-Μάρτιος 1976
    • Το Δέντρο, τ. 10, Αθήνα, Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1979
    • Ο Πολίτης, τ. 53, Αύγουστος-Σεπτέμβριος 1982
    • Χάρτης, τ. 17-18, Αθήνα, Νοέμβριος 1985
    • Διαβάζω, τχ. 358 (Δεκ. 1995), τχ. 421 (Σεπτ. 2001)
    • Αντί, 9 Φεβρουαρίου 2001
    • Δυτικές Ινδίες, τ. 5, 2001
    • Αφιέρωμα, Νέα Εστία, τχ. 1744 (Νοεμ. 2002), σ. 561 - 719
    • Αφιέρωμα, Πόρφυρας, τχ. 101 (Οκτ. - Δεκ. 2011), σ. 317 - 406
    • Αφιέρωμα, Οδός Πανός, τχ. 164 (Οκτ. - Δεκ. 2014), σ. 3 - 61 

    Γεώργιος Βιζυηνός

    Αποτέλεσμα εικόνας για Γεώργιος Βιζυηνός

    Γεώργιος Βιζυηνός

    Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
    Γεώργιος Βιζυηνός
    Georgios M. Vizyinos.JPG
    Γέννηση 8  Μαρτίου 1849[1]
    Βιζύη
    Θάνατος 15 Απριλίου 1896 (47 ετών)
    Αθήνα[2]
    Υπηκοότητα Ελλάδα
    Ιδιότητα συγγραφέας, θεατρικός συγγραφέας, μυθιστοριογράφος και ποιητής
    Commons page Πολυμέσα σχετικά με τον καλλιτέχνη
    Ο Γεώργιος Βιζυηνός (πραγματικό ονοματεπώνυμο Γεώργιος Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης, Βιζύη, 8 Μαρτίου 1849[3]Αθήνα, 15 Απριλίου 1896 (47 ετών), ήταν Έλληνας πεζογράφος, ποιητής και λόγιος. Θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της ελληνικής λογοτεχνίας.

    Πίνακας περιεχομένων

    Βιογραφικά στοιχεία

    Γεννήθηκε στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, το σημερινό Βιζέ της Τουρκίας, στις 8 Μαρτίου 1849, γιος πολύ φτωχικής οικογένειας. Ο πατέρας του, Μιχαήλος Σύρμας, δούλευε στα καμίνια του ασβέστη. Αργότερα έγινε πραματευτής και πέθανε από τύφο το 1854 αφήνοντας τον γιό του ορφανό σε ηλικία 5 ετών. Είχε άλλα τέσσερα αδέλφια: τον Μιχαήλο, που πέθανε τρία χρόνια πριν από τον Γεώργιο, τον Χρηστάκη, τον αδικοσκοτωμένο ταχυδρόμο, για τον οποίο μιλά στο διήγημά του Ποιος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου, και δύο κορίτσια, την Άννα, που πέθανε με τις συνθήκες που περιγράφει στο Αμάρτημα της μητρός μου και την Αννιώ, που πήρε το όνομα της αδελφής της, αλλά πέθανε κι αυτή μικρή[4] Σε ηλικία 10 ετών οι παππούδες του τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη κοντά σε ένα θείο του για να μάθει ραπτική. Παραμένει εκεί μέχρι την ηλικία των 18, προστατευόμενος από τον Κύπριο έμπορο, Γιάγκο Γεωργιάδη και αργότερα προστατευόμενος του αρχιεπισκόπου Κύπρου, Σωφρονίου Β΄, ζει για ένα διάστημα στην Κύπρο, όπου μάλιστα τον προόριζαν για τον ιερατικό κλάδο. Το 1872 γίνεται ιεροσπουδαστής στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, χωρίς την υποχρέωση να ιερωθεί, όπου το 1873 δημοσιεύει και την πρώτη του ποιητική συλλογή (Ποιητικά Πρωτόλεια)[5]. Μεταξύ των καθηγητών του αναφέρεται και ο ποιητής Ηλίας Τανταλίδης, ο οποίος διέκρινε στον Βιζυηνό στοιχεία ιδιαίτερου ταλέντου και ευφυίας, ώστε τον σύστησε στον πλούσιο Γεώργιο Ζαρίφη[6]. Το 1874 το επικό ποίημά του Κόδρος βραβεύεται στον Βουτσιναίο Ποιητικό Διαγωνισμό[7]. Την ίδια χρονιά εγγράφεται στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, αλλά με δαπάνες του Ζαρίφη μεταβαίνει στη Γερμανία, στη Γοτίγγη, όπου σπουδάζει φιλολογία και φιλοσοφία στο διάστημα 1875-1878. Το 1876 η επόμενη ποιητική συλλογή του Άραις μάραις κουκουνάραις (μετονομάστηκε σε Βοσπορίδες Αύραι) βραβεύεται στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό, στον οποίο, το 1877 η συλλογή του Εσπερίδες επαινείται. Το 1881 τυπώνεται στη Λειψία η διδακτορική του διατριβή Das Kinderspiel in Bezug auf Psychologie und Paedagogik («Το παιδικό παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική»)[6]. Οι σπουδές του στην Γερμανία διηύρυναν σημαντικά τον πνευματικό του κόσμο και τον έφεραν σε επαφή με έναν χώρο που έστρεφε πλέον την πλάτη του στον ρομαντισμό και στον αποστεωμένο κλασικισμό και στρεφόταν στον εσωτερικό άνθρωπο. Το τελευταίο αυτό στοιχείο υπήρξε καθοριστικό για το πεζογραφικό έργο του Βιζυηνού και ας μη λησμονούμε οτι στην Γερμανία υπήρξε, μεταξύ άλλων, μαθητής του θεμελιωτή της Πειραματικής Ψυχολογίας Βίλ(χ)ελμ Βούντ. Η ψυχογραφική ανάλυση των ηρώων του είναι εκείνη στην οποία προπάντων οφείλει την πρωτοποριακή θέση που κατέχει στα νεοελληνικά γράμματα. Μέχρι το 1884 ο Βιζυηνός επισκέπτεται το Παρίσι (1882), όπου γνωρίζει τον Δημήτριο Βικέλα, τον Marquis Queux de Saint-Hilaire και τη Juliette Lamber-Adam, και το Λονδίνο (1883), όπου σχετίζεται με τον πρεσβευτή Πέτρο Βράιλα-Αρμένη. Παράλληλα, δημοσιεύει την ποιητική συλλογή Ατθίδες Αύραι. Την ίδια χρονιά (1883) δημοσιεύεται στην Εστία το πρώτο μεγάλο διήγημά του, Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως. Δημοσιεύονται επίσης το Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου και Το αμάρτημα της μητρός μου. Το 1884, λόγω του θανάτου του προστάτη του, Ζαρίφη, υποχρεώνεται να επιστρέψει στην Αθήνα και διορίζεται καθηγητής σε γυμνάσιο.
    Ένα χρόνο αργότερα εκλέγεται υφηγητής στην έδρα της Ιστορίας της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με την επί υφηγεσία διατριβή Η φιλοσοφία του καλού παρά Πλωτίνω[8]. Παράλληλα δημοσιεύονται τα διηγήματά του Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας και Το μόνον της ζωής του ταξείδιον. Εκείνη την εποχή αρχίζει να ασχολείται με ένα μεταλλείο στο Σαμάκοβο. Το 1886 γράφει το Ο Μοσκώβ-Σελήμ. Το 1892 προσβάλλεται από φρενική νόσο και καταλήγει έγκλειστος στις 14 Απριλίου 1892 στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο[9]. Εκεί ζει βυθισμένος στις ουτοπικές εμμονές του για την εκμετάλλευση του μεταλλείου στην πατρίδα του και στο παραληρηματικό πάθος του για τη νεαρή Μπετίνα Φραβασίλη (14 ετών), μαθήτριάς του στο Ωδείο Αθηνών, την οποία επιθυμούσε να νυμφευθεί[10]. Ύστερα από τέσσερα χρόνια εγκλεισμού, πεθαίνει στις 15 Απριλίου 1896, σε ηλικία 47 ετών.

    Έργο

    Ο Βιζυηνός, νους κριτικός, ιδιοφυής, φιλέρευνος, διδάσκει, μεταφράζει τις γνωστότερες ευρωπαϊκές μπαλάντες, συγγράφει μελέτες φιλοσοφικές, αισθητικές, ψυχολογικές, λαογραφικές, αλλά και σχολικά εγχειρίδια και άρθρα για εγκυκλοπαιδικά λεξικά.
    Το αφηγηματικό του υλικό, αντλημένο από προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερη πατρίδα του, διοχετεύεται στα διηγήματά του. Το υλικό αυτό ενισχυμένο από το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του και την επιστημονική γνώση της ψυχολογίας ενσωματωμένο σε μια ποικίλη, πλούσια γλώσσα υψηλού ήθους (λόγια, λαϊκή, ιδιωματική) διοχετεύεται στα διηγήματά του. Έτσι ο Βιζυηνός αναπτύσσει τη μυθοπλασία του. Ανακαινιστής και πρωτοπόρος, ανοίγει τον δρόμο της νεοελληνικής διηγηματογραφίας. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, η μυθιστορηματική πλαστικότητα των χαρακτήρων, οι δραματικές συγκρούσεις, η δομή, η δραματικότητα, η άρτια αφηγηματική τεχνική — η ενδιαφέρουσα διαπλοκή του ιστορικού και του αφηγηματικού χρόνου — είναι μερικά από τα βασικά γνωρίσματα του «Αμαρτήματος της μητρός μου», αλλά και των άλλων διηγημάτων του.
    Όλες οι μελέτες του - όπως και αρκετές ποιητικές συλλογές - εκδόθηκαν σε αυτοτελή τόμο. Τα διηγήματα και τα άρθρα δημοσιεύθηκαν σε διάφορα έντυπα της εποχής και δεν συγκεντρώθηκαν σε τόμο κατά τη διάρκεια της ζωής του. Από τα χειρόγραφά του σώζονται κάποιες επιστολές και αρκετά ποιήματα. Βλ. την έκδοση «Επιστολές» σε επιμέλεια Γ. Παπακώστα (Αθήνα: Πατάκης 2004) και για εκτενή βιβλιογραφικά τον Α´ τόμο της έκδοσης «Τα Ποιήματα» (Αθήνα: Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη 2003).

    Ποιητικές συλλογές

    • Ποιητικά Πρωτόλεια (1873)
    • Ο Κόδρος (1874)
    • Βοσπορίδες Αύραι (1876)
    • Ατθίδες Αύραι (1883)
    • Εσπερίδες (1877)
    • Λυρικά
    • Παιδικαί ποιήσεις

    Διηγήματα

    Άρθρα

    • Η Ελληνική δημοσιογραφία κατά το 1883 (1884) - Μετάφραση
    • Διατί η μηλιά δεν έγινε μηλέα (1885)
    • Μαργαρίτου Ευαγγελίδου, «Ιστορία της θεωρίας της γνώσεως» (1885) - Κριτική
    • Οι καλόγεροι και η λατρεία του Διονύσου εν Θρἀκη (1888)
    • Αι εικαστικαί τέχναι κατά την Α´ εικοσιπενταετηρίδα του Γεωργίου Α´ (1888)
    • Η Κέρκυρα (1891) - Μετάφραση
    • Αμερικανικαί Αρχαιότητες (1891)
    • Ερίκος Ίβσεν (1892)
    • Ανά τον Ελικώνα, Βαλλίσματα (1894)

    Μελέτες

    Αυτοτελείς διατριβές και παιδαγωγικά εγχειρίδια.

    Μεταφράσεις έργων του

    • Στην αγγλική:
      • Georgios Vizyenos: Thracian Tales, μετάφραση Peter Mackridge, εκδ. «Αιώρα», Αθήνα 2014
      • Georgios Vizyenos: Moskov Selim, μετάφραση Peter Mackridge, εκδ. «Αιώρα», Αθήνα 2015
    • Στην γαλλική:
      • Georges Vizyinos: Le péché de ma mère suivi de Le Pommier de discorde, μετάφραση Gilles Decorvet, Auguste Queux de Saint-Hilaire, εκδ. «Αιώρα», Αθήνα 2015
    • Στην ιταλική:
      • Gheorghios Viziinos: L' unico viaggio della sua vita / e altre storie, μετάφραση Anna Zimbone, κρατικό βραβείο μετάφρασης, εκδ. «Αιώρα», Αθήνα 2001
    • Στη ρουμανική:
      • Gheorghios Vizyinos, Singura călătorie din viața sa, πρόλογος και χρονολογικός πίνακας Elena Lazăr, μετάφραση Elena Lazăr, Margareta Sfirschi-Lăudat, Claudiu Sfirschi-Lăudat, Amalia Zambeti, Εκδ. Omonia, Βουκουρέστι, 2006

    Ταινίες

    • Το Μόνον της Ζωής του Ταξείδιον (2001) – Ταινία του Λάκη Παπαστάθη που πραγματεύεται την περίοδο εγκλεισμού του Βιζυηνού στο Δρομοκαΐτειο.

    Παραπομπές


  • data.bnf.fr/ark:/12148/cb11928594r. Ανακτήθηκε στις 10  Οκτωβρίου 2015.

  • Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη, Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου, Βαυαρική Κρατική Βιβλιοθήκη, Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας: Gemeinsame Normdatei. Ανακτήθηκε στις 31  Δεκεμβρίου 2014.

  • Σιδερά-Λύτρα, ΘΡΑΚΙΚΑ, σελ. 52, σημ.35. Ο ίδιος αναφέρει, στην αίτηση αποδοχής της διδακτορικής του διατριβής, ως έτος γέννησής του το 1850. Όλες οι υπόλοιπες αναφορές για το έτος γέννησής του προέρχονται από την ίδια πηγή.

  • Ιωάννης Χατζηφώτης, «Γεώργιος Βιζηνός. Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου. Μια ζωή που μοιάζει με μυθιστόρημα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 72 (Ιούνιος 1974), σελ. 129-130

  • όπ.π., σελ.130

  • όπ.π., σελ.131

  • , σελ.131

  • όπ.π., σελ.133

  • όπ.π., σελ.141

    1. όπ.π., σελ.134

    Πηγές

    • Ιωάννης Χατζηφώτης, «Γεώργιος Βιζηνός. Μετεβλήθη εντός μου ο ρυθμός του κόσμου. Μια ζωή που μοιάζει με μυθιστόρημα», Ιστορία Εικονογραφημένη, τεύχος 72 (Ιούνιος 1974), σελ. 128-134.
    • Σιδερά-Λύτρα, Π. (1996). ««Ο Γ. Βιζυηνός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο της Γοτίγγης»». ΘΡΑΚΙΚΑ. ΣΕΙΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ (Θρακικό Κέντρο - Εταιρεία Θρακικών Μελετών) 11ος τ.: 41-72. ISSN 1105-011X.

    Βιβλιογραφία

    • Χρυσανθόπουλος Μ., Γεώργιος Βιζυηνός: μεταξύ φαντασίας και μνήμης (1994)
    • Αθανασόπουλος, Β., Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού (1992)
    • Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμέλεια Π. Μουλλάς, «Εστία», Αθήνα
    • Μισέλ Φάις, Ελληνική Αϋπνία, Εκδόσεις Πατάκης, (2004) - μυθιστορηματική βιογραφία
    • Κωστής Τζερμιάς,Ποίος ήτον ο Φονεύς του Βιζυηνού, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (2001) - μυθιστόρημα
    • Νούτσος Παναγιώτης, «Γεώργιος Bιζυηνός. Mια υπόθεση εργασίας», Eξώπολις, αρ. 5 (καλοκαίρι 1996), 26-29.
    • Beaton, Roderick, «Ὁ Βιζυηνὸς καὶ ὁ Εὐρωπαϊκὸς Ρεαλισμός», Διαβάζω, 278 (1992), σσ. 22-25

    Εξωτερικοί σύνδεσμοι

    Wikisource logo
    Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
    Commons logo
    Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
     https://el.wikipedia.org/wiki
     
    https://www.sansimera.gr/anthology/authors/125
    Oι ποιητές, οι στίχοι τους, τα ίχνη της παρουσίας τους, η επιρροή τους. Ένα μεγάλο αφιέρωμα του LIFO.gr με σπάνιο υλικό, με αφορμή τη σημερινή Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης Πηγή: www.lifo.gr

     photo signature_zpsd2a79fd8.jpg